Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Το ποδόσφαιρο ως ερωτική και καλλιτεχνική εκδήλωση των ανθρώπων


         Το ποδόσφαιρο ως αντανάκλαση της σεξουαλικής μας λίμπιντο
       «Αρχίζει το ματς, παράταμε τώρα, αρχίζει το ματς….», λέει ένα γνωστό παλαιό τραγούδι του αξέχαστου Λουκιανού Κηλαϊδόνη. Και πράγματι, για τον αντρικό πληθυσμό της γης ανεξαρτήτου ηλικίας, θρησκεύματος, πολιτικών επιλογών, οικονομικής κατάστασης, παιδείας ή εργασίας, δεν υπάρχει μεγαλύτερη και σημαντικότερη διασκέδαση από το ποδόσφαιρο στην ζωή του. Το ποδόσφαιρο είναι ένα λαϊκό άθλημα σεξουαλικής εκτόνωσης. Ένα ομαδικό αθλητικό σόου που πλεονάζει ο αντρικός οργασμός. Η αντρική λίμπιντο στο φόρτε της εκτονώνεται με ένα γκολ,  ξεχειλίζει με μια εύστοχη πάσα, ρέει με μια επιδέξια κίνηση, περιστροφή του κορμιού γύρω από την μπάλα, με ένα ευθύβολο σουτ στο δίχτυ του αντιπάλου. «Βάλτο αγόρι μου», «τους γαμήσαμε», «τους πήραμε τα σώβρακα», «τους πηδήξαμε», «τους ξεσκίσαμε τα βάρδουλα», «τους κάτσαμε πάνω στο καυλί μας», «λιγούρια της νίκης θα σας πηδήξουμε και σήμερα», «θα σας τον σφυρίξουμε πανηγυρικά» και ένα σωρό άλλες αποδεκτές από οπαδούς και αντιπάλους, οικογενειάρχες με μικρά παιδιά, έφηβους και κομματικοποιημένους νεολαίους, φοιτητές και επιστήμονες, αστούς και εργάτες ή ξέμπαρκους εργένηδες, -ακόμα και ο γυναικείος πληθυσμός δεν μένει αμέτοχος-«ευγενείς» σεξουαλικές καθαρά λέξεις και χυδαία συνθήματα, πρόστυχες εκφράσεις, υπονοούμενα κατάφορα σεξουαλικών προδιαγραφών, θα έλεγαν οι σεμνότυφοι που καιροφυλακτούν για παρόμοια εκτός γηπέδου της ανθρώπινης πρακτικής και φαινόμενα. Λεξιλόγιο που δηλώνει τον αχαλίνωτο, άγριο, πρωτόγονο, απροσποίητο, αυθεντικό, πηγαίο σεξουαλικό οργασμό των οπαδών αμφοτέρων των συμμετεχόντων ομάδων. Μια οργιώδη σεξουαλικότητα, εν κινήσει συμμετοχή στο παιχνίδι της κατάκτησης, του κυνηγιού, της καλυμμένης ηδονής, των ιδρωμένων σωμάτων, των βλεμμάτων σε έκσταση πάθους, των σωματικών κινήσεων και περιστροφών, των χειρονομιών με σεξουαλικό στίγμα του ανώνυμου και επώνυμου αντρικού πληθυσμού πάνω στην εξέδρα που εκδηλώνεται κατά την διάρκεια ενός αγώνα, πριν ή και μετά την νικητήριο έκβασή του. Η ομάδα ενώνει τους άντρες για έναν σκοπό όπως σε έναν οίκο ανοχής. Στο μπάσκετ φωνάζουν για το κύπελλο, «σήκωσέ το τιμημένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω» και ασφαλώς όλοι μας κατανοούμε τι σημαίνουν τα λόγια αυτά που φωνάζουν εν χωρώ οι οπαδοί των ομάδων. Οι ποδοσφαιριστές, είναι τα λαϊκά ινδάλματα του κόσμου μέσα σε παραγκουπόλεις και αστικά διαμερίσματα, είναι τα αντρικά πρότυπα συμπεριφοράς, τα μάτσο σύμβολα της αντρικής σεξουαλικότητας, για το ανθρώπινο είδος είτε κατοικεί σε φαβέλες είτε κατέχει κυβερνητικά αξιώματα. Είναι οι πηδήκουλες κάθε θηλυκής γάτας και όχι μόνο για τους αιώνιους οπαδούς. Τους ιερούς λάτρεις της ομάδας. Καμιά αμφισβήτηση δεν επιτρέπεται στον εμφανή αντρισμό τους. Είναι τα είδωλα του σεξ. Οι λαϊκοί επιβήτορες αντί για εμάς μέσα στο γήπεδο και ίσως και έξω από αυτό. Το γήπεδο είναι μια λανθάνουσα αρένα του σεξ μεταξύ αντρών με φανερή αναφορά αποτύπωσης μέσα στις αντρικές συνειδήσεις, ένα ερωτικό παιχνίδι με πολλαπλούς συμβολισμούς και ίσως και τελετουργίες. Γυμνασμένα κορμιά, ιδρωμένα μέλη, σώματα μυώδη, μούσκουλα όλο δύναμη, γερά μπούτια δαγκάνες, σφιχτά κολομέρια. Αχαμνά που εξέχουν και τρίβονται από χέρια δυνατά, από παλάμες έτοιμες να σε μαρκάρουν ερωτικά. Τα σώματα των ποδοσφαιριστών είναι το ποθούμενο της θηλυκής φύσης του πληθυσμού. Είναι οι σύγχρονοι θεοί του σεξ και του κατακτητή. «Θρύλε Θεέ μου», «Η ομάδα είναι θρησκεία», «πιστεύω μου η πιστή στην ομάδα και μετά στον Θεό» κραυγάζουν και το νιώθουν οι οπαδοί κάθε λογής. «θρησκεία αλλάζεις αλλά όχι ομάδα», «ποτέ» δήλωσαν πρόσφατα συγγραφείς και γνωστοί δημοσιογράφοι-βουλευτές σε τηλεοπτική εκπομπή. Και κάθε θρησκεία, άμεσα ή έμμεσα εμπεριέχει μέσα στα σπλάχνα της και τις διάφορες τελετουργίες της το ερωτικό στοιχείο που είναι διάχυτο μέσα στην φύση. Το ίδιο και οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Ένας οργανωμένος, καλοσχεδιασμένος και συντονισμένος ομαδικός οργασμός παικτών και οπαδών. Νικητών και ηττημένων.
Πέρα όμως από την επισήμανση του ποδοσφαίρου ως μια ερωτική πράξη, μια σεξουαλική εκτόνωση, ένας ποδοσφαιριστής μιας ομάδος, οφείλει να διαθέτει αριστοτεχνική τεχνική, αρχοντικό στυλ, χορευτική δεξιότητα, καλή αίσθηση του χώρου, μαθηματική διαίσθηση για την καταλληλότητα του χρόνου που θα πρέπει να σουτάρει, ισχυρή θέληση, λογική συνυφασμένη με την τολμηρότητα της στιγμής, μέθεξη παιχνιδιού, έντονη ατομική ποιότητα, φαντασία αλλά και «παρανοϊκότητα», επιθετικότητα και λάγνο πλησίασμα του συντρόφου ποδοσφαιριστή, ταχύτητα για τα προσπεράσματα, αιφνιδιασμό για τα μαρκαρίσματα, ισχυρή αυτοπεποίθηση, ψυχολογία για τον έλεγχο της κατάστασης, γερή αντοχή και νεύρα για τις άμυνες, τα ξαφνικά και απρόοπτα σουταρίσματα, τις ποδοσφαιρικές πιρουέτες, ηθοποιία μια και παρακολουθείται από εκατομμύρια μάτια κατά την διάρκεια της ποδοσφαιρικής παράστασης, θεατρικά προσόντα προβολής των τεχνικών του δυνατοτήτων, αθλητική «αλαζονεία» καθώς αγωνίζεται με ισοδύναμους με αυτόν αντιπάλους. Προσωπικό ύφος. Οι προβλέψιμες ή απρόβλεπτες κινήσεις των ποδοσφαιριστών γίνονται αφορμή χαράς ή αγανάκτησης, απελπισίας ή αισιοδοξίας, οργής ή θυμού, λατρείας ή θαυμασμού. Έλεγχο των σωματικών του δεξιοτήτων και αντοχών. Ένας καλός ποδοσφαιριστής οφείλει να προβλέπει τις ενδεχόμενες κινήσεις του αντιπάλου του, να διαθέτει την σβελτάδα για να αποτρέψει τις νικηφόρες κινήσεις του άλλου για να μην οδηγηθεί η μπάλα στο τέρμα. Οξύτατη αντίληψη για δυνατό μαρκάρισμα, ευλυγισία ποδιών για πασαρίσματα, σωματική ευκινησία για γυρίσματα αστραπιαία, όραση αετού, και ενστικτώδη αντίδραση, ρώμη κορμιού, δύναμη, τόλμη αλλά και ηδονικό πάθος, αιλουροειδή υπομονή λίγο πριν το χτύπημα, σβελτάδα πούμα, πονηράδα ερπετού, αυτοσυγκέντρωση σε ώρα προσευχής ενός πιστού, να συνεργάζεται αρμονικά με τους άλλους συμπαίκτες του για την επίτευξη του κοινού τους στόχου, αλλά και ανεξαρτησία ατομικών κινήσεων, ηγετικά προσόντα για να οδηγήσουν την ομάδα τους ομού, στη νίκη. Κάθε ποδοσφαιριστής έχει την δική του ταυτότητα, διαθέτει το δικό του ύφος, την προσωπική του εικόνα και προβολή, έχει την χαρακτηριστική του κινησιολογία, την τυπολογία του, την ιδιαίτερη του δεξιοτεχνία, τον σκληρό του ρομαντισμό. Επιβάλλεται να έχει καλή χημεία με τους άλλους ποδοσφαιριστές της ομάδας που ανήκει. Να έχει φοβερή αυτοπειθαρχία. Να έχει μετρημένο και ελεγχόμενο φανατισμό, ευγενή άμιλλα και ίσως, μια υποτυπώδη σκοπιμότητα προθέσεων. Να διααθέτει την ευφυΐα να προβλέπει τις κινήσεις του αντιπάλου του, να αιφνιδιάζει τους παίκτες της αντίπαλης ομάδας, ακόμα και της ομάδας που ανήκει, να εκμεταλλεύεται τις τεχνικές τους αδυναμίες, τις ατομικές παραλήψεις του αντίπαλου παίκτη, τις λάθος εκτιμήσεις του. Ένας ποδοσφαιριστής πρέπει να έχει αυτοπεποίθηση, αγωνιστική φιλοδοξία για κατάκτηση, πρόθεση να κατατροπώσει ποδοσφαιρικά τους άλλους, να οδηγήσει την μπάλα στα δίχτυα, να αληθεύσει τα όνειρα των εκατομμυρίων θεατών που ταυτίζονται μαζί του και τον παρακολουθούν με αγωνία. Να δοξασθεί. Γιαυτό μετά το γκολ στρέφεται προς τους θεατές των κερκίδων και απαιτεί να τον επευφημήσουν, υπογράφει αυτόγραφα, γράφει το όνομά του πάνω σε μπάλες σε μπλουζάκια, μοιράζει την φωτογραφία του σε νεαρά κοριτσόπουλα, η εικόνα του γίνεται αφίσα και στολίζει τα δωμάτια των αγοριών σαν λαϊκό είδωλο αναφοράς, γίνεται διαφημιστής προϊόντων. Ο ποδοσφαιριστής, είναι ένας μαθητής πριν την νίκη της ομάδας, οφείλει να υπακούει στις διδαχές και οδηγίες του προπονητή. Να εμψυχωθεί από τα λόγια του. Ο παίκτης μιας ομάδας δεν επιτρέπεται να χάσει, να αστοχήσει, να λυγίσει, να λιγοψυχήσει, να φερθεί ανώριμα τεχνικά και άσκοπα. Σε όλη την διάρκεια του αγώνα βρίσκεται σε υπερένταση οργασμική. Κάθε γκολ είναι και μια μικρή εκσπερμάτωση, μια ευστοχία στην γονιμοποιό νίκη. Ο ιδρώτας των παιχτών είναι ιδρώτας ηδονής, καύλας, πόθου. Η ήττα ή η αστοχία είναι η απόρριψη της «γκόμενας» που ο ποδοσφαιριστής γυροφέρνει, πολιορκεί, φλερτάρει. Το γκολ είναι ο στόχος, η ποθούμενη κατάκτηση, η ευχή της προσευχής που εκπληρώθηκε στον θεό της μπάλας, της στρογγυλής θεάς. Η επιβολή του αντρισμού πάνω στο νικημένο σώμα του αντιπάλου συμπαίκτη, της αντίπαλης ομάδας. Και έξω από το γήπεδο ίσως. Ο ποδοσφαιριστής έχει ίσως τους περισσότερους μιμητές από όσους έχει ένας προφήτης, ένας ιδεολογικός αγωνιστής. Το ποδόσφαιρο, επίσης, είναι ένα ερωτικό σπορ που ενέχει μέσα του και λανθάνουσες ή φανερές ορισμένες φορές ομοερωτικές φάσεις και στιγμές, μέσα στα γήπεδα αλλά και στα αποδυτήρια και όχι μόνο. Μια και το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα που εκτελείται μόνο από άνδρες, αφορά σχεδόν μόνο άνδρες, θεάται ιδιαίτερα από άντρες, διεξάγεται σε έναν χώρο-γήπεδο που ο αντρικός και μόνο πληθυσμός εκδηλώνει τις σωματικές του δεξιότητες και δυνατότητες, εκφράζει την ενστικτώδη σεξουαλική του φαντασία στον υπόλοιπο αντρικό πληθυσμό. Το ποδόσφαιρο, είναι ένα ερωτικό παραλλαγμένο παιχνίδι των αντρών μεταξύ τους. Οι παίχτες, αμιλλούνται  μεταξύ τους δείχνοντας έντονη και έκδηλη συντροφικότητα, είτε στα αποδυτήρια είτε μέσα στα γήπεδα. Οι χειρονομίες τους και οι σωματικές τους προβολές μέσα στον χώρο ενέχουν έντονη σεξουαλικότητα. Ο αντρισμός των γηπέδων είναι ίσως μεγαλύτερος από τον αντρισμό των στρατώνων. Στην πρώτη περίπτωση προέρχεται από μια οικειοθελή αυτοπειθαρχία και βούληση, στην δεύτερη από επιβεβλημένες και μόνο ίσως διαταγές. Στο ποδόσφαιρο πηγάζει από μια αρχέγονη πολεμική επιθυμία εκπλήρωσης ενός ερωτικού οραματικού στόχου, στο στράτευμα είναι ένα επιβεβλημένο καθήκον. Το ματς δεν διεξάγεται μόνο μέσα στο γήπεδο αλλά και στους χώρους που συχνάζουν οι φίλαθλοι. Συνεχίζεται μέσα στο χρόνο. Γιαυτό και οι δημοκρατικές ή μη κυβερνήσεις, τα κάθε λογής και ιδεολογίας καθεστώτα χρησιμοποίησαν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το ποδόσφαιρο για τόνωση του αντρικού φρονήματος των πολιτών αλλά και χειραγώγησής του. Το ποδόσφαιρο είναι ένα πολιτικό σπορ, κάποτε ήταν καθαρά προλεταριακό, πριν επάγγελματοποιηθεί, ανεξάρτητα αν δεν εμπεριέχει φανερά πολιτικά στοιχεία και θέσεις που αναγνωρίζουμε σε αμιγώς πολιτικοποιημένους χώρους. Το ποδόσφαιρο, με την επιρροή του στις πολυπληθείς μάζες μπορεί να ανεβάσει και να κατεβάσει κυβερνήσεις όπως έχουν γράψει εκατοντάδες φορές οι αθλητικές και οι πολιτικές εφημερίδες. Όποιος έχει διαβάσει από τους παλαιότερους φιλάθλους και μη το μελέτημα «ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ, ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ» (“Sport, culture et repression”) των: Φρανσουά Γκαντερέ, Πιέρ Λαγκιγιόμι, Ζινετ Μπερτό, Ζαν Μαρί Μπρομ, εκδόσεις Ουτοπία 1972 σε μετάφραση της Γιόλας Γεωργαντζή θα καταλάβει τι εννοώ. Σήμερα μάλλον είναι ένα ακόμα προϊόν των σύγχρονων καταναλωτικών κοινωνιών μας. Ένα μέσο διαφήμισης εμπορικών σκοπιμοτήτων. Ο αγώνας για την φανέλα έχει τελειώσει. Το γόητρο βρίσκεται στην μεταγραφική τιμή ενός ποδοσφαιριστή, στην τιμή αγοράς του, και στα εμπορικά έσοδα-κέρδη που αυτός θα φέρει με την συμμετοχή του, στους μετόχους, σε έναν αγώνα. «Η άγρια φυλή του ποδοσφαίρου» όπως έγραφε κάποτε ο άγγλος ζωολόγος Ντέσμοντ Μόρις στο βιβλίο του, βλέπε Desmond Morris, “The soccer tribe”, εκδόσεις Κάκτος 1982, έχει στις μέρες μας εργαλειοποιηθεί. Έχει χάσει την παλαιά της αφιλόκερδη αγωνιστική πρόθεση. Κεφαλαιοποιήθηκε εμπορικά και διαφημιστικά. Όπως συμβαίνει σε όλους τους χώρους πέρα του αθλητισμού σύγχρονων κοινωνιών, έτσι και στο ποδόσφαιρο, τα πράγματα άλλαξαν καταλυτικά και δραματικά. Οι σύγχρονοι μοντέρνοι ή μεταμοντέρνοι καιροί μας, όπως θα έγραφε και ο παλαιός ποδοσφαιριστής του Εθνικού Πειραιώς αρθρογράφος Νάσος Βαγενάς, είναι αρκετά σκληροί για να επιτρέψουν στα ποδοσφαιρικά είδωλα βαθμούς ευαισθησίας, και ποδοσφαιρικού ονείρου.
     Από το γνωστό και πολυδιαβασμένο ποίημα, «Επίνικος 1959-Ηλία Υφαντή, Πειραιεί, Ποδοσφαίρα» του ποιητή Άρη Δικταίου, ένας ποιητικός (Πινδαρικής ατμόσφαιρας) ύμνος στον παλαιό ποδοσφαιριστή, έως τις απόψεις του πειραιώτη πεζογράφου Διονύση Χαριτόπουλου, και από το μυθιστόρημα «Η φανέλα με το 9» του πεζογράφου Μένη Κουμανταρέα, έως το βιβλίο σε επιμέλεια του Γιάννη Η Παππά, «ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΜΑΤΣ» ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ εκδόσεις Μεταίχμιο 2010, και φυσικά, την αλησμόνητη φωνή του Γιάννη Διακογιάννη στο ραδιόφωνο να μεταδίδει τα ματς, κοινή η αγάπη και η παράδοση των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων αντρών και γυναικών για το κλοτσοσκούφι. Ποιος δεν έχει εικόνες προσωπικές, μεσημεριανής χαλάρωσης και αγωνίας, καθώς περιμένει με κολλημένο στο αυτί μικρό τραντζιστοράκι του να ακούσει την περιγραφή του αγώνα, να ακούσει τις ιαχές των φιλάθλων του γηπέδου καθώς μπαίνει το γκολ, ή το δεξιοτεχνικό σουτ ενός ποδοσφαιριστή της ομάδας του. Ποιος δεν έχει μνημονικές παραστάσεις από τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις «Ουράνια», «Λέβερ Όπτα» (αν δεν με απατά η μνήμη), ο αντρικός πληθυσμός μέσα στα σπίτια ή στα καφενεία να παρακολουθεί σε άκρα προσοχή και ησυχία τον αγώνα. Και εκεί που επικρατούσε απόλυτη ησυχία ξαφνικά και αναπάντεχα να σείεται ο τόπος από τις φωνές των φιλάθλων «ΓΚΟΛ»
«Ένα ποδόσφαιρο είναι η ζωή μας ,γκολ από δω, γκολ από κει, το χάσαμε το παιχνίδι» που γράφει και ο ποιητής Κώστας Ταχτσής. Ή το κερδίσαμε ανάλογα θα συμπληρώναμε. (οι στίχοι από μνήμης).  
      Οι άτακτες αυτές σκέψεις ήρθαν στο νου, καθώς διάβασα το εξαιρετικό και καλογραμμένο άρθρο του ομότιμου καθηγητή και ποιητή Νάσου Βαγενά και παλαιού ποδοσφαιριστή του Εθνικού Πειραιώς στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» την περασμένη Κυριακή 17/6/2018 στις σελίδες «νέες εποχές» σ. 28. Εύστοχο κείμενο, καθόλου θα σημειώναμε «κουλτουριάρικο» όπως ίσως θα περιμέναμε από έναν καταξιωμένο ποιητή της γενιάς του 1970, εύληπτο και με καίριες παρατηρήσεις. Κείμενο χωρίς «προγραμματικές διαστάσεις» ποδοσφαιροφιλίας, αλλά ενταγμένο μέσα στο πλαίσιο ερευνών του συγγραφέα σχετικά με τον κόσμο και την ατμόσφαιρα των μοντερνιστικών ή μεταμοντερνιστικών συμβόλων της εποχής μας. Κείμενο ερωτηματικής υφής και όχι δασκαλίστικης επιταγής. Εγχείρημα παρακινδυνευμένο, αν σκεφτεί κανείς ότι η κρίση και η παράθεση των επιχειρημάτων για το ποδοσφαιρικό ύφος και τεχνική των δύο ποδοσφαιρικών ειδώλων, του παλαιού ποδοσφαιριστή και ποιητή, δεν αφορά θα γράφαμε δύο λογοτέχνες ή ποιητές, με μικρό αναγνωστικό ενδιαφέρον για το κοινό μιας κυριακάτικης εφημερίδας, αλλά δυό παγκόσμια ποδοσφαιρικά πρότυπα ζωής και ποδοσφαιρικής τεχνικής. Δυό νέους αθλητές που διαθέτουν ο καθένας την δική του δεξιοτεχνία και ύφος. Δυό μεγάλους και ακριβοπληρωμένους ποδοσφαιριστές του επαγγελματικού ποδοσφαίρου της εποχής μας που έχουν χαράξει τα ίχνη τους στις συνειδήσεις των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων. Του πορτογάλου Κριστιάνο Ρονάλντο ντος Σάντος Αθέιρο και του αργεντινού Λιονέλ Αντρές Μέσι Κουτσιτίνι. Δυό μάγους και καλλιτέχνες του ποδοσφαίρου, που και μόνο η εμφάνισή τους στα γήπεδα ξεσηκώνει θύελλα επευφημιών και εκδηλώσεων θαυμασμού. Είναι οι ήρωες της εποχής μας. Ο λόγος τους, ακούγεται περισσότερο και από αυτόν των πολιτικών. Και οι κοινωνικές τους συμπεριφορές και ιδιωτικές πρακτικές αντιγράφονται και υιοθετούνται από τα εκατομμύρια των απανταχού θαυμαστών τους.
     Το κείμενο του πρώην ποδοσφαιριστή και ποιητή Νάσου Βαγενά μου άρεσε, το βρήκα ενδιαφέρον και το αντιγράφω στο ιστολόγιό μου. Ακριβώς μετά το κείμενο του Βαγενά, δημοσιεύεται ένα επίσης ενδιαφέρον άλλης ατμόσφαιρας και θεματολογίας, κείμενο του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέα κυρίου Γιώργη Γιατρομανωλάκη, με τίτλο «Μπάλα έπαιζαν και οι αρχαίοι Έλληνες».
                  Μέσι, για πάντα
     Το γεγονός ότι στο ερώτημα «Ποιος είναι ο κορυφαίος σήμερα ποδοσφαιριστής του κόσμου;» οι γνώμες των ποδοσφαιρόφιλων, παγκοσμίως, διίστανται δεν θα πρέπει να μας εκπλήττει. Διότι, παρά τα γραφόμενα περί τέλους της μετανεωτερικότητας και περί εισόδου σε μια μετα-μεταμοντέρνα εποχή, αισθητικώς βρισκόμαστε ακόμη στην περιοχή του μεταμοντέρνου. Και μόνο το ότι οι μισοί από όσους απαντούν στο ερώτημα προτιμούν τον Ρονάλντο και όχι τον Μέσι είναι δηλωτικό της καλλιτεχνικής παρακμής της εποχής μας.
     Δεν προσπαθώ να ευφυολογήσω, αλλά να είμαι ακριβής. Αναφέρομαι στο ποδόσφαιρο ως αισθητική-δηλαδή καλλιτεχνική-δραστηριότητα, γιατί ένας αγώνας ποδοσφαίρου δεν είναι ένα απλό αθλητικό γεγονός όπως πιστεύεται γενικά. Είναι δέκαθλο εν συγχρονία. Ολυμπιονίκης των εκατό μέτρων ή και του δεκάθλου μπορεί να αναδειχθεί και ένας διανοητικά ηλίθιος. Ένας ποδοσφαιριστής όμως δεν μπορεί να είναι μεγάλος αν τα σωματικά του προσόντα (ταχύτητα, δύναμη, αντοχή, σθένος, ευλυγισία, αλτική ικανότητα) δεν είναι ικανός να τα ασκεί συγχρόνως και συγκεκραμένα, δηλαδή εν ταυτώ, πράγμα αδύνατον αν δεν διαθέτει υψηλό δείκτη ευφυϊας, δηλαδή οξεία αντίληψη του χώρου και του χρόνου, η οποία είναι ο σημαντικότερος διαμορφωτής της τεχνικής του. Το οποίο σημαίνει ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, στις υψηλότερες στιγμές του, μπορεί να φτάσει (και συχνά φτάνει) στο επίπεδο ενός καλλιτεχνικού γεγονότος, ανάλογου με εκείνο οι κορυφαίοι συντελεστές του οποίου πρέπει να διαθέτουν προσόντα όμοια με τα προσόντα που διαθέτουν και με τον τρόπο που τα ασκούν οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές. Εννοώ την τέχνη του χορού, με την οποία, στο αποκορύφωμά της, η τέχνη του ποδοσφαίρου είναι ομοούσια.
      Αλλά ας επιστρέψουμε στον Ρονάλντο και στον Μέσι, στο ερώτημα ποιος από τους δύο είναι μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής. Όπως σε όλες τις καλές τέχνες, έτσι και στην ποδοσφαιρική υπάρχουν δύο βασικές αισθητικές εκφράσεις, η κλασική και η ρομαντική. Το βλέπουμε αυτό σήμερα στην τεχνοτροπία του Μέσι και του Ρονάλντο. Τα φυσικά προσόντα τους είναι ισοδύναμα, αφού τη μόνη στέρηση του πρώτου, την αλτική, την αναπληρώνει η υπεροχή του στην ικανότητα αιφνίδιας μεταβολής των κινήσεών του. Όμως το ύφος του Μέσι είναι κλασικό του Ρονάλντο ρομαντικό. Στο παίξιμο του πρώτου το ποδοσφαιρικό συναίσθημα, παρά την περίπλοκη σύσταση και έντασή του, εκφράζεται υποβλητικά, στοχαστικά, ισορροπημένα. Στο παίξιμο του δεύτερου υπερεκχειλίζει το συναίσθημα, με συχνά τα παρεπόμενα του πλεονασμού του: πάθος αναιτιολόγητο, νευρικότητα, ποδοσφαιρικός βερμπαλισμός. Οι κατά την διάρκεια των γαλήνιων κινήσεων του Μέσι απροσδόκητες εκρηκτικές του εξάρσεις μεταφράζονται σε γκολ υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών’ οι αξιοθαύμαστες στιγμές του Ρονάλντο είναι όντως υπέροχες, και δεν είναι λίγα τα εντυπωσιακά του και αλησμόνητα γκολ-όμως τα λεγόμενα μαγικά του είναι μονότονα και αναμενόμενα και λίγες φορές μπορούν να ξεγελάσουν τους αντίπαλους αμυντικούς. Σε ό,τι αφορά τον αριθμό των γκολ, ο Μέσι υπερέχει όχι μόνο ως προς τα όσα σημειώνει ο ίδιος, αλλά και με εκείνα που πραγματοποιεί με τις ασίστ του. Ενώ ο Ρονάλντο, ως απλός εκτελεστής, αξιοποιεί τις περισσότερες φορές τον κήπο των συμπαικτών του.
     Για την ακρίβεια, τα γκολ που βάζει ο ίδιος ο Μέσι, τα οποία τον ανέδειξαν πρώτο σκόρερ της εποχής μας, είναι λιγότερα από εκείνα που επιτυγχάνει δι’ αντιπροσώπων. Και αυτό γιατί, εκτός από κορυφαίος εκτελεστής, ο Μέσι είναι και κορυφαίος επιτελικός: Ιδιοφυής οργανωτής της επιθετικής τακτικής της ομάδας του. Και δεν είναι τόσο η θαυμαστή ακρίβεια των μεταβιβάσεών του εκείνο που επιβεβαιώνει την ποδοσφαιρική του ιδιοφυϊα είναι, κυρίως, ο περίπλοκος και ακαριαίος-αριθμομνημονικός, θα έλεγα-υπολογισμός του χώρου, του χρόνου και της ταχύτητας των μετακινήσεών των συμπαικτών του και της μπάλας εκείνο που αναδεικνύει τον Μέσι σε δημιουργό ποδοσφαιρικών αραβουργημάτων.
     Την  αισθητική ενός ποδοσφαιριστή διαμορφώνει απαραίτητα και το αγωνιστικό του ήθος. Ο Μέσι υπερτερεί και εδώ, και μάλιστα καταφανώς. Γιατί το παίξιμό του δεν αποβλέπει μόνο αποκλειστικά στην ωφέλεια της ομάδας του, είναι γενναιόδωρο. Πόσες μεταβιβάσεις του θα μπορούσαν να τελειώσουν σε προσωπικά του γκολ, αν δεν διαπνεόταν ο Μέσι από την προθυμία της δωρεάς στους συμπαίκτες του; Θαυμαστή είναι ακόμα και η μεγαλοθυμία του, που του επιτρέπει να υπομένει αγόγγυστα τα σκληρά μαρκαρίσματα των αντιπάλων στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να τον αναχαιτίσουν. Απεναντίας, η συμπεριφορά του Ρονάλντο στο γήπεδο είναι εγωιστική και αυτάρεσκη, σχεδόν ναρκισσιστική, και η επιθυμία του να αποτελεί συνεχώς το κέντρο της προσοχής των θεατών ακατάσχετη’ όπως ακαλαίσθητες είναι οι εξάρσεις των πανηγυρισμών του και οι συνεχείς-τις περισσότερες φορές αδικαιολόγητες-διαμαρτυρίες του για το υπέρμετρο βίαιο προς αυτόν παιχνίδι των αντιπάλων του, με τις συχνές-ως επί το πλείστον απατηλές-προσπάθειές του να εκμαιεύσει κάποια τιμωρία τους.
      Ο μοντερνισμός είναι η ακρότατη μορφή του ρομαντισμού. Είναι ο εντυπωσιοθηρικός ατομοκεντρισμός του Ρονάλντο, με όλα τα ποδοσφαιρικά συμπαρομαρτούντα που τον καρυκεύουν, τα στοιχεία που συνθέτουν τον μεταμοντέρνο χαρακτήρα του ποδοσφαίρου του.
     Στο ερώτημα ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών-ο Πελέ, ο Μαραντόνα ή ο Μέσι;-η απάντηση δεν μπορεί να είναι αντικειμενική, γιατί την υπονομεύουν οι διαφορετικές ποδοσφαιρικές συνθήκες της κάθε εποχής. Ωστόσο, αν με ρωτούσαν (τους έζησα και τους τρείς), θα απαντούσα απερίφραστα: Μέσι.

Νάσος Βαγενάς, εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» της Κυριακής 17/6/2018, σ.4.

        Αυτό είναι το κείμενο του Νάσου Βαγενά για την τεχνική και το ποδοσφαιρικό ήθος, και ίσως και προσωπικό, δύο από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές της εποχής μας. Ο Βαγενάς θέτει ερωτήματα και παραθέτει επιχειρήματα. Οι απόψεις του κινούνται μέσα στο πλαίσιο του εξεταζόμενου θέματος και εμπλουτίζονται από την πολυετή του εμπειρία ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο αλλά και ως παλαιού ποδοσφαιριστή. Η γλώσσα του είναι καταπληκτική και η επιχειρηματολογία του συναγωνίζεται εκείνη του καλύτερου αθλητικογράφου. Το ύφος του είναι όπως πάντα κρυστάλλινο και χωρίς ακρότητες ή αφορισμούς, αλλά, με άποψη και κρίση θα σημειώναμε βιωματική. Για άλλη μία φορά διαπιστώνουμε ότι η περιβόητη ποιητική γενιά του 1970 διαθέτει όχι μόνο σημαντικούς ποιητές και κριτικούς, αλλά, και τα ενδιαφέροντά της στρέφονται και σε τομείς και ζητήματα που ίσως ο αναγνώστης της και να μην το ανέμενε. Πολυποίκιλα τα ενδιαφέροντα της γενιάς αυτής, όσοι από τους δημιουργούς της κατόρθωσαν και υπερπήδησαν τα κράσπεδα της πολιτικής αντιστασιακής αγκύλωσης της εποχής της άνδρωσής της-αναγκαία φυσικά στην εποχή τους, περίοδο απριλιανής δικτατορίας, μας έδειξαν και ένα άλλο πρόσωπο της πνευματικής τους ωριμότητας και των ενδιαφερόντων τους. όσον αφορά το ήθος των ποδοσφαιριστών-γενικά μιλώντας-το κοινωνιολογικό ερώτημα που τίθεται, αλλά και αθλητικό, πως μπορεί ένας αθλητικός παράγοντας και με ποιους τρόπους να διδάξει προσωπικό ήθος σε ένα λαϊκό και αγράμματο τις περισσότερες φορές νεαρό αγόρι, που από την μία στιγμή στην άλλη βρίσκεται στο κέντρο της δημοσιότητας και του ποδοσφαιρικού ενδιαφέροντος χωρίς να έχει επιδείξει άλλα προσόντα πέρα από τα καθαρά ποδοσφαιρικά. Όταν από την μία στιγμή στην άλλη βρίσκεται στο κέντρο του οικονομικού ενδιαφέροντος και το αλισβερίσι των οικονομικών συναλλαγών είναι τεράστιο, δεν είναι μάλλον εύλογο να «πάρουν τα μυαλά του αέρα» κατά το κοινώς λεγόμενο; Όταν αμείβεται με ποσά δυσθεώρητα για την ηλικία του, όταν γίνεται εν μία νυκτί σταρ, τα αποτελέσματα συμπεριφοράς του, είναι αναμενόμενα. Ποιος νέος επιστήμονας αμείβεται με αυτά τα ποσά στην καριέρα του; Ένα φαινόμενο που αφορά φυσικά και άλλους επαγγελματικούς-όχι σε αυτόν τον βαθμό-χώρους.
Τα επ’ εμί, μου αρέσει ο Ντέηβιντ Μπέκαμ, που είναι και ποιο κουλτουριάρης και φωτογραφίζεται σε περιοδικά άλλης ερωτικής επιλογής από αυτόν.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 23/6/2018
Πειραιάς, 23 Ιουνίου 2018, χωρίς γραβάτα.

ΥΓ. Θα ήθελα για άλλη μια φορά να ευχαριστήσω τον καθηγητή κύριο Μιχάλη Γ. Μερακλή για την αποστολή του βιβλίου του, «ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ», εκδόσεις Κ. & Μ. ΑΝΤ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ-Θεσσαλονίκη 2017. Επίσης, την εκπαιδευτικό και συγγραφέα κυρία Μορφία Μάλλη για το βιβλίο της που μου έστειλε, «ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΒΕΑΤ» Μια ανάγνωση της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου, εκδόσεις futura 2017. Και ακόμα, να ευχαριστήσω τον εκδοτικό οίκο «ΣΚΑΡΙΦΗΜΑ» και τον εκδότη του κύριο Σωτήριο Καρκαλάτο για την προσφορά προς εμένα των βιβλίων των εκδόσεών του. Και αναφέρομαι στα εξής καλαίσθητα βιβλία:
Α) Κώστας Τσερώνης, ΟΙ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ, 2014, νουβέλα σε διορθώσεις και επιμέλεια του πεζογράφου Σπύρου Καρυδάκη
Β) Πάνος Σαμαράς, ΝΥΧΤΑ-ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΛΙΒΑΔΙ, 2017, Διλογία, πεζά, με εισαγωγή του συγγραφέα Σπύρου Καρυδάκη
Γ) Τις τρείς ποιητικές συλλογές του Σαράντου Ρηγάκου, «ΑΣΦΑΛΗΣ ΔΙΕΛΕΥΣΗ» 2014, «ΟΡΥΓΜΑ» 2016, «ΓΑΛΑΖΙΟ ΛΙΚΝΟ» 2017.
Δ) Αύγουστος Στρίντμπεργκ, «Μόνος» 2016 σε μετάφραση Ε. Ι. Χρυσάφης
Ε) Έρνεστ Βάις, «Ο αυτόπτης μάρτυρας» 2017 σε εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις Αλέξανδρος Κυπριώτης.
     Καλοκαιρινό διάβασμα χωρίς σταματημό.