Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

Η θρησκευτική ποίηση στο Βυζάντιο και ο Ρωμανός ο Μελωδός


Η θρησκευτική ποίηση στο Βυζάντιο και ο Ρωμανός ο Μελωδός
του Καριοφύλλη Μητσάκη
περιοδικό ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ τεύχος 10-11/4,5, 1959, σ. 256-

     Η έρευνα γύρω από το Βυζάντιο έχει τόσο πολύ προχωρήσει πιά σήμερα, που έχουν αμαυρωθή οι παλιές προκαταλήψεις γύρω απ’ αυτό κι’ ο σημερινός άνθρωπος, που ζη σ’ αυτή σ’ αυτή την μεταβατική κι’ ανήσυχη εποχή, μπορεί καλύτερα από κάθε άλλον να συλλάβη ποιο στάθηκε το βαθύτερο νόημα του Βυζαντίου, πού γνώρισε μεγαλεία όμως και καταπτώσεις και πού το όνομα της Βασιλεύουσας ήρθε εποχή που έγινε συνώνυμο με τον πολιτισμό, ενώ ακόμα η Δύση δεν είχε ξυπνήσει απ’ τον βαθύ λήθαργο του Μεσαίωνα.
      Ωστόσο υπάρχουν ακόμα και σήμερα άνθρωποι κοντόθωροι και ανίκανοι να αντιληφθούν το κορυφαίο και συνάμα τραγικό νόημα του Βυζαντίου ώστε να του αρνούνται την συμβολή στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού ανθρώπου και στη διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού πνεύματος.
     Υπάρχουν όμως και άνθρωποι-κι’ αυτοί σήμερα είναι πιο πολλοί, που νηφάλιοι και με γερή όραση διακρίνουν την ιστορική αλήθεια και δεν διστάζουν να ομολογήσουν πως το Βυζάντιο  δεν διαδραμάτισε ένα απλό παθητικό ρόλο όντας το προπύργιο του Χριστιανισμού στις αναρίθμητες επιθέσεις των λαών της Ανατολής ή διατηρώντας μονάχα τους θησαυρούς της κλασικής λογοτεχνίας και σκέψης, αλλά πώς άσκησε και μια πολύκροτη και δημιουργική επίδραση στον παγκόσμιο πολιτισμό και πώς όλο σχεδόν  τον πολιτισμό της η Ανατολική Ευρώπη τον χρωστάει στην Κωνσταντινούπολη.
     Έτσι όλες οι εκδηλώσεις του Βυζαντινού πολιτισμού αποκτούν αυτόχρημα κοσμοϊστορικό χαρακτήρα γιατί σ’ αυτόν βρίσκουμε τα πρώτα σπέρματα του νεώτερου ευρωπαϊκού κόσμου. Κοσμοϊστορική λοιπόν είναι και η σημασία της Βυζαντινής παιδείας και λογοτεχνίας. Οι Έλληνες διαφύλαξαν πάνω από χίλια χρόνια την πνευματική κληρονομιά της αρχαιότητας, δημιούργησαν έναν ιδιότυπο μεσαιωνικό δικό τους πολιτισμό και μετέδωσαν τους θησαυρούς της αρχαίας ειδωλολατρικής και της δικής τους χριστιανικής λογοτεχνίας σ’ όλους τους γειτονικούς λαούς και με την διδασκαλία τους γέννησαν στην Ευρώπη τον νέο γιγαντιαίο πολιτισμό που φτάνει ως τις μέρες μας.
     Πρέπει από την αρχή να τονιστή πως η Βυζαντινή λογοτεχνία είναι ένα εντελώς ιδιότυπο και καθαρό δημιούργημα του Βυζαντίου. Βέβαια η προσήλωση και η εξάρτησή της από την αρχαία ελληνική γραμματεία είναι πάντοτε στενή, ακόμα και στην τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας, αλλά ωστόσο η Βυζαντινή λογοτεχνία απόκτησε κι’ έναν ολόδικό της χαρακτήρα που τον διαμόρφωσε με τα άλλα ξένα στοιχεία-τα περισσότερα ανατολικά-που δέχτηκε. Κι’ απ’ τον ευτυχισμένο αυτόν υμέναιο βγήκε η τόσο ιδιότυπη εκείνη λογοτεχνία, της οποίας η ποίηση, και πιο συγκεκριμένα η θρησκευτική ποίηση-μαζί με την ζωγραφική-αποτελεί την πιο υψηλή έκφραση του Βυζαντινού ανθρώπου
     Η Βυζαντινή ποίηση μόνη κατόρθωσε με το γνήσιο και πηγαίο Βυζαντινό θρησκευτικό αίσθημα να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο και να εγγίση το πραγματικό υψηλό ποιητικό ύφος.
     Ύστερα αξίζει κανείς να παρακολουθήση την λογοτεχνία αυτή στο μεταβατικό εκείνο στάδιο που το χαρακτηρίζει ο ερμαφροδιτισμός του παγανιστικού στοιχείου.
      Στα χρόνια αυτά είναι που διαμορφώνεται ολόκληρος ο Βυζαντινός κόσμος και που οι άνθρωποι προσπαθούσαν αν συμβιβάσουν μέσα τους την αρχαία συνείδηση με το κήρυγμα του Χριστού.
     Μόνο μέσα σ’ ένα τέτοιο χρονικό πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε την αντιφατική προσωπικότητα του Συνέσιου, επισκόπου Κυρήνης, και του Νόννου του Πανωπολίτη, και κατόπιν να χαρούμε το εντελώς νέο στοιχείο που προσφέρει η θρησκευτική ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού, πού είναι από τις λυρικότερες φωνές που έχουν ποτέ ακουστή αλλά που η φωνή του δεν θυμίζει κανένα άλλο γνώριμό μας, απ’ τους κλασσικούς και προκλασικούς χρόνους, τρυφερό λυρικό ήχο.
     Είπαμε πιο πάνω ότι η εξάρτηση της Βυζαντινής λογοτεχνίας από την αρχαία ελληνική ήτανε οπωσδήποτε στενή.  Αυτό είναι επικίνδυνο και μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Υπάρχει δηλαδή ο κίνδυνος να νομίσουμε ότι η Βυζαντινή λογοτεχνία είναι μια επανάληψη της αρχαίας λογοτεχνίας ή ότι εξαντλείται σε στείρες απομιμήσεις. Βέβαια η προσήλωσή της αυτή στην αρχαία λογοτεχνία στάθηκε μια τροχοπέδη που εμπόδισε ένα πιο τολμηρό πέταγμα της Βυζαντινής φαντασίας, αλλά σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε ίσαμε με πιο σημείο αυτή η εξάρτηση ήτανε στους Βυζαντινούς και να βρούμε τις ρίζες της. Αυτή λοιπόν η εξάρτηση-και ίσαμε κάποιο βαθμό άτυχη μίμηση-περιορίστηκε σε πολύ εξωτερικά στοιχεία και κυρίως στη μορφή και στο ύφος, όσο τούτο το τελευταίο ήτανε δυνατό. Γιατί ένα ύφος δεν αντιγράφεται.
     Έτσι λοιπόν κάθε συγγραφέας ανάλογα με την ικανότητά του και την ειλικρίνεια του παράμεινε προσκολλημένος στο αρχαίο του πρότυπο ή ξεκινώντας απ’ αυτό έφτασε σ’ ένα καθαρό προσωπικό επίτευγμα. Έτσι βλέπουμε τον Προκόπιο να θυμίζη τόσο έντονα τον Θουκυδίδη χωρίς αυτό να του αφαιρή τίποτε από την δική του εσωτερική αξία ή τον Ψελλό που έχει το επιτηδευμένο και κομψό γράψιμο του Λουκιανού χωρίς ποτέ να πάψη να είναι ο Ψελλός.
     Εκεί που χρειάζεται συνήγορο το Βυζάντιο είναι ασφαλώς η γλώσσα του. Γιατί αλλιώς υπάρχει φόβος να αδικήσει κανένας χωρίς ιστορική συνείδηση το Βυζάντιο.
     Το Βυζάντιο στο γλωσσικό ζήτημα δεν υπήρξε παρά ένα μεγάλο θύμα, θύμα των σχολαστικών αλεξανδρινών χρόνων του Φρύνιχου που προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν την αττική γλώσσα ενώ αυτή είχε αμετάκλητα πεθάνει απ’ τα χρόνια του Ξενοφώντα. Κι αν είναι πουθενά αδυσώπητος ο βιολογικός νόμος της παρακμής τούτο ισχύει περισσότερο για την γλώσσα που είναι ένα ζωντανό πράγμα. Έτσι οι Αλεξανδρινοί αν δεν πέτυχαν στην από πριν ήδη καταδικασμένη προσπάθειά τους να ξαναζωντανέψουν την αρχαία αττική γλώσσα, την ταρίχεψαν.  Γι’ αυτό η αττικίζουσα γλώσσα του Βυζαντίου δεν είναι παρά ένας νεκρός που τον διατηρούσε η φορμόλη ενός άγονου φανατισμού.
      Το ότι οι Βυζαντινοί δεν μιμήθηκαν στενά τους αρχαίους αυτό το δείχνουν και τα λογοτεχνικά είδη που καλλιέργησαν. Δεν δοκίμασαν λόγου χάριν τις δυνατότητές τους στο δράμα, γιατί ήξεραν πώς το δράμα αποτελούσε την έκφραση του βαθειά θρησκευτικού  συναισθήματος της αρχαίας Αθήνας, ενώ την δική τους θρησκευτικότητα την εκφράζουν  με την θρησκευτική ποίηση, όπως είχε αυτή διαμορφωθή από την μακρά παράδοση της Εβραϊκής θρησκευτικής ποίησης.
     Δεν καλλιεργείται βέβαια μόνο η θρησκευτική ποίηση αλλά και η λόγια ποίηση, η θύραθεν, πού ποτέ όμως δεν κατόρθωσε να ξεπεράση το μέτριο, γιατί ψεύτιζε τον εαυτό της και προσπαθούσε να συγκινηθή με πράγματα πολύ επιφανειακά και ξένα προς την Βυζαντινή ιδιοσυγκρασία ΄ κι’ ας μην το ξεχνούμε πώς το Βυζάντιο ήτανε βαθειά χριστιανικό.
     Ακόμα στο Βυζάντιο θ’ αρχίση να δημιουργήται και η δημώδης ποίηση, που μαζί με την θρησκευτική ποίηση θ’ αποτελέση την άλλη φωνή που θα μιλήση γεμάτη θέρμη και αλήθεια για την Βυζαντινή ψυχή. Το σημαντικό με την ποίηση αυτή είναι ότι δοκιμάζεται για πρώτη φορά η δημοτική γλώσσα. Οι υποθέσεις αυτών των ποιητικών αποπειρών, πού στη γλώσσα και το μέτρο είναι τόσο διαφορετικές από την παλιά παράδοση, είναι ποικίλες. Στην πρωτεύουσα χρησιμοποίησαν στην αρχή ένα κράμα λαϊκής και σχολικής γλώσσας, με την ενθαρρυντική επιδοκιμασία της αυλής, σε ποιήματα διδακτικά, εγκωμιαστικά και παρακλητικά. Αργότερα βρίσκουμε κι’ ερωτικά ποιήματα, παραμύθια, χρησμούς, προσευχές, βίους αγίων. Ξεχωριστή ομάδα αποτελούν μεγάλα επικά ποιήματα, όπως το ακριτικό έπος, κι έμμετρα μυθιστορήματα με υποθέσεις μεσαιωνικές που πολλές μάλιστα ακολουθούν ένα γνωστό δυτικό πρότυπο.
--
     Η πρώτη αρχή της θρησκευτικής ποίησης χάνεται στα πρώτ ταραγμένα χρόνια, πού ο νέος κόσμος παλεύει θανάσιμα με τον παλιό. Και διακρίνουμε μια πρώτη περίοδο, την περίοδο της ετοιμασίας, όπως θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε. Η πρώτη αυτή περίοδο φτάνει ίσαμε τον 4 αιώνα. Οι ποιητές που ανήκουν σ’ αυτήν είναι βέβαια Χριστιανοί χωρίς όμως να πάψουν να είναι και ειδωλολάτρες. Τέτοιοι είναι ο Απολλινάριος ο Λαοδικείας κι’ ακόμα περισσότερο ο Συνέσιος Κυρήνης, που και πριν αναφέραμε. Εκείνος όμως που αποτελεί την πιο χαρακτηριστική φυσιογνωμία των χρόνων αυτών είναι ο Νόννος ο Πανωπολίτης.
       Στα χρόνια που δεν έχει ακόμα προσηλυτιστή στον χριστιανισμό γράφει ένα μακρό επικό ποίημα σε εξάμετρο, τα «Διονυσιακά», και σε μια γλώσσα όλο στόμφο και επιτηδευμένο αρχαϊσμό.
       Ειπέ, θεά, Κρονίδαο διάκτορον αίθοπος αυγής
       νυμφιδίω σπινθήρι μογοστόκον άσθμα κεραυνού,
       και στεροπήν Σεμέλης θαλαμηπόλον…
Αργότερα, Χριστιανός πιά, θα μεταφράση το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, σε ένα τονικό κι’ όχι πιά προσωδιακό εξάμετρο.
     Ο Νόννος μαζί με τον μαθητή του τον Μουσαίο αποτελούν τον τελευταίο δεσμό του παλιού κόσμου με το νέο…
     Η δεύτερη περίοδος της θρησκευτικής ποίησης, είναι η περίοδος των υμνογράφων και των μελωδών. Σ’ αυτήν ανήκει ο Ρωμανός. Και τέλος ακολουθεί η περίοδος των κανονογράφων ‘ σ΄ αυτήν θα διακριθή ο Ανδρέας Κρήτης κι’ ο Δαμασκηνός.
Ο Δαμασκηνός μάλιστα θεωρείται ύστερα απ’ τον Ρωμανό η δεύτερη αξιόλογη ποιητική φυσιογνωμία στο Βυζάντιο. Ό,τι τον διακρίνει είναι μια τάση μυστικιστική και η έλλειψη της απλότητας, που αποτελεί μοναδική αρετή του Ρωμανού. Τα ποιήματά του είναι περίτεχνα μα δεν έχουν την θερμότητα και τον λαϊκό τόνο, που τόσο ωραίο βρίσκουμε στους ύμνους του Ρωμανού. Οι παρακάτω στίχοι είναι από τον κανόνα στη γέννηση του Χριστού.
Ευεπίης μελέεσιν εφύμνια ταύτα λιγαίνει
Υία Θεού, μερόπων είνεκα τικτόμενον
εν χθονί και λύοντα πολύστονα πήματα κόσμου ΄
αλλ’ άνα, ρητήρας, ‘ρύερο τώνδε πόνων.
Είναι γνωστό το αξίωμα πώς στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογέννεση. Τίποτα δεν γίνεται μοναχό του αν δεν πέσει ο σπόρος. Και τα σπέρματα της Βυζαντινής εκκλησιαστικής ποίησης βρίσκονται στην Ανατολή. Σήμερα θεωρείται βέβαιο πως η κυριότερη παρόρμηση της ήτανε τα παλιά Εβραϊκά και Συριακά πρότυπα. Εδώ χρειάζεται μια διασάφηση. Μεταχειριζόμαστε τους όρους θρησκευτική και εκκλησιαστική ποίηση. Δεν πρέπει να νομίσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με το ίδιο ακριβώς πράγμα. Η διαφορά των δύο όρων είναι διαφορά γένους και είδους. Η εκκλησιαστική ποίηση δεν είναι παρά μέρος της θρησκευτικής ποίησης. Ίσως αν θέλαμε να κάνουμε μια διαίρεση καλύτερα της θρησκευτικής ποίησης θα την χωρίζαμε σε προσωπική θρησκευτική ποίηση, όπως είναι η θερμή ποίηση του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και σε λειτουργική ή εκκλησιαστική ποίηση ΄ και τέτοια είναι η ποίηση του Ρωμανού, του Ανδρέα Κρήτης, του Δαμασκηνού.
     Η νεώτερη ποίηση-δεν μιλώ για την σύγχρονη που έχει αποδεσμευθεί τελείως από την παράδοση-μέσα στην μεγάλη ποικιλία των μέτρων και των ρυθμών δεν αισθάνεται τόσο στενόχωρα όσο η Βυζαντινή ποίηση πού έχει πάρα πολύ αυστηρά καθορισμένα πλαίσια για να κινηθεί, όπως είναι ο ύμνος, κι αργότερα ο κανόνας, πού δεν είναι παρά ανάπτυξη του ύμνου. Ουσιαστικά δηλαδή πρόκειται για το ίδιο πράγμα.
     Ο ύμνος ή το κοντάκιο, όπως αλλοιώς λέγεται, έχει κι αυτός την αρχή του στη λόγια ποίηση, στην πρώϊμο μάλιστα λόγια ποίηση του 4 αιώνα, όπως είναι η ποίηση του Μεθοδίου Ολυμπίου και του Εφραίμ του Σύρου. Ο ύμνος αποτελείται από ένα προοίμιο, πού αυτό κυρίως ονομάζουμε κοντάκιο κι’ από 12-30 στροφές ή οίκους, ποιητικά συστήματα στιχηρά με ισόχρονους στίχους. Χαρακτηριστικό του ύμνου είναι η ακροστιχίδα και το εφύμνιο. Ο κανόνας, πού στην διαμόρφωση του πολύ συνετέλεσε ο Ανδρέας Κρήτης, αποτελείται από ωδές, από 8-9 ωδές. Στην κάθε ωδή διακρίνουμε τον ειρμό, το Θεοτοκίο και τέλος τα τροπάρια. Τα τρία βασικά μέτρα στη Βυζαντινή ποίηση είναι ο ίαμβος, που τον βρίσκουμε στα λόγια επιγράμματα, ο δωδεκασύλλαβος ιαμβικός τρίμετρος και ο πολιτικός τροχαϊκός δεκαπεντασύλλαβος. Τα μέτρα όμως της θρησκευτικής ποίησης κι ειδικότερα της εκκλησιαστικής παρουσιάζουν τα δικά τους προβλήματα και την δική τους ιδιοτυπία και θα μιλήσουμε γι’ αυτά πιο κάτω.
--
     Δεν είναι πολλά χρόνια που γνωρίζουμε τον Ρωμανό τον Μελωδό. Μόλις στα 1876 ο καρδινάλιος Jean Baptiste Pitva αποκάλυψε με το έργο του Analecta Sacra στον φιλολογικό κόσμο το λησμονημένο Ρωμανό. Από τότε και μέχρι σήμερα ο Ρωμανός απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών επιστημόνων, επιστημόνων σαν τον Karl Krumbacher, τον μαθητή του Mass, τον Cammeli, Mioni κ.ά.
     Από την πρώτη στιγμή με κοινή ομολογία όλοι αναγνώρισαν την ποιητική ιδιοφυΐα του Ρωμανού, πού ξεχώρισε και πήρε αμέσως την πρώτη θέση στον Βυζαντινό Παρνασσό.
     Ως τόσο πολλά προβλήματα παραμένουν ακόμα σκοτεινά και πολλά ερωτήματα μένουν χωρίς απάντηση σχετικά με τον Ρωμανό. Καλά-καλά δεν ξέρουμε ποιος είναι. Είναι τόσο λίγα τα πληροφοριακά στοιχεία που έχουμε για τον Ρωμανό, που μόλις μας επιτρέπουν να τον τοποθετήσουμε σε τόπο και σε χρόνο. Άλλες πληροφορίες, που να αναφέρονται στην προσωπικότητα του ποιητή, πού να μας μιλούν για την δράση που ανέπτυξε σαν κληρικός ή για την θέση και τα τυχόν αξιώματα που πήρε, μας λείπουν ολότελα. Οι μοναδικές μας πηγές είναι δυό. Το συναξάρι του Ρωμανού, γιατί ο Ρωμανός πολύ ενωρίς πέρασε στο αγιολόγιο της ανατολικής εκκλησίας, και ο κανόνας στον Ρωμανό του Θεοφάνη, ενός κανονογράφου του 9 αιώνα. Πληροφορίες ακόμα αντλούμε κι απ’ το ίδιο το έργο του Ρωμανού, από διάφορες νύξεις που κάνει ο ίδιος ο ποιητής εδώ κι εκεί για τον εαυτό του. Συνδυάζοντας λοιπόν τις πληροφορίες απ’ όλες αυτές τις πηγές-πού καμιά φορά είναι και αντιφατικές-σχηματίζουμε ένα αμυδρό πορτραίτο του ποιητή.
Είναι βέβαιος πώς είναι Ελληνοσύρος στην καταγωγή και πώς γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας. Η Συρία στα χρόνια αυτά συνεχίζοντας τη λαμπρή παράδοση των ελληνιστικών χρόνων δεν είναι μια απλή επαρχία του βυζαντινού κράτους αλλά παίζει σημαντικό ρόλο στην πολιτική και πνευματική ζωή της αυτοκρατορίας. Από την Συρία κατάγονταν πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς ιστορικοί όπως ο Φλάβιος Ιώσηπος και ο Ιούστος, ιστοριογράφος σαν τον Ηρωδιανό, τον Ζώσιμο και τον Προκόπιο, συγγραφείς εκκλησιαστικής ιστορίας όπως είναι ο Ευσέβιος και ο Ευάγριος, τέλος ο Απολλινάριος Λαοδικείας, ο Ιωάννης Μόσχος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Ρωμανός ο Μελωδός.
     Ο χρόνος της ακμής του Ρωμανού απασχόλησε φιλολόγους, σήμερα όμως όλοι παραδέχονται πώς θα πρέπει να ήρθε στην Κωνσταντινούπολη στα χρόνια του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ (491-518). Ζη λοιπόν ο Ρωμανός το τελευταίο τέταρτο του πέμπτου αιώνα και το μισό του έκτου αιώνα, όπως βγαίνει κι’ από διάφορες υπαινιγμούς σε σύγχρονα ιστορικά γεγονότα που υπάρχουν στο έργο του. Φαίνεται πως από πολύ νωρίς είχε δεσμούς με την εκκλησία γιατί οι πληροφορίες μας τον παρουσιάζουν σαν κληρικό στην Βηρυτό. Κατόπιν έρχεται στην Κωνσταντινούπολη χωρίς ποτέ να επιδιώξη να ανέλθη σε ανώτερα εκκλησιαστικά αξιώματα. Παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του ο ταπεινός Ρωμανός ο Μελωδός, όπως ο ίδιος μιλεί για τον εαυτό του στις ακροστιχίδες των ύμνων του, ο διάκος της Μονής της Θεοτόκου των Κύρων. Η γοητεία και η μυστικοπάθεια στην οποία μας υποβάλλει η ποίηση του Ρωμανού και τα τόσα λίγα στοιχεία-τα ελάχιστα-που έχουμε για την ζωή του γρήγορα έδωσαν αφορμή στο να πλεχτούν πολλοί θρύλοι γύρω από το πρόσωπο του υμνογράφου. Ο πιο όμορφος όμως ασφαλώς είναι αυτός που αναφέρει ο συναξαριστής. Ήτανε, λέει, η παραμονή των Χριστουγέννων και στο παρεκκλήσι του ιερού παλατίου, μέσα στα σύννεφα το λιβανωτό ο Ρωμανός βλέπει μιάν οπτασία. Βλέπει την Θεοτόκο που του προσφέρει το ποιητικό χάρισμα. Και τη νύχτα αυτή ο Ρωμανός έγραψε τον περίφημο ύμνο του στη γέννηση του Χριστού.
Η Παρθένος σήμερον
τον υπερούσιον τίκτει…
      Παρόλη του την αφέλεια ο θρύλος αυτός εκφράζει όλο τον θαυμασμό των βυζαντινών πού πίστευαν πώς δεν ήτανε δυνατό ο Ρωμανός να έχει αποκτήσει αλλιώς το θείο δώρο της ποίησης. Και δεν είναι μόνο οι Βυζαντινοί  που στέκονται με θαυμασμό μπροστά στην ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού αλλά κι όλος ο νεώτερος φιλολογικός κόσμος. Ο Krumbacher στην «Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας» αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τα έργα του Ρωμανού τα διακρίνει το ελεύθερο υψηλό πέταγμα της σκέψης, ευγενικός πύρινος ενθουσιασμός και αντάξια σύνθεση. Ο Ρωμανός είναι ο μόνος βυζαντινός που με τέλεια καλλιτεχνικά έργα έδωσε άλλη μια φορά έκφραση στη μουσική συμφωνία, στη λεπτή ευκαμψία και στο νοητό περιεχόμενο της ελληνικής γλώσσας. Μεγαλοφυής είναι η επιδεξιότητά του με την οποία ξέρει ο ποιητής να ζωντανέψει δραματικά το θέμα του. Τα έργα του Ρωμανού έχουν την διαφάνεια του κρύσταλλου και το μεγαλείο του βράχου».
      Ένας άλλος ερευνητής του Βυζαντινού κόσμου ο Άγγλος Runciman στο βιβλίο του για τον «Βυζαντινό πολιτισμό» μιλώντας για την Μεσαιωνική Ελληνική Λογοτεχνία λέει:  «Ο Ρωμανός πετυχαίνει ένα συνδυασμό γλωσσικής απλότητας και μεγαλείου φαντασίας που κανένας άλλος δεν το έφτασε στη θρησκευτική ποίηση».
     Και πραγματικά απ’ τις βασικές αρετές του έργου του Ρωμανού είναι η ζωηρή του φαντασία και η απλή γλώσσα, και κυρίως η τελευταία. Είναι ο πρώτος πού, τόσο νωρίς μάλιστα, προσπαθεί να στρέψει την ποίηση του στις πηγές των υδάτων, στη ζεστασιά της λαϊκής γλώσσας. Γι’ αυτό και οι θρησκευτικοί ύμνοι του Ρωμανού ήταν στην μορφή τους αλλά και στην πνευματική τους τάση μια πράξη επαναστατική. Υπερνικώντας την παράδοση που πίεζε ασφυκτικά το πνεύμα με τους τύπους της ο Ρωμανός προσθέτει νέα στοιχεία ποιητικής ζωής στην παγκόσμια λογοτεχνία. Αντί να μιμηθεί τους αρχαίους πλησίασε το λαό, που ήταν άλλωστε η ζωντανή συνέχεια των αρχαίων. Η γλώσσα του είναι απλή και το ύφος των σκέψεών του, όπου δεν τον παρασύρει η ρητορεία ή το παιχνίδι των εννοιών και των λέξεων, ποιητικά γερό.
     Δυστυχώς, τονίζει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αν και πρόβαλε ο Ρωμανός σαν ξεκίνημα, έμεινε ένα ξεκίνημα χωρίς συνέχεια. Τις ίδιες αρετές στο έργο του Ρωμανού αναγνωρίζει κι ο Krumbacher που περισσότερο διεισδυτικά ακόμα παρατηρεί μ’ όλη βέβαια την απλότητα του γλωσσικού υλικού το ύφος του είναι επηρεασμένο πολύ από την ρητορική κατεύθυνση του γούστου που επικρατεί σ’ όλη τη διανόηση και την δημιουργία των Βυζαντινών το πράγμα αυτό προδίνεται στην πολλαπλή χρησιμοποίηση του ίδιου νοήματος, στην υπερβολική αγάπη των εικόνων, των παραβολών, των ισόκωλων και των παρηχήσεων, προπάντων όμως στο παίξιμο με ομόηχες λέξεις και ήχους.
      Πρέπει όμως να τονίσουμε πώς ο Ρωμανός δεν παρασύρεται  από τα πρόχειρα αυτά μέσα της ωραιόλογης τεχνικής αλλά το υποτάσσει στην σκέψη του και στο αίσθημα του και τα χρησιμοποιεί  με μαεστρία και ευκολία για την πλαστική επεξεργασία του νοήματος και για το δυνάμωμα του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, όπως αυτό φαίνεται από το ακόλουθο κοντάκιο.
     Τον δι’ ημάς σταυρωθέντα δεύτε πάντες υμνήσωμεν΄ αυτόν γαρ κατείδε Μαρία επί ξύλου και έλεγεν΄ «ει και σταυρόν υπομένεις, συ υπάρχεις ο υιός και Θεός μου»
     Ή από τούτο το κοντάκιο που ψάλλεται στην ακολουθία της Μεγάλης Τρίτης.
Τον νυμφίον αδελφοί αγαπήσωμεν
τάς λαμπάδας ευατών ευτρεπίσωμεν
εν αρεταίς εκλάμποντες και πίστει ορθή
ίνα ως αι φρόνιμοι
του Κυρίου παρθένοι
έτοιμοι εισέλθωμεν
σύν αυτώ εις τους γάμους
ο γάρ νυμφίος δώρον ως Θεός
πάσι παρέχει τον άφθαρτον στέφανον.
     Μας ξαφνιάζει η απλότητα της γλώσσας κι’ η σαφήνεια της ποιητικής εικόνας, αρετές που συντελούν στο να κερδίζη το έργο του Ρωμανού μια εσωτερικότητα πού δεν την βρίσκομε σε κανένα άλλο βυζαντινό ποιητικό έργο, αν εξαιρέσει κανείς τον Ακάθιστο Ύμνο.
     Η ποιητική όμως εντύπωση πού αποκομίζουμε απ’ τον Ρωμανό είναι κολοβή, κι’ αυτό γιατί μας λείπει τις περισσότερες φορές το μέλος, η μουσική πού ο ίδιος ο Ρωμανός συνέθετε για τους ύμνους του. Είναι πάνω-κάτω η ίδια εντύπωση που μας προκαλεί ένα ποίημα της Σαπφώς, του Αλκαίου ή του Αρχίλοχου. Χαιρόμαστε την ποιητική εικόνα, το ύφος, όσο πιά τούτο μας είναι δυνατό σήμερα, τον ρυθμό που γεννούν τα μέτρα της παλιάς ιαμβογραφίας ή οι γλυκώνειοι της αιολικής μονωδίας ‘  αλλά από κεί και πέρα η εντύπωσή μας είναι λειψή αφού μας είναι για πάντα χαμένη η μουσική, το μιξολυδικό μέλος, στο οποίο η Σαπφώ τόνιζε τα ποιήματά της. Βέβαια η Σαπφώ είναι μια ποιήτρια που γράφει στίχους ερωτικούς κι η ποίηση του Ρωμανού, είναι ποίηση θρησκευτική. Ο βαθύς όμως λυρισμός και των δύο και το γεγονός ότι ο καθένας τους εκφράζει με τρόπο μοναδικό την εποχή του επιτρέπουν την σύγκριση αυτή. Άς δούμε ένα ποίημα της Σαπφώς.
Οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρω επ’ ύσδω
άκρον επί ακροτάτω, λελάθαντο δε μαλαδρόπηες΄
ού μάν εκλελάθοντ’ αλλ’ ούκ εδύναντι’ επίκεσθαι.
Κι ένα κοντάκιο τώρα του Ρωμανού:
Τους εν θλίψει Κύριε,
κατεχομένους
μη παρίδης κράζοντας
έν μετανοία σοι, Σωτήρ.
Τη ευσπλαχνία σου δώρησαι
πάσιν ανθρώποις
ζωήν αιώνιον.
Η ίδια η ποιητική εντύπωση. Κι όμως κάτι απ’ την μυστική γοητεία των στίχων αυτών είναι για πάντα χαμένη, η μουσική. Η παρασημαντική της αρχαίας μουσικής μας χάθηκε. Χάθηκε ακόμα και η παλιά εκκλησιαστική μουσική κι όλες οι σοφές δοκιμές  να την ξαναφέρουν απ’ τα μουσικά χειρόγραφα στη ζωή δεν έφτασαν ακόμα σε πειστικά αποτελέσματα. Το βέβαιο είναι πάντως ότι πολλά στοιχεία και της αρχαίας ελληνικής και της παλαιάς εκκλησιαστικής μουσικής μας τα διασώζει το Βυζαντινό μέλος.
     Πολύπλοκα είναι ακόμα και τα μετρικά ζητήματα πού γεννάει ο Ρωμανός-κι αυτό ακριβώς γιατί η τεχνική του είναι μουσικομετρική-και πού θα λυθούν οριστικά μόνο όταν θα έχουν λυθεί με τρόπο ικανοποιητικό και τα ζητήματα της παλιάς εκκλησιαστικής μουσικής.
     Ο Ρωμανός σαν ποιητής υπήρξε πολυγραφότατος κι ίσαμε χίλια κοντάκια αποδίδονται σ’ αυτόν. (Πολυάριθμοι είναι οι κώδικες πού μας σώζουν τα έργα του οι πιο σημαντικοί ανάμεσα σ’ αυτούς είναι οι κώδικες της ιστορικής Μονής του Σινά, της Μεγίστης Λαύρας και κυρίως της Μονής της Πάτμου). Ένας μάλιστα απ’ τους ερευνητές που έσκυψε με πολλή φροντίδα κι ακόμα πιο πολλή αγάπη στο έργο του Ρωμανού, ο Λεοντοπόλεως Σωφρόνιος Ευστρατιάδης υποστηρίζει-κι ο ισχυρισμός του είναι βάσιμος-πώς θαρθεί μέρα πού κι άλλοι ανώνυμοι ύμνοι καταχωνιασμένοι σε ανεξερεύνητους ως τώρα κώδικες θα διαπιστωθεί ότι ανήκουν στη γραφίδα του Ρωμανού.
     Με τόση λοιπόν εκπληκτική γονιμότητα είναι φυσικό ότι ο ποιητής να μην κινείται παντού επάνω στα ύψη της ποιητικής τελειότητας. Αλλά δεν υπάρχει αληθινά μεγάλος ποιητής που να μην έχει γράψει και μέτριους στίχους. Ας σκεφτούμε τον Σολωμό αλλά κυρίως τον Παλαμά, για τον οποίο έχουν πεί ότι έχει γράψει τους ωραιότερους και τους χειρότερους στίχους στη νεοελληνική ποίηση. Πολλά λοιπόν ποιήματα του Ρωμανού κουράζουν με την ξερή περιγραφή της ζωής του αγίου που γιορτάζει ή με τον πολύ φανερό διδαχτικό τόνο και την αντιποιητική πολεμική κατά των δογματικών πλανών κι όχι σπάνια το αίσθημά μας το ενοχλούν επαναλήψεις και πλατειασμοί που πολύ του αρέσουν.
     Ο παρακάτω οίκος απ’ τον ύμνο του Ρωμανού στον πλούσιο και στον Λάζαρο λ.χ. δεν μπορεί να θεωρηθεί απ’ τους πιο ευτυχισμένους στίχους του Ρωμανού.
Ανεξερεύνητα πάντα
τά κρίματα του πλάσαντος.
Τον μεν γάρ ενταύθα κρίνει
τον δ’ εκεί είς γέεναν.
Έκαστος κατά το έργον
καθώς μετρήσει
και μετρηθήσεται αυτώ
παρά Θεού
………………………..
     Εδώ ο ποιητικός λόγος είναι τόσο κοντά στο πεζό και ο τόσο έντονος διδακτικός τόνος μετριάζει την ποιητική εντύπωση.
     Όταν όμως ο Ρωμανός δεν κάνει κήρυγμα αλλά κινείται μέσα στο γνώριμό του χώρο της φαντασίας και του αισθήματος δημιουργεί τους πιο τρυφερούς και τους πιο παθητικούς τόνους. Τότε η Παρθένος μπροστά στο Σταυρό είναι η mater dolorosa κι ο Χριστός αισθάνεται σαν άνθρωπος τον δεσμό της στοργής. Η πόρνη του ευαγγελίου πού άλειψε με το μύρο του τον Κύριο διαλέγεται με τον μυροπράτη όχι σαν αγία αλλά σαν ένα πρόσωπο της αγοράς με πάθος ανθρώπινον «ότι ηγάπησεν πολύ». Η Σάρα του Ρωμανού είναι περισσότερο μητέρα από τη Σάρα της «Θυσίας του Αβραάμ». Ο θρήνος της είναι ανθρώπινος κι όπως η Σάρα του Κρητικού Θεάτρου με δραματικότητα και με έκφραση καθαρά λυρική θρηνεί:
«Εννιά μήνες σ’ εβάσταξα, τέκνο μου κανακάρη,
‘ς τούτο το κακορίζικο και σκοτεινό κουφάρι…
Εθώρουν και μεγάλωνες ωσάν δεντρού κλωνάρι
κι’ επλήθαινες στην αρετή, στη γνώση κι εις την χάρη
με την ίδια συμπυκνωμένη δραματικότητα και την ίδια λυρική δύναμη θρηνεί κι η Σάρα στον ύμνο του Ρωμανού.
Τούτον αγκάλαις
λαμβάνω εγώ,
πόνον γαστρός μου,
κορεσθήναι γάρ ζητώ.
Εί χρήζει θυσιών
ο καλέσας σε
λάβη πρόβατον,
Οίμοι, τέκνον
Ισαάκ, εί κατίδω
σου επί γης
αίμα εκχυνόμενον ΄
μη γένοιτο.
Φονεύσει με πρώτην,
είθ’ ούτως σε φονεύσει ΄
πρό σού την τεκούσαν
μετ’ αυτήν σε τον τόκον ΄
μη κατίδω σου σφαγήν
και απόλυμαι.
     Ένας άλλος ύμνος του Ρωμανού που γεννάει προβλήματα είναι ο ύμνος στον Ευαγγελισμό. Ο ποιητής εμπνέεται από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, άλλωστε τα ιερά βιβλία της γραφής αποτελούν τον ανεξάντλητο λόγο εμπνεύσεων για τον Ρωμανό. Η διήγηση του Ευαγγελισμού έχει μια απλότητα και φυσικότητα πού χαρακτηρίζει όλο το κατά Λουκά Ευαγγέλιον. «Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν Γαλιλαίας ή το όνομα Ναζαρέτ… και εισελθών ο άγγελος προς αυτόν είπε ΄ Χαίρε κεχαριτωμένη…».
     Άς δούμε τώρα πώς μετουσιώνει ποιητικά το θέμα ο Ρωμανός δίνοντάς μας έναν απ’ τους ωραιότερους ύμνους του.
Τω αρχαγγέλω Γαβριήλ
δεύτε και συμπορευθώμεν
προς την παρθένον Μαρίαν
και ταύτην ασπασώμεθα
ως μητέρα και τροφόν της Ζωής ημών ΄
ούτε γάρ μόνω πρέπον
τω Στρατηγώ την Βασιλίδα ασπάσασθαι
αλλά και τοις ταπεινοίς
έξεστι ταύτην προφθέγξασθαι,
ήν ως μητέρα του Θεού
αι γενεαί πάσαι
μακαρίζουσαι βοώσιν,
χαίρε ακήρατε,
χαίρε κόρη θεόκλητε,
χαίρε σεμνή,
χαίρε τερπνή, χαίρε καλή,
χαίρε εύειδε,
χαίρε άσπορε, χαίρε άφθορε
χαίρε μήτηρ άνανδρε
χαίρε νύμφη ανύμφευτε.
     Με τους ύμνους αυτούς βρισκόμαστε στον ποιητικό χώρο ενός άλλου περίφημου Βυζαντινού ύμνου, του Ακαθίστου Ύμνου;
     Παλιότερα ο Ακάθιστος Ύμνος είχε θεωρηθή έργο του Ρωμανού μόλο πού ο κώδικας της Μονής Βλατάδων Θεσσαλονίκης που ενισχύει την άποψη αυτή είναι πολύ μεταγενέστερος, μόλις του 16 αιώνα, ενώ οι παλιότεροι κώδικες αναφέρουν τον Πατριάρχη Σέργιο και άλλοι τον Γεώργιο Λισίδη ΄
     Σήμερα η έρευνα έχει βέβαια καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα χωρίς όμως αυτά να μπορούν να θεωρηθούν οριστικά. Τα πορίσματα αυτά τα συνοψίζει σε μια αναλυτική μελέτη για τον Ακάθιστο Ύμνο ο Θεόδωρος Ξύδης, που κι’ αυτός ωστόσο αφήνει το ζήτημα ανοιχτό και λέει ότι δεν μπορούμε να αποφανθούμε για τον συνθέτη και το ζήτημα, αν δεν είναι άλυτο ακόμα τουλάχιστον, δεν έχει λυθή ακόμα.
     Πάντως αποδίδοντας τον Ακάθιστο Ύμνο στον Ρωμανό δεν είναι ο Ρωμανός που κερδίζει απ’ αυτήν την οικειοποίηση αλλά ο Ακάθιστος Ύμνος, που αποκτά νέες περγαμηνές ευγενείας.
     Άλλωστε γενική είναι η πεποίθηση ότι ο ύμνος γράφτηκε τον 6 αιώνα, τότε δηλαδή που ακμάζει ο Ρωμανός και πώς μόνο το κοντάκιον.
«Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…»
προστέθηκε αργότερα τον 7 αιώνα στα χρόνια του Ηράκλειτου, τότε που ζουν και δρουν και ο Πατριάρχης Σέργιος-άνθρωπος χωρίς φιλολογική δράση-και ο Πισίδης, η συμπαθητική αυτή φυσιογνωμία που έγραψε τους πλαδαρότερους στίχους στο Βυζάντιο μα που κατόρθωσε να συγκινήση σαν τον Αχιλλέα Παράσχο συγκαιρινούς του ώστε να τους φέρη σε δίλημμα και να τους κάνη να αναρωτιούνται:
Τις στιχίζει κείττον
Ευριπίδης ή Πισίδης;
              (Μιχαήλ Ψελλός)
Πάντως είναι ζωηρή η ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα στα δύο κείμενα, στον Ακάθιστο ΄Υμνο και στον ύμνο του Ρωμανού του Μελωδού στον Ευαγγελισμό, και κυρίως το μοτίβο των χαιρετισμών και το κοινό εφύμνιο «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε». Την ομοιότητα-για να μην πούμε την ταυτότητα-αυτή των εκφραστικών μέσων πολλοί την θεωρούν σαν κοινό ποιητικό τόπο γνωστό ακόμα και στους αρχαίους ποιητές, και παραθέτουν τον στίχο του Πινδάρου.
Χαίρε δίς ηβήσας και δίς τάφου αντιβολήσας…
κι’ ακόμα παραπέμπουν σε επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας. Τίποτε λοιπόν δεν μας πείθει ότι το έργο είναι του Ρωμανού και τίποτε όμως δεν μας αναγκάζει να μην υποθέσουμε ότι είναι, την στιγμή μάλιστα που έχουμε λόγους να το υποπτευόμαστε. Και πάλι όμως το ζήτημα παραμένει ανοιχτό στο σημείο αυτό.
      Πρέπει να δεχτούμε πώς ένας ποιητής σαν τον Ρωμανό δεν θα περιορίστηκε μόνο στις καθιερωμένες ποιητικές μορφές αλλά ότι θα άφηνε και την προσωπική του συμβολή στην διαμόρφωση του ύμνου, του κατ’ εξοχήν εκφραστικού μέσου της θρησκευτικής ποίησης στο Βυζάντιο. Κι’ έχουμε πληροφορίες που μας βεβαιώνουν ότι το κοντάκιο, που είναι περίληψη και προανάκρουσμα όλου του ύμνου θεωρείται επινόηση του Ρωμανού. Ακόμα ο Ρωμανός εισήγαγε  στους ύμνους του το διαλογικό στοιχείο, πράγμα που έκανε πολλούς, ανάμεσα στους οποίους και τον γνωστό ελληνιστή Baud Bovy, να υποθέσουν ότι τα έργα του Ρωμανού παριστάνονταν ενώ η διαλογική αυτή μορφή σχετίζεται με την απαγγελία από δυό αντικρινούς χορούς. Έτσι, τονίζει κι’ ο Krumbacher, αναπληρώνεται το σοβαρό δράμα που λείπει ολότελα στη Βυζαντινή εποχή. Ολότελα; Όχι ακριβώς. Γιατί για μια μονάχα φορά ξανάζησε το δράμα με τον «Χριστό Πάσχοντα», ένα θαύμα πού δεν το ξαναγνώρισε το Βυζάντιο. Βέβαια αυτό το έργο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μωσαϊκό από στίχους άλλων ποιητών και περισσότερο του Ευριπίδη και του Ρωμανού. Ωστόσο το δράμα αυτό έχει και ευτυχισμένες στιγμές και πότε πότε φτάνει σε κάποιο ποιητικό ύφος όπως εκεί που μιλεί ο Χριστός.
ΧΡ. Ειρήνη υμίν.
Τι δε θροείσθε; Πείρας, ιδού, και πόδας
αυτήν τε πλευράν την εμήν νενυγμένην
τρανώς ιδόντες  γνώτε μ’ ως εγώ πάλιν
ειμ’ αυτός…
    Όπως όμως ο «Χριστός Πάσχων» είναι η μόνη προσπάθεια των Βυζαντινών να δημιουργήσουν θέατρο κι’ όπως η προσπάθεια αυτή έμεινε χωρίς συνέχεια και θα περνούσαν πολλά χρόνια έως ότου αρχίσει πάλι να καλλιεργείται πάνω σε ελληνικό χώρο το θέατρο, έτσι κι’ ο Ρωμανός ο Μελωδός υπήρξε μια προσπάθεια για ανανέωση της Βυζαντινής ποίησης, μια προσπάθεια, ένα ξεκίνημα που πνίγηκε χωρίς να ολοκληρωθεί μέσα στους σκοτεινούς και ταραγμένους αιώνες της Βυζαντινής ιστορίας πού ακολούθησαν.
Καριοφύλλης ΜΗΤΣΑΚΗΣ, περιοδικό ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ, τεύχος 10-11/4,5, 1959, σ.256-260.
--
Σημειώσεις:
Μεταφέρω στην ιστοσελίδα μου το δεύτερο κείμενο που αναφέρεται στην συμβολή του κράτιστου των Βυζαντινών ποιητών αγίου Ρωμανού του Μελωδού, πού η συμβολή του στην εξέλιξη της εκκλησιαστικής υμνογραφίας στους μεταγενέστερους χρόνους είναι τεράστια, καθώς και η επίδραση του ποιητικού του λόγου-τα γνωστά μας Κοντάκια- στις κατοπινές συνειδήσεις των πιστών ανθρώπων της χριστιανικής ορθόδοξης εκκλησίας και θρησκείας γενικότερα σε ανατολή και δύση. Όλοι οι σύγχρονοι μελετητές του, υπολογίζουν ότι συνέθεσε περί τα 1000 Κοντάκια κατά την διάρκεια του βίου του. Ενός οικουμενικού Ποιητή, που ασπάσθηκε από νεαρή ηλικία τον χριστιανισμό-την πίστη της νέας θρησκείας-και έζησε μέσα στους κόλπους της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης ως μοναχός. Δεν γνωρίζουμε και πολλά για τον βίο του, ίσως ακόμα και για τον τόπο καταγωγής του (ορισμένοι ερευνητές της ποίησής του υποστηρίζουν ότι είχε καταγωγή από την Συρία, άλλοι, αναφέρουν ότι ήταν Εβραίος, κλπ. Παλαιότεροι ξένοι σχολιαστές του, έριζαν ακόμα και για την ημερομηνία γεννήσεώς του, τον αιώνα που έζησε και δημιούργησε).
Στο πέμπτο κεφάλαιο-ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ, Σχέδιο Βιογραφίας του Ρωμανού, του ογκώδους μελετήματος του ο καθηγητής Κ. Μητσάκης, «ΒΥΖΑΝΤΙΝΉ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ» Από την εποχή της Καινής Διαθήκης έως την Εικονομαχία, εκδόσεις Γρηγόρη-Αθήνα 2016, Β΄ έκδοση σελίδες 356-, γράφει τα εξής:
«Ο πρώτος ποιητής κοντακίων που ερχόμαστε να εξετάσουμε είναι ο Ρωμανός ο Μελωδός, κατ’ αρχήν γιατί χρονολογικά βρίσκεται πολύ κοντά στην εποχή που εμφανίζεται το νέο λογοτεχνικό είδος, το κοντάκιο, σε σημείο που πολλοί άλλοι ερευνητές ν’ αποδίδουν σ’ αυτόν την δημιουργία του, αλλά κυρίως γιατί είναι ο πιο σημαντικός απ’ όλους τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους υμνογράφους. Ήδη ο Pitra, στον οποίο χρωστούμε και τη διάσωση του μεγάλου υμνογράφου από την λήθη, (“Sanctus Romanus” (τίτλος), και “Analecta Sacra” σ. XXVI) ονόμασε τον Ρωμανό το 1888 «πρίγκηπα των μελωδών, (melodorum Princeps), και ο Gelzer πάλι λίγα χρόνια αργότερα, το 1899, τον αποκάλεσε «Δάντη των Νεοελλήνων»  «Dante der Neohellenem». Ο  Pitra μάλιστα υποστήριξε την άποψη ότι ο τίτλος του «μελωδού» πρέπει να χρησιμοποιήται αποκλειστικά μόνο στην περίπτωση του Ρωμανού, γιατί εκείνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν «μελωδός» όπως «ποιητής» είναι μόνο ο Κοσμάς Μαϊουμά και «υμνογράφος» ο Ιωσήφ ο ξένος» και συνεχίζει ο καθηγητής Μητσάκης:
«Είναι ωστόσο θλιβερό να συλλογίζεται σήμερα κανείς πώς ούτε το έργο του Ρωμανού, παρ’ όλη την αξεπέραστη δύναμη και υψηλή του ποιότητα, γλύτωσε από τις συνέπειες της παρακμής του λογοτεχνικού είδους που καλλιέργησε, ούτε ακριβείς πληροφορίες για το πρόσωπο του ποιητή διασώθηκαν. Η προσπάθεια λοιπόν να συνταχθή ένα σχέδιο βιογραφίας του αποδεικνύεται έργο εξαιρετικά επίπονο, γιατί βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με δύο βασικές δυσκολίες, από τη μια μεριά τη συναρμολόγηση των σκορπισμένων και σύντομων πληροφοριών σ’ ένα σύνολο τουλάχιστο πιθανό και παραδεκτό, και από την άλλη το διαχωρισμό των στοιχείων που παρουσιάζουν ιστορική αληθοφάνεια από τους καθαρά μεταγενέστερους λαϊκούς θρύλους.»………
Σύμφωνα και με την θέση του  Κ. Μητσάκη-αλλά και πολλών άλλων σύγχρονων ερευνητών-ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Ποιητής των υπέροχων και θαυμάσιων Κοντακίων παραμένει μάλλον ένα ακόμα αίνιγμα (;) μέσα στην παγκόσμια Ιστορία και Φιλολογική Γραμματεία.    
      Οι δοξαστικοί Ύμνοι του-ή τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς, έχουν δογματικό καθαρά θα γράφαμε θεμέλιο, βρίσκονται μέσα στην παράδοση της ορθόδοξης εκκλησίας και ιστορίας του χριστιανισμού, την περίοδο των αγώνων εδραίωσής του. Οι Ύμνοι αυτοί, διαθέτουν μια συμπυκνωμένη δογματική απλότητα στην σύνθεσή τους που μας εκπλήσσουν. Είναι σκοπίμως από τον συγγραφέα τους τόσο κατανοητοί, γιαυτό και διαμόρφωσαν σημαντικά τόσο την βυζαντινή κατοπινή υμνογραφία όσο και ίχνη επιρροής τους συναντάμε ακόμα και στην νεοελληνική μας ποίηση. Δες το ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Στηρίζονται σε ποιητικές θεματικές άμεσες ή έμμεσες αναφορές και κύκλους ζωής που αφορούν ιστορικά και θρησκευτικά πρόσωπα που προέρχονται είτε από την Παλαιά είτε από την Καινή Διαθήκη. Οι ποιητικές του εικόνες, αυτές που δίνουν τους χαρακτηριστικούς τόνους και επιτονισμούς των Κοντακίων του, εικονογραφούν με άνεση αλλά και θρησκευτική προσήλωση και βαθειά ευλάβεια θέματα που έχουν κεντρικό ενδιαφέρον στην προσπάθεια εδραίωσης της νέας θρησκείας. Την μη αλλοίωσή της από διάφορες θρησκευτικές αιρέσεις ή την παραχάραξη της εκκλησιαστικής της αλήθειας. Βλέπε χαρακτηριστικά την αίρεση των μονοθελητών. Η αίρεση του μονοφυσιτισμού, υπήρξε ένα από τα μεγάλα θεολογικά «κινήματα» της εποχής, την περίοδο της βασιλείας του αυτοκράτορα Ιουστινιανού που κλόνισε τον διασπασμένο ούτως ή άλλως λαό της αυτοκρατορίας και ανέδειξε πολλές φιλοσοφικές διασπαστικές τάσεις μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα προκαλώντας ρηγματικές έριδες ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς κύκλους, αρχές και το πλήρωμα. Οι θέσεις του Ρωμανού έτσι όπως τις διακρίνουμε μέσα σε πολλούς του ύμνους, σχετικά με την διχαστική αυτή αίρεση, δεν είναι ακραίες, ο λόγος του δεν είναι απόλυτος, οι θέσεις του όπως τις διακρίνουμε μέσα ή ανάμεσα στους στίχους του χαρακτηρίζονται από μια διαλλακτικότητα, μια προσπάθεια συμφιλίωσης σε καθαρά δογματικό επίπεδο. Ορισμένες φορές, αν δεν κάνω λάθος, και δεν παρερμηνεύω την δογματική του πρόθεση ή δεν κατανοώ ορθά τον πλούσιο λόγο των ύμνων του, οι σκέψεις του μας παραπέμπουν, οι γλωσσικές αποχρώσεις της γλώσσας που χρησιμοποιεί πίσω στην αρχαία θύραθεν φιλοσοφική γραμματεία των εθνικών ελλήνων, ή ανακαλούν στην μνήμη μας τον «απολογητικό» λόγο του Τερτυλλιανού ή άλλων απολογητών του χριστιανισμού, που αγωνίζονταν να στηρίξουν με ρητορικά ή φιλοσοφικά ή εννοιολογικά επιχειρήματα την νέα θρησκεία και πίστη. Μια θρησκευτική πίστη που διασκορπίστηκε όχι και τόσο εύκολα ή με ειρηνικό τρόπο και πολιτικές μεθόδους σε όλη την βυζαντινή επικράτεια και επεβλήθηκε σχεδόν μάλλον από τυχαίες και απρόβλεπτες αποφάσεις βυζαντινών ηγεμόνων και πολιτικές σκοπιμότητες, ή έστω διορατικές κρατικές επιλογές. Οι διάφορες κατά καιρούς αιρέσεις μέσα στην ιστορία του χριστιανισμού, προέρχονταν κυρίως, από ελληνίζοντες χριστιανούς, από πρόσωπα που είχαν εμποτιστεί μέσα στο ελληνικό αρχαίο πνεύμα και εθνική γραμματεία, δημιουργούσαν σχισματικές τάσεις όχι μόνο μέσα στην εκκλησία και το περιβάλλον της, αλλά, και μέσα στο κοινωνικό σώμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας σε περιόδους που καιροφυλακτούσαν εξωτερικοί εχθροί στην κατάκτησή της. Οι αιρέσεις αυτές, δεν διασπούσαν μόνο την ενότητα της εκκλησίας αλλά και την ενότητα της αυτοκρατορίας, γιατί κουβαλούσαν μέσα στα φιλοσοφικά σπλάχνα τους έναν κατακερματισμό των πολιτικών και πνευματικών και θρησκευτικών δυνάμεων, γιαυτό και πατάχθηκαν με κυβερνητική και στρατιωτική πυγμή με τον τρόπο που πατάχθηκαν, και οι πιστοί ακόλουθοι και οι ηγέτες τους κυνηγήθηκαν μέχρι θανάτου. Ο ιστορικός και ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός, δίνει έναν εύστοχο χαρακτηρισμό σε αυτές τις ελληνίζουσες τάσεις ανά τους αιώνες μέσα στον χώρο της εκκλησίας, μιλά για το «αβάπτιστο» κομμάτι του έθνους των ελλήνων. Υπάρχουν διαχρονικά μέσα στο σώμα της ελληνικής ιστορίας του έθνους μας, δύο αλληλοσυγκρουόμενα ρεύματα. Αυτό του Πλατωνισμού και των νεοπλατωνικών συνεχιστών και αυτό της νέας θρησκείας του χριστιανισμού. Μέσα στην πορεία του ιστορικού χρόνου του ελληνικού έθνους, τα δύο ισχυρά αυτά ρεύματα τις περισσότερες και κυριότερες στιγμές ενώθηκαν και οικοδόμησαν αυτό που αποκαλούμε ελληνορθόδοξη παράδοση. Υπάρχουν όμως και οι στιγμές που τα δύο αυτά δυναμικά ρεύματα συγκρούσθηκαν. Παράδειγμα σχετικό είναι η περίπτωση του αυτοκράτορα Ιουλιανού, στα νεώτερα χρόνια του φιλοσόφου από τον Μυστρά του Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα. Το μυθιστόρημα του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Οι έμποροι των εθνών» μας δίνει χαρακτηριστικά το πώς η μυθοπλασία και το ευφυές ταλέντο ενός συγγραφέα μπορεί να αποδώσει και να εικονογραφήσει τόσο μεγάλα και ίσως σε σημεία τους αναπάντητα ερωτήματα. Αυτό το «χαμένο κέντρο» που συνεχώς αναζητά ο ελληνισμός. Ή αν θέλετε, αυτό το διαρκές εκκρεμές μεταξύ ανατολής και δύσης που αμφιταλαντεύεται η ελληνική σκέψη και φυσικά η ελληνική ζωή. Η Ελλάδα μια χώρα που συνεχώς αυτοαναιρείται μέσα στις καλές φιλοσοφικές της προθέσεις μέσα σε ιδέες που συνεχώς αποδεχόμενη αμφισβητεί. Η Ελλάδα διαρκώς τραμπαλίζεται και αυτός είναι ο λόγος που βρίσκεται διαρκώς σε μια ιστορική ναυτία. Σε μια στασιμότητα επικίνδυνη συνήθως για τα δικά της συμφέροντα. Στέκεται άβολα ανάμεσα στην ορθόδοξη παράδοση και την ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα και Μετανεωτερικότητα, διατηρώντας όμως, τόσο τα μεσογειακά της χαρακτηριστικά όσο και τα βαλκάνια.    
     Ασφαλώς ο Ρωμανός, δεν διέθεται ούτε έχει ο λόγος του την εκκλησιαστική ρητορική δυναμική ενός Γρηγορίου Αντιοχείας, ενός Μόδεστου  ή ενός Γεωργίου Νικομηδείας για να αναφέρω σχετικές γνωστές μας εκκλησιαστικές φωνές, η ευρύτερες γνώσεις και κατάρτιση που είχε αποκτήσει όμως ο Ρωμανός ο Μελωδός στη διάρκεια των νεανικών του χρόνων, δεν ήταν γνώστης μόνο της Πατερικής γραμματείας αλλά και της εθνικής ελληνικής παιδείας, του πρόσφεραν τα εφόδια εκείνα ώστε να μπορεί χωρίς να διχάζει η σκέψη του να αναφέρεται σε θεολογικά ζητήματα που αναφύονταν σαν μανιτάρια μέσα στην πανσπερμία των λαών και των θρησκευτικών δοξασιών των μυστηριακών θρησκειών της μέσης ανατολής, μέσα στην επικράτεια της τότε βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μιας αυτοκρατορίας που οικοδομήθηκε με δύο κύρια σύμβολά της. Τον σταυρό και το ξίφος. Όπως άλλωστε, όλες οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεμονίες έπραξαν μέσα στο ιστορικό διάβα τους στον αγών για εδραίωση της κυριαρχίας τους. Όσον αφορά την τεχνική των συνθέσεών του, κατ’ αρχάς μέσα σε αυτά τα εξαιρετικής μουσικότητας Κοντάκια πλεονάζει το λυρικό στοιχείο, ο λυρισμός της ποίησής του είναι τόσο έντονος που προσομοιάζει με τον λυρισμό των τελευταίων αιώνων ευρωπαίων και ελλήνων ποιητών. Υπάρχουν ύμνοι που διακρίνονται για την ρητορική και το ρητορικό τους ύφος, υπάρχουν και ύμνοι που κυριαρχεί το διαλογικό στοιχείο. Έχουν δηλαδή οι συνθέσεις αυτές έντονο αφηγηματικό ή κυρίως αφηγηματικό χαρακτήρα. Υπάρχει ένας διάλογος που μέσα από μικρές ερωτήσεις δίνονται απαντήσεις. Εκφέρεται η θέση και η σκέψη του ποιητή. Ανοίγεται μια «συζήτηση» μέσα στην ίδια την ποιητική σύνθεση. Ορισμένοι ύμνοι του, έχουν μια σατιρική και δεικτική διάθεση, καυτηριάζουν με υποδόριο τρόπο, χαμηλόφωνα, εκκλησιαστικές επιλογές. Μια κρυφή επίσης ειρωνεία διαπνέει ορισμένες του ποιητικές θεματικές. Καθώς και μια έφεση προς την απολογητική χριστολογία της εποχής του. Αντίθετα, απουσιάζει από τα Κοντάκια αν δεν λαθεύω, η αναφορά τους σε καθαρά πνευματολογικά θέματα και δοξασίες. Δηλαδή ο λόγος περί αγίας τριάδας. Η συνειδητή αυτή ποιητική γραφή του Ρωμανού, που σε πολλά της σημεία αναγνωρίζουμε έντονες αντιθέσεις, ρητορικά ερωτήματα, παρηχήσεις λέξεων, παρονομασίες, πολλές αναδιπλώσεις και θεματικές επαναδιαπραγματεύσεις, ηχητικές λεκτικές ομοιότητες, δάνειες λέξεις από αρχαία κείμενα της θύραθεν και της εκκλησιαστικής γραμματείας, συντακτικές ανακατατάξεις κλπ. είναι που οικοδομούν το υμνολογικό του επίτευγμα μέσω του οποίου  βοηθιέται επικουρικά η πίστη των απλών καθημερινών ανθρώπων από την βυζαντινή περίοδο που εντάχθηκαν μέσα στην εκκλησιαστική υμνογραφία και τα λειτουργικά κείμενα μέχρι των ημερών μας, που οι ύμνοι του ψέλνονται έστω και ανεπίγνωστα από τους πιστούς. Οι ύμνοι του, εξακολουθούν να ευφραίνουν και να στολίζουν με ευκοσμία το εκκλησιαστικό τελετουργικό του Θείου δράματος στη διαδρομή των αιώνων. Πολλοί στίχοι του ψέλνονται αρκετούς αιώνες τώρα μέσα σε λατρευτικούς χώρους (ναούς, μοναστήρια, κελιά, σκήτες κλπ.) από τα χείλη εκατομμυρίων πιστών, άδονται με συγκίνηση, δέος και σεβασμό, χωρίς τις περισσότερες φορές να γνωρίζουν οι πιστοί ποιος είναι ο συγγραφέας τους.  Αλλά και πέρα από τον εκκλησιαστικό καθαρά χώρο και την ιστορική παράδοσή του, την λαϊκή εκκλησιαστική ποιητική παράδοση, τα κοντάκιά του ψέλνονται ή χρησιμοποιούνται, διαβάζονται ή σχολιάζονται  και από την λεγομένη θύραθεν παιδεία. Η λατρευτική πράξη και κοινωνικές πρακτικές των ανθρώπων στηρίχτηκε στην θρησκευτική και εκκλησιαστική τέχνη και ιδιαίτερα στην ποίηση και την εικονογραφία. Ήσαν οι δύο κύριοι πυλώνες στήριξης της δογματικής αναφοράς. Η Εικόνα του Προσώπου όπως την κουβαλά μέσα της η ελληνική παράδοση από τον θείο Πλάτωνα εμπλουτίστηκε με τον λόγο περί Προσώπου της χριστιανικής φιλοσοφικής ρητορικής. Ακόμα και το αποφατικό ρεύμα του χριστιανισμού πάνω στις ράγες της ελληνικής σκέψης στηρίζεται. Ακούγοντας το εκκλησίασμα τους ύμνους και τις μελωδίες αυτές ταυτίζεται με την εξιστόρηση των θείων και ιερών δρωμένων. Τα πρόσωπα του θείου δράματος οικειώνονται μέσα στις συνειδήσεις τους μια και ο πιστός ταυτίζεται μαζί τους. Η Τέχνη, βοήθησε τον άνθρωπο να προσλάβει καλύτερα και να κατανοήσει ανετότερα το μυστήριο του κόσμου και των άρρητων και αινιγματικών δυνάμεων του σύμπαντος. Τα ιερά πρόσωπα του οικογενειακού κύκλου της νέας πίστης όπως είναι ο κεντρικός ιδεότυπος ο Χριστός, η Πλατυτέρα των Ουρανών Παναγία, οι διάφοροι αθλοφόροι άγιοι, οι θυσιασθέντες όσιοι και μάρτυρες φέρουν στο έργο του Ρωμανού ανθρώπινα χαρακτηριστικά, προσομοιάζουν με όλους εμάς τους απλούς ανθρώπους, φέρουν αισθήματα οικεία και γνωστά μας, έτσι ώστε, ο πιστός ταυτίζεται μαζί τους και αντλεί κουράγιο, παρηγοριά και ελπίδα. Η δραματικότητα και το λυρικό στοιχείο και η ατμόσφαιρα είναι που κάνουν την ποίηση αυτή μετά τόσους αιώνες θελκτική και ψαλλόμενη από τους ανθρώπους μέσα στον πεπερασμένο χρόνο της ζωής τους. Μέσω της πίστης και της τέχνης, η ανθρώπινη ύπαρξη αποκτά την αίσθηση της αιωνιότητας. Τα διαλογικά κομμάτια της ποίησής του, είναι τα ερωτήματα που θέτει ο πιστός στον Θεό του ή τον ίδιο τον Εαυτό του.
     Υπήρξε και εξακολουθεί να υφίστανται μεγάλο και συνεχές ενδιαφέρον για το έργο του Ρωμανού του μελωδού αλλά και τον ίδιο. Τον γεννημένο στην Έμεσα της Συρίας από εξελληνισμένους γονείς στα τέλη του πέμπτου αιώνα. Ο διάκονος αυτός, με το κονδύλι και το ειλητάριο, τάραξε τα ποιητικά νερά της εποχής του. Αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην πίστη του στον Χριστό και στην Ποίηση. Ορισμένα του κοντάκια μας κάνουν ενδεικτικές νύξεις για τον βίο του, όπως αυτό «Εις έκαστον σεισμόν και εμπρησμόν» κλπ. Από τα συναξάρια, δες τα θαύματα του αγίου Αρτεμίου, πληροφορούμεθα ότι ήδη από την εποχή της βασιλείας του Ηρακλείου τον έβδομο αιώνα, ο Ρωμανός συναριθμείται στην χορεία των αγίων της ορθοδόξου εκκλησίας.
Οι Ύμνοι του, ακόμα και στις μέρες μας, μεταφράζονται στην νεοελληνική από σύγχρονούς μας έλληνες και κύπριους ποιητές. Εκδίδονται μελέτες για το έργο του, όπως αυτή που κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα του κυρίου Ιωάννη Κουρεμπελέ, «Ρωμανού Μελωδού θεολογική δόξα», εκδόσεις Πουρναράς-Θεσσαλονίκη 2010, που συνεχίζουν την παράδοση του αείμνηστου καθηγητή Νικόλαου Β. Τωμαδάκη που εξέδωσε τους Ύμνους του-από την δεκαετία του 1960-και συνέθεσε μελέτες για αυτούς. Δες βιβλίο του «Η Βυζαντινή υμνογραφία και ποίησις» τόμος β΄, εκδόσεις Π. Πουρναράς 1993. Έχουμε σαν αφετηρία την έκδοση του έργου του από τους Paul Maas και Κωνσταντίνου Τρυπάνη, του Maas συνεχιστή του μεγάλου Βυζαντινολόγου Karl Krumbacher, (το έργο του «Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας» κυκλοφορεί εδώ και αρκετές δεκαετίες σε μετάφραση του Γ. Σωτηριάδη και πρόλογο του Νίκου Β. Τωμαδάκη σε δύο εκδόσεις, μία τρίτομη των εκδόσεων Γρηγοριάδη και η δίτομη των εκδόσεων «Πάπυρος»). Μελέτη για το έργο του Ρωμανού έχει εκδώσει επίσης, και ένας ακόμα μαθητής του καθηγητή Νίκου Β. Τωμαδάκη και μετέπειτα καθηγητής Πανεπιστημίου, ο Νίκος Λιβαδάρας, όπως ξεχωρίζουμε από την βιβλιογραφία του. Και θα είναι ίσως αναγκαίος πλεονασμός να επαναλάβουμε ότι όλοι όσοι ασχολήθηκαν με την Βυζαντινή Υμνογραφία, Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, «Βυζαντινή υμνογραφία και ποίησις» τόμος δεύτερος, εκδόσεις Π. Πουρναράς-Θεσσαλονίκη 1993, Θεόδωρος Ξύδης «Βυζαντινή Υμνογραφία» Νικόδημος, Θεοχάρης Δετοράκης, «Βυζαντινή θρησκευτική ποίηση και υμνογραφία», Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας, «Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Σωτήρ 1978, έως τις δύο πρόσφατες εργασίες που εκδόθηκαν από το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις «Γρηγόρη» αυτή του Καριοφύλλη Μητσάκη, «Βυζαντινή Υμνογραφία» και του Κωνσταντίνου Δ. Σ.Παϊδα» «Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ποίηση» 2011, η αναφορά στο έργο και τη συμβολή του Ρωμανού του Μελωδού είναι σταθερή και διαρκώς αυξανόμενη. Η Ξενόγλωσση κυρίως βιβλιογραφία του, είναι και πλούσια και ενδιαφέρουσα αν αναλογιστούμε ότι όπως έχουν αποφανθεί οι ειδικοί, ο Ρωμανός συνέθεσε κοντά στα 1000 κοντάκια, από τα οποία ένα μέρος τους έχει συγκεντρωθεί αυτόνομα σε τόμους.
Αλλά για το αηδόνι αυτό της ορθοδόξου υμνογραφίας και ελληνικής ποίησης θα επανέλθουμε.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 20 Δεκεμβρίου 2018
Για μια νύχτα των Χριστουγέννων, μια νύχτα «γεμάτη θαύματα νύχτα γεμάτη μάγια» όπως θα έλεγε και ένας άλλος ποιητής.                   
                        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου