Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΩΣ ΚΡΙΤΙΚΟΙ


Ο Ελύτης και ο Σεφέρης ως κριτικοί
Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΕΝ ΛΕΥΚΩ» ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΤΟΜΟ ΤΩΝ «ΔΟΚΙΜΩΝ»
Του Παντελή Μπουκάλα, εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Τρίτη 19 Ιανουαρίου 1993, σ.10
1)Οδυσσέας Ελύτης: «Εν λευκώ». Τυπογραφική επιμέλεια: Γιάννης Η. Χάρης Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1992, σελ.428.
2)Γιώργος Σεφέρης: «Δοκιμές Τρίτος τόμος. Παραλειπόμενα (1932-1971)». Φιλολογική επιμέλεια: Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Τυπογραφική επιμέλεια και σύνταξη ευρετηρίου: Κωστούλα Σκλαβενίτη, εκδόσεις Ίκαρος, 1992, σελ. 417.

Η ταυτόχρονη έκδοση από τον «Ίκαρο» του βιβλίου «Εν λευκώ» του Οδυσσέα Ελύτη και του τρίτου τόμου «Δοκιμών» του Γιώργου Σεφέρη, στις σελίδες του οποίου συλλέγονται τα Παραλειπόμενα σαράντα ετών (1932-1971), προσφέρει μια ευκαιρία συμπαρουσίασης του κριτικού έργου δύο κορυφαίων Ελλήνων ποιητών, χωρίς, προς Θεού, τη διάθεση να ιδωθεί ο πεζός δοκιμιακός λόγος τους υπό το πρίσμα της αντιπαράθεσης ή της αξιολογικής σύγκρισης. Ο καθένας με τον δικό του, σαφώς διακριτικό, τρόπο (ο οποίος υποδηλώνει και τη στάση του έναντι της ποιήσεως και του γλωσσικού οργάνου) υπηρετεί, άξια και επωφελώς για τον αναγνώστη, το νόημα και τη γλώσσα, είτε μέσα από την εν θερμώ ανάγνωση του έργου άλλων συγγραφέων είτε μέσα από κείμενα θεωρητικότερων προδιαγραφών.
     Ο τρίτος τόμος των «Δοκιμών», πάντως, παρότι περιέχει κείμενα που έχουν όλα το ενδιαφέρον τους, έστω άνισο, πράγμα που δεν συμβαίνει με όλες τις εγγραφές του ποιητή στις «Μέρες» ούτε με όλες τις δημοσιευμένες επιστολές του, δεν συνιστά το ισχυρότερο δείγμα του κριτικού λόγου του Σεφέρη, ενός λόγου που έχει απλωθεί σε πολλά παρακλάδια-στο «Διάλογο πάνω στην ποίηση», στους προηγούμενους τόμους των «Δοκιμών», στην εκτενέστατη αλληλογραφία του ποιητή με ομοτέχνους του, στις «Μέρες» του, ακόμη και σε ποιήματά του. Και δεν έχω κατά νουν μόνο το «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά», όπου απαντούν οι κοινόχρηστοι πλέον στίχοι
«Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη./ Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει/και την τέχνη μας την στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε απ’ τα μαλάματα το πρόσωπό της», αλλά προπαντός, το στίχο των «Τριών κρυφών ποιημάτων»  «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» που μοιάζει να παραδίδει σε πυκνότατη μορφή την ποιητική του Σεφέρη ΄ μολονότι ο στίχος φαίνεται να καταφάσκει και να διαβεβαιοί, νομίζω ότι αποτελεί προβολή της αγωνιώδους επιθυμίας του Σεφέρη να συνταχθεί η γλωσσική του ιδιοσυγκρασία με ό,τι εποίησε ή ποιεί το μακρυγιαννικό «εμείς», που σαν επίμονο φάντασμα παρακολουθούσε τη σκέψη του ποιητή.
     Ο νέος τόμος των «Δοκιμών» περιέχει 37 ποικίλης προελεύσεως, εκτάσεως και θερμοκρασίας κείμενα, από συνοπτικότατες καταγραφές των πρώτων εντυπώσεων που κατέλειπε στον ποιητή η ανάγνωση του ποιήματος «Σύμπτωση» της Μέλπως Αξιώτη έως τις επιστολές του στη «Νέα Εστία» κατά του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου και δύο κείμενά του που θα έλεγα ότι αποτελούν το σκελετό και  τα οποία έχουν εκδοθεί αυτοτελώς στο παρελθόν: το «Χειρόγραφο ‘41» και «Οι ώρες της «Κυρίας Έρσης»». Υπάρχουν επίσης κείμενα του ποιητή στα αγγλικά και τα γαλλικά, μεταφρασμένα από τον Γ. Π. Σαββίδη, τον Νάσο Δετζώρτζη, τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και τον Στρατή Πασχάλη.
      Και στο «Εν λευκώ» του Ελύτη, τα περισσότερα και εκτενέστερα κείμενα έχουν δημοσιευτεί κατά το παρελθόν είτε σε βιβλία, όπως «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», «Η ιδιωτική οδός» (σε αυτά τα δύο κείμενα ο πολιτικός λόγος του Ελύτη είναι πολύ πιο σαφής και ευθύς απ’ όσο ο τυπικά πολιτικότερος αλλά ιδιαίτερα προσεκτικός και κατά τόπους αυτοπροστατευτικός λόγος του Σεφέρη), είτε σε περιοδικά, όπως «Ο Ρωμανός ο Μελωδός» είτε ως πρόλογοι σε βιβλία. Πλούσιος ο τόμος, πιστοποιεί, και με τα πρωτοδημοσιευόμενα σ’ αυτόν κείμενα, το εύρος της σκέψης του ποιητή και την πολυειδία της εναυσματικής συγκίνησης, έρχεται δε να σταθεί δίπλα στα «Ανοιχτά χαρτιά», διεκδικώντας μια ανάγνωση βαθύτερη εκείνης που προοικονομούν τα στερεότυπα, μέσα στα οποία συχνά στριμώχθηκε και η ποιητική και η δοκιμιακή γραφή του Ελύτη.
     Ο κριτικός λόγος του Ελύτη προτείνεται θερμός, υψηλός, αισθησιακός και ενίοτε αισθηματικός ή και οργισμένος όπως στην «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», με έκδηλη την αφθονία των γλωσσικών χυμών, που σαν να προσπαθούν να καταλάβουν και να πλημμυρίσουν το κρινόμενο έργο, συν τοις άλλοις για να το αναζωογονήσουν ΄ και συχνά οι χυμοί αυτοί διασχίζουν το μελετώμενο έργο, αφού το νοτίσουν με την ευφράδειά τους και περνούν απέναντι για να ορθώσουν ένα κείμενο που φαίνεται ότι απλώς εκμεταλλεύθηκε την πιθανότητα της κριτικής για να υπάρξει αυτοτελές και αυτόφωτο.
     Δεν ξέρω πόσο αυθαιρετώ, νομίζω πάντως, ότι ο κριτικός κώδικας του Ελύτη παραδίδεται απερίφραστος στα «Μικρά έψιλον»:
«Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: Αυτό που κάνω είναι κελαηδητό. Αλίμονο».
     Ο στοχασμός του Ελύτη είναι επιβλητικός. Επιβάλλεται συχνά στον αναγνώστη του, τουλάχιστον σε όποιον είναι εξοικειωμένος και ανοιχτός στην ελυτική ορμή, αλλά και στο έργο που αναγιγνώσκει και πραγματεύεται ο ποιητής. Η μέθοδος του Ελύτη, όταν κρίνει, κατοικεί στη γεύση ΄όταν είναι ποιητής, βασιλεύει η όραση και προς τα μέσα και προς τα έξω. Στις σελίδες του «Εν λευκώ» άλλωστε, οι αισθήσεις απολαμβάνουν ικανό μερίδιο: «Βασιλικός δρόμος» ονομάζεται στα «Μικρά έψιλον» του τόμου, ενώ στο «Λόγο στην Ακαδημία της Στοκχόλμης» ο Ελύτης επεξηγεί:
«Για τον ποιητή-μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές-η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται και του απομένει είναι οι αισθήσεις».
     Ο ποιητής-κριτικός Ελύτης παραμένει ποιητής, δραστικά ποιητής και αντιμετωπίζει την ποίηση και των άλλων, σαν ένα θαύμα που δεν θα δύσει ποτέ. Σαν ένα αίνιγμα που όσο και αν το ψηλαφήσουμε, όσο κι αν φτάσουμε στο κατώφλι της ουσίας του, αυτό θα διαφυλάσσει την πολύτιμη, την ανανταπόδοτη ωραιότητα της ερημίας του-ίσως επειδή η ουσία του είναι ακριβώς η ύπαρξή του, στην ακεραιότητά της και όχι τα συστατικά της. Ο κριτικός λόγος δεν μπορεί να περιγράψει ή να αντιγράψει τα μυστικά του ποιήματος ή του ποιητή. Μπορεί μόνο να τα ξαναγράψει, με τον τρόπο του πεζού λόγου, του φαινομένου πεζού λόγου μάλλον, ο οποίος τείνει να γίνει ο ίδιος ποίηση, να κερδίσει τουλάχιστον την αίγλη της ποίησης.
     Αν, επικινδύνως σχηματικά, πούμε πως ο Ελύτης είναι ο μάστορας που βλέποντας ένα αρχιτεκτόνημα (ένα ποίημα) μπορεί να αρπάξει με την πρώτη ματιά το σχήμα του, να θεωρήσει ένα δομικό λάθος ως συντελεστή ωραιότητας, να εντοπίσει την πηγή (όχι την αιτία) της ομορφιάς του και να πλάσει δίπλα του ένα δικό του που δεν θα υστερεί σε λάμψη και το οποίο θα μοιάζει με το πρωτότυπο όσο μια μέρα με την επόμενη (δηλαδή απείρως πολύ και εν ταυτώ καθόλου), ο Σεφέρης θα σταθεί περισσότερο, σαν αρχιτέκτονας, στους αρμούς του έργου, θα εκλάβει το ψεγάδι σαν ψεγάδι, ακόμη κι αν πρόκειται για μια χασμωδία, θα αναζητήσει τον ακρογωνιαίο λίθο του, που μπορεί να είναι και ένας στίχος μόνο, θα το αναλύσει, γυρεύοντας όχι τόσο την ομορφιά του όσο την αποτελεσματικότητά του, την ενδότερη αλήθεια του. Θα μπορούσαμε εδώ να επικαλεσθούμε τη φράση του ίδιου του Σεφέρη «ο ποιητικός λόγος (…) δε δείχνει μόνο το λουλούδι, δείχνει το λουλούδι μαζί με τις ρίζες» βάζοντας στη θέση του ποιητικού λόγου τον κριτικό.
     Έχω την εντύπωση, πάντως, ότι ο χρόνος δεν επαλήθευσε τη σχετική πρώιμη (του 1961) διαπίστωση του Τάκη Σινόπουλου πως η μαθητεία του Σεφέρη στους θεωρητικούς και πρακτικούς της «καθαρής» ποίησης τον κατέστησε μέτοχο ετούτης της άποψης του «Πολ Βαλερί: Δέν έχω καμιά διάθεση να ψάξω για νόημα σε ένα έργο καμωμένο με λέξεις. Πιο πολύ με ενδιαφέρει η δουλειά καθ’ εαυτή του τεχνίτη.(…). Δεν υπάρχει νόημα σε ένα καλό στίχο». Ούτε η κατοπινή ποίηση του Σεφέρη θυσιάστηκε στην «καθαρότητα» ούτε ο κριτικός στοχασμός του ετελέσθη  ερήμην του νοήματος.
       Όπως και την ποίησή του, όπου η ρητορεία έχει τιθασευτεί τόσο ώστε να βρει έναν άλλο εαυτό μέσα στη σχεδιασμένη αντιρητορικότητα, ο Σεφέρης οργανώνει τον πεζό λόγο του σε χαμηλότερους, φιλολογικά οικείους τόνους, ενίοτε διδακτικούς και σαφώς περισσότερο φειδωλούς. Ακόμη κι όταν τα κείμενά του γίνονται πολεμικά, δύσκολα εκτίθενται στην υγρασία της συγκίνησης και σπάνια ανακουφίζονται από το χιούμορ ΄ η ειρωνεία τους παραμένει στην τάξη της χολής.
     Μολαταύτα, ο Σεφέρης είναι γενναιόδωρος με έναν τρόπο που δεν διαδηλώνει αυτή του τη διάθεση: ξανοίγεται στο κείμενο που διαβάζει, όσο ξένο και αν του είναι, επιζητεί να το γνωρίσει, μεθοδικά. Ο δικός του λόγος είναι υποβλητικός ΄ μπορείς να αντιδικήσεις με τις απόψεις του διότι σου το επιτρέπουν ΄ είναι σχεδόν υλικά σαφείς και προϋποθέτουν το κείμενο βάσει του οποίου δημιουργήθηκαν, ακόμη και στην περίπτωση που το διαβάζουν υπό το πρίσμα της προκατάληψης, της λήψεως του ζητουμένου μάλλον. Και νομίζω πως είναι ευκολότερο για το λόγο του Σεφέρη να μετατραπεί σε κανόνα, σε θεσμό-δεσμό, όπως σε πολλά έχει ήδη γίνει.
      Στα «Σχόλια στις «Δοκιμές» του Σεφέρη» (βλ. «Για τον Σεφέρη. Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της «Στροφής», γ΄ έκδ. «Νεφέλη» 1989), ο Κ. Θ. Δημαράς σημείωνε: «Ο Παλαμάς όταν ποιεί δεν λυτρώνεται από τον στοχαστή, ο Σεφέρης όταν στοχάζεται δεν αποβάλλει την ιδιότητα του ποιητή». Το ίδιο, όπως ήδη σημείωσα, συμβαίνει και με τον Ελύτη, ισχυροί ποιητές, και οι δύο, σκύβουν στους προγόνους τους ή στους παράλληλούς τους σα να σκύβουν στα κείμενα που υπάρχουν μέσα τους και δεν έχουν ακόμη γίνει γραπτά, δίνοντάς μας οδοδείκτες και για το δικό τους έργο, αν όχι προπαντός γι’ αυτό, και για κείνο που στάθηκε η αφορμή του στοχασμού τους. Και φθάνω να πιστεύω ότι η γραφή τους γίνεται συναρπαστικότερη και βαθύτερη κυρίως όταν είναι απότοκος παρανάγνωσης.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Τρίτη 19/1/1993, σ.10.
--
Σημειώσεις:
Μετά, αν δεν κάνω λάθος την χρονική περίοδο, την αποχώρηση του συγγραφέα Αλέξανδρου Κοτζιά που κρατούσε την σελίδα του βιβλίου στην έγκριτη πολιτική εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Ελένης Βλάχου, ανέλαβε την επιμέλεια της σελίδας ο κύριος Παντελής Μπουκάλας. Όσοι ασχολούνταν με τα γράμματα και τις τέχνες τις εκδόσεις βιβλίων, διάβαζαν τα εξαιρετικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά αφιερώματα της εφημερίδας μετά την επανέκδοσή της, που είχε διακοπεί με την εφτάχρονη δικτατορία 1967-1974. Περίμεναν την Τρίτη το πρωί να αγοράσουν την εφημερίδα από τα περίπτερα για να δουν ποια νέα βιβλία παρουσιάζονται, και σε ποιους νέους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς ή παλαιότερους έδιναν βήμα. Ανεξάρτητα την πολιτική ιδεολογία των αναγνωστών, η εφημερίδα διαβάζονταν από ένα ευρύ φάσμα ελλήνων που ασχολούνταν με τα γράμματα, τις εκδόσεις, το χώρο του βιβλίου. Οι άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης, ποιητές, μυθιστοριογράφοι, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, σχεδιαστές, καθηγητές ανωτάτων σχολών και της μέσης εκπαίδευσης, εκδότες-ιδιοκτήτες λογοτεχνικών περιοδικών, μικροί και μεγάλοι καταξιωμένοι εκδότες και φυσικά, οι πολυπληθείς κάποτε έλληνες και ελληνίδες αναγνώστες, περίμεναν θα τολμούσαμε να γράφαμε με «λαχτάρα» και «ανυπομονησία» το φύλλο της Τρίτης και το Κυριακάτικο της εφημερίδας Η Καθημερινή. Ανυπομονούσαν να διαβάσουν τις κρίσεις καταξιωμένων και έγκυρων κριτικών, τον σοβαρό λόγο τους για τις νέες εκδόσεις και κυκλοφορίες, για ζητήματα που αφορούσαν την λογοτεχνία, την ποίηση τις τέχνες. Συνήθεια παλαιά, όταν εκδίδονταν ένα βιβλίο, οι εκδότες αλλά και ο συγγραφέας, να στέλνει ένα ή δύο αντίτυπα σε εφημερίδες που διατηρούσαν σελίδες αφιερωμένες στο βιβλίο ή σε πρόσωπα, λογοτέχνες ή δημοσιογράφους, που γνώριζες ότι δημοσίευαν κείμενα και κριτικές τους. Αυτή η παράδοση, δεν αφορούσε μόνο την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ή την ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ που εξέδιδε η Ελένη Βλάχου αλλά και τις άλλες πολιτικές εφημερίδες, τα Κυριακάτικα φύλλα τους ή τις εβδομαδιαίες. Όλες σχεδόν οι εφημερίδες εκείνης της εποχής θα υποστηρίζαμε, ότι είχαν σελίδες ή στήλες που αφορούσαν το βιβλίο. Είτε δημοσίευαν κριτικά σημειώματα, είτε το δελτίο τύπου της έκδοσης, ή ζητούσαν από εξωτερικούς συνεργάτες-συγγραφείς της εφημερίδας να γράψουν για θέματα λογοτεχνίας ή των νέων εκδόσεων. Οι εφημερίδες ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΕΘΝΟΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, ΤΑ ΝΕΑ, Η ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, Η ΑΘΗΝΑΙΚΗ, Η ΕΒΔΟΜΗ, Η ΒΡΑΔΥΝΗ, Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, Η ΑΥΓΗ, Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ, Η ΕΞΟΡΜΗΣΗ, Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Η ΕΠΟΧΗ, Η ΠΡΩΤΗ, ΤΟ ΠΡΙΝ, Ο ΜΙΤΟΣ, και άλλες πολιτικές εφημερίδες ημερήσιες και εβδομαδιαίες που κυκλοφορούσαν εκείνες τις δεκαετίες, αφιέρωναν πολλές σελίδες τους στα γράμματα και τις τέχνες, στις νέες κυκλοφορίες και εκδόσεις. Πάμπολλα ήσαν τα γνωστά μας πρόσωπα που δημοσίευαν, πχ. ο Κώστας Τσαούσης στο Έθνος, ο Δημήτρης Σταμέλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης στην Ελευθεροτυπία, ο Τάσος Βουρνάς, ο Τάσος Λειβαδίτης, η Δήμητρα Παυλάκου, ο Κώστας Βούλγαρης στην Αυγή, ο Κυριάκος Ντελόπουλος, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, η Ελισάβετ Κοτζιά και ο Παντελής Μπουκάλας στην Καθημερινή. Ο Δημήτρης Γιάκος και ο Δημοσθένης Ζαδές στην Εξόρμηση. Η Ζωγράφου, η Ζαμπαθά-Παγουλάτου, η Ελληνούδη στον Κυριακάτικο Ρίζο. Η Μικέλα Χαρτουλάρη, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ο Πέτρος Τατσόπουλος, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στα Νέα, ο Νίκος Δαββέτας και ο Μισέλ Φάϊς στον Ελεύθερο Τύπο, ο Τάσος Νατσούλης στον Ελεύθερο. Συγγραφείς και καθηγητές πανεπιστημίου, όπως ο Γιώργος Π. Σαββίδης και ο Νάσος Βαγενάς στο Βήμα και το Κυριακάτικο Βήμα. Ο Γιώργος Σαββίδης στην Απογευματινή, ο Νίκος Ζακόπουλος στην παλαιά Αθηναϊκή, η Μαρύ Θεοδοσοπούλου στην Εποχή, η Μαριάννα Τζαντζή στο Πριν. Και μια πλειάδα άλλων αξιοσημείωτων συγγραφέων και ποιητών, όπως ο Γιώργος Κοροπούλης, ο Γιώργος Βέης, ο Γιάννης Κουβαράς, η Λύντια Στεφάνου, η Μαρία Λαϊνά, η Βερονίκη Δαλακούρα, και πολλές άλλες κριτικές φωνές που αναδύθηκαν μετά την μεταπολίτευση, συνεργάστηκαν με όλο το ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα των εφημερίδων και των περιοδικών της εποχής για αρκετές δεκαετίες.
        Τον κύριο Παντελή Μπουκάλα, τον γνωρίζαμε από τα δημοσιεύματά του στο περιοδικό «Ο Πολίτης» και στην εφημερίδα «Η Πρώτη» που κυκλοφόρησε μετά από άλλη μία πολιτική διάσπαση στην χώρα μας. Η γραφή του  δεν περνούσε απαρατήρητη και οι απόψεις του προκαλούσαν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. Τα κείμενά του και τα πολιτικά του σχόλια φανέρωναν ένα άτομο με παιδεία, γνώστη του αντικειμένου που καταπιανόταν, που διέθεται ποιητική ευαισθησία αλλά και αυστηρότητα. Από το 1989 η σταθερή του συνεργασία με την Καθημερινή στον χώρο του βιβλίου και της καθημερινής πολιτικής αρθρογραφίας, τον έκανε γνωστότερο στο μεγάλο κοινό που ασχολούνταν συστηματικά με την ποίηση και την λογοτεχνία. Ο κύριος Παντελής Μπουκάλας, εκτός από ποιητής ο ίδιος και μεταφραστής αρχαίων κειμένων είναι και ένας καταξιωμένος επιμελητής και διορθωτής εκδόσεων. Διαθέτει δηλαδή όλα εκείνα τα εφόδια που είναι απαραίτητα για να μπορεί ένας λογοτέχνης, να κρατά την επιμέλεια της σελίδας βιβλίου σε ένα καθημερινό έντυπο.
      Οι κριτικές του που αφορούν έλληνες αλλά και ξένους ποιητές και πεζογράφους έχουν ταυτότητα, διεισδυτικότητα και ορισμένες φορές μια όχι ακριβώς «απόλυτη» αλλά σκληρή θέση απέναντι στον κρινόμενο. Ο κριτικός του λόγος, δεν είναι όμως άδικος απέναντι στον κρινόμενο συγγραφέα, ο κύριος Μπουκάλας, γνωρίζει σφαιρικά το έργο του συγγραφέα που κρίνει και όχι μόνο το κρινόμενο έργο. Έχει δηλαδή μια επαρκή εποπτεία της παρουσίας του, πράγμα που τον καθιστά έμπειρο. Ένα βλέμμα εξοικειωμένο σε θέματα και ζητήματα που αφορούν την ποίηση και την λογοτεχνία. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στην γλώσσα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός και στον τρόπο χειρισμού της, χωρίς να παραβλέπει και τους θεματικούς του κύκλους. Αν δεν κάνω λάθος, ο κύριος Μπουκάλας, δεν αρθρώνει μέσα στις κριτικές του μια θεωρία της λογοτεχνίας, όπως μάλλον έπραξαν ο Δημοσθένης Κούρτοβικ ή η Μαρύ Θεοδοσοπούλου, δεν εμπλουτίζει την κριτική του με στοιχεία «αισθητικών αναφορών» ή κοινωνιολογικών αποχρώσεων όπως ο Ευγένιος Αρανίτσης, οι κριτικές του δεν έχουν πολιτικό ή ιδεολογικό χρωματισμό και ατμόσφαιρα όπως έχουν των κριτικών των αριστερών εντύπων. Δεν έχουν αυτό το γενικό περίγραμμα αναφορών που έχουν οι κριτικές του Κώστα Τσαούση, ούτε οι εμπλουτισμένες με αγωνιστικές περγαμηνές των συγγραφέων που έχει ο κριτικός λόγος του Δημήτρη Γιάκου. Αλλά και ούτε την κάπως ακαδημαϊκή ματιά του Αλέξανδρου Κοτζιά ή του Σπύρου Τσακνιά. Κριτικών που προέρχονται από μια αγγλοσαξονική μάλλον σχολή σκέψης και κριτικής, ή άλλων, που ακολουθούν την γαλλική παράδοση. Η γραφή του κυρίου Μπουκάλα είναι πιο ελληνοκεντρική θα σημειώναμε, χωρίς να είναι περίκλειστη μέσα σε ένα βαλκάνιο ή στενά ελληνικό πλαίσιο αναφορών. Η γλώσσα του συγγραφέα είναι το κύριο μέλημα του κριτικού Μπουκάλα. Και αυτό φαίνεται και στις πρωτογενείς δημιουργίες του. Ο λόγος του είναι προσιτός και κατανοητός, προϋποθέτει ασφαλώς επαρκή γνώση από τον αναγνώστη των έργων του κρινόμενου. Ο κύριος Μπουκάλας, επίσης, δεν αρθρώνει μια θεωρία της ποίησης ή της λογοτεχνίας όπως πράττει ο μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός Κώστας Βούλγαρης, αλλά και ο πανεπιστημιακός Νάσος Βαγενάς, από το δικό του μετερίζι ο καθένας και την οπτική με την οποία πλησιάζει τον ποιητικό κυρίως, αλλά και τον μυθιστορηματικό λόγο. Εδώ αξίζει να τονίσουμε ότι οι κριτικές των νεότερων πανεπιστημιακών δασκάλων ή εκπαιδευτικών, δεν έχουν καμία σχεδόν σχέση με αυτές των παλαιοτέρων. Οι κριτικές παραδείγματος χάριν του κυρού  καθηγητή Γιώργου Π. Σαββίδη, μας δίνουν ένα χρήσιμο κατατοπιστικό και απαραίτητο πληροφοριακό περίγραμμα της πορείας του έργου ή της έκδοσης, αν όμως συγκρίνουμε τις κριτικές αυτές με τις αντίστοιχες άλλων σύγχρονων πανεπιστημιακών όπως του Μάριου Βίττι, του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, του Παναγιώτη Μαστροδημήτρη, του Βρασίδα Καραλή, του Νάσου Βαγενά, του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, του Μιχάλη Μερακλή, θα διαπιστώσουμε μια άλλη εντελώς διαφορετική ματιά και φιλοσοφία, μια άλλη αντίληψη για το τι είναι κριτικός λόγος και πως παρουσιάζεται ένα βιβλίο. Ο σύγχρονος κριτικός λόγος, δεν μειώνει ασφαλώς τον λόγο των προηγούμενων κριτικών πανεπιστημιακών και επιμελητών, έχει όμως αν δεν κάνω λάθος ένα διαφορετικό στίγμα και θεωρία περί τέχνης. Είναι πιο πλούσιος, πιο ανοιχτός στα νέα ρεύματα της εποχής του σε σχέση με τον κριτικό λόγο προηγούμενων γενεών. Είναι εμπλουτισμένος με στοιχεία από άλλες τέχνες ή και θέσεις ξένων ομοτέχνων τους. Όπως και νάχει, οι νέες κριτικές φωνές της χώρας μας, είτε μαθήτευσαν στην σχολή του Κωστή Παλαμά, είτε στου Γιάννη Αποστολάκη, είτε στου Γιάννη Χατζίνη, του Κλέων Παράσχου, του Τέλλου Άγρα ή του Πέτρου Σπανδωνίδη, αλλά και των κριτικών προσεγγίσεων του Γιώργου Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη, αποστασιοποιήθηκαν αρκετά από  τις προηγούμενες των γενεών φωνές. Δύσκολα θα συναντήσει κανείς στις μέρες μας κριτικό να βλέπει τα πράγματα όπως τα έβλεπε ο Βάσος Βαρίκας, να διαθέτει μάλλον μια μικρή «εμπάθεια» ή μια τάση διδακτισμού όπως ο Κώστας Σταματίου. Ασφαλώς μεροληψίες και εκδουλεύσεις υπήρξαν και θα υπάρξουν και στο μέλλον, όμως, οι Νέοι Καιροί, μας κόμισαν και τις Νέες φωνές της Κριτικής σκέψης στην χώρα μας.
Μέσα σε αυτές τις σύγχρονες αξιακές προσεγγίσεις της λογοτεχνίας και της ποίησης εντάσσεται και ο λόγος του κυρίου Παντελή Μπουκάλα, που μεταφέρω εδώ, μετά από αυτόν του ποιητή Στρατή Πασχάλη και του Ευγένιου Αρανίτση για το «Εν Λευκώ» του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.
      Από τις εκδόσεις Άγρα το 1996, ο κριτικός Παντελής Μπουκάλας, κυκλοφόρησε έναν τόμο με τα κριτικά του δημοσιεύματα. Το βιβλίο έχει τίτλο ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. Ο καλαίσθητος τόμος έχει 480 σελίδες και όταν κυκλοφόρησε κόστιζε 4990 παλαιές δραχμές. Ο τόμος αρχινά με έναν ωραίο μότο(;)
Ραφή
η γραφή
Πώς γίνεται λοιπόν
Και μένεις πάντα ξηλωμένος
Το βιβλίο διαμερισματοποιεί τον κριτικό λόγο του Παντελή Μπουκάλα στα κεφάλαια ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΠΕΖΑ, ΤΑ ΓΛΩΣΣΙΚΑ, ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ. Στις κριτικές που αναφέρονται στους ποιητές, ο ποιητής, μεταφραστής και κριτικός, συμπεριλαμβάνει και τις κριτικές που δημοσίευσε για τους δύο νομπελίστες μας ποιητές. «Ο Ελύτης και ο Σεφέρης ως κριτικοί», καθώς και τις κριτικές του για «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» και «τα ελεγεία της Οξώπετρας», καθώς και ένα κείμενο που δημοσίευσε για τον Οδυσσέα Ελύτη, «Η ευμορφία στην ποίηση του Ελύτη», πρώτη δημοσίευση εφημερίδα Η Καθημερινή 25/9/1994, που έχει άμεση σχέση με το «Εν Λευκώ».
Τα κριτικά αυτά κείμενα καθώς και άλλες σποραδικές αναφορές του στον νομπελίστα ποιητή σχηματίζουν τον καμβά της οπτικής του Παντελή Μπουκάλα για τον Οδυσσέα Ελύτη.
      Συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι στις αναφορές που κάνει ο κριτικός στον ποιητή Τάκη Σινόπουλο και στον ιστορικό της λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαρά και έμμεσα στον γάλλο ποιητή Πωλ Βαλερύ και την Καθαρή ποίηση καταθέτω τα εξής, για την καλύτερη κατανόηση τόσο του κριτικού λόγου όσο και του δοκιμιακού λόγου του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιώργου Σεφέρη.
Το 1984 από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφόρησε το βιβλίο του ποιητή Τάκη Σινόπουλου, ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ. Με έναν μεστό πρόλογο του ποιητή και κριτικού Νάσου Βαγενά. Ο τόμος περιλαμβάνει τα εξής δοκίμια που δημοσίευσε ο ποιητής;
Σκέψεις για το έργο του Σεφέρη
Στροφή 1931-1961
Ο Σεφέρης κι η γλώσσα
Το «κλειστό» και το «ανοιχτό» ποίημα στον Γιώργο Σεφέρη.
Πρώτες δημοσιεύσεις
Πίνακας ονομάτων
Αναφορές ποιημάτων Σεφέρη
     Ένα βιβλίο, νομίζω ακόμα και σήμερα χρήσιμο όχι μόνο για να γνωρίσουμε την κριτική σκέψη του πλέον Σεφερογενή ποιητή της γενιάς του, τον Τάκη Σινόπουλο, αλλά και γιατί μας δείχνει επίκαιρα ακόμη, τρόπους πλησιάσματος της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη. Οι παρατηρήσεις του Σινόπουλου για τον ποιητή είναι εύστοχες και διεισδυτικές.
Η αναφορά στον Κ. Θ. Δημαρά, προέρχεται από το κείμενο του Δημαρά: «Σχόλια στις Δοκιμές του Σεφέρη» σ.56-, και περιέχεται στον τόμο ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ ΤΙΜΗΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΟΦΗΣ, Ανατύπωση-ΕΡΜΗΣ 1981. Δραχμές 600. 
Ο τόμος είναι πλούσιος τόσο σε συνεργάτες όσο και σε κείμενα. Απαραίτητος για αυτούς που αγαπούν και ασχολούνται με τον ποιητικό και δοκιμιακό λόγο του νομπελίστα μας ποιητή.
Τέλος, σχετικά με το δοκίμιο του Πώλ Βαλερύ και την Καθαρή ποίηση, βλέπε Paul Valery, Ποίηση και αφηρημένη σκέψη, η καθαρή ποίηση. Μετάφραση Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδόσεις Πλέθρον 1980, στην σειρά Θεωρία Λογοτεχνίας και Κριτικής. Την επιμέλεια της σειράς είχε ο κριτικός Αλέξης Ζήρας. Δραχμές 130
      Με τα γνωστά αυτά σε πολλούς στοιχεία και πληροφορίες, προσπάθησα να δώσω ένα γενικό πλαίσιο απαραίτητων αναφορών σε όσους σημερινούς αναγνώστες θελήσουν να προσεγγίσουν τον δοκιμιακό λόγο του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη.
Σε επόμενο σημείωμα θα μεταφέρω και τις 3 κριτικές της εφημερίδας του Βήματος
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 28 Δεκεμβρίου 2018
Κορμί, μαύρο μες στο λιοπύρι σαν το σταφύλι
κορμί πλούσιο καράβι μου, που ταξιδεύεις;
       Γιώργος Σεφέρης           
    



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου