Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΒΑΚΧΕΣ-ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

«ΒΑΚΧΑΙ»
Από τον Πήτερ Χωλ, στην  Επίδαυρο

     Τι είναι άραγε οι Βάκχες;
Αυτό το υβριστικά αινιγματικό έργο. Ο προάγγελος του χριστιανικού δράματος «Ο Χριστός πάσχων».
Ο θεολογικός προπομπός της Χριστιανικής Πασχάλιας θεολογικής τελετουργίας.
Η νομοτελειακή μυστηριακή αυτή εικονογράφηση της μυστικιστικής ανάβασης του ανθρώπου προς το Θείο, και της Θεϊκής Καταβασίας.
     Οι Βάκχες, είναι το τελευταίο δραματικό έργο του αγνωστικιστή θεοφόρου Ευριπίδη, μιά και μάλλον, ο μεγάλος αυτός τραγικός θεμελιώνει με τον αποφατικό του λόγο ένα νέο θεολογικό σύστημα αξιών και κοινωνικής αναφοράς. Περισσότερο ευέλικτο, πιο διαθέσιμο στην άγνωστη μοίρα που οριοθετεί την ανθρώπινη πορεία, παρά πιο εφικτό στις αγκυλώσεις και τους ιλίγγους της δογματικής πίστης.
    Αυτοεξόριστος στην Μακεδονική γη του Αρχέλαου(406 π.χ.), γράφει το έργο αυτό, γέρος, κουρασμένος, ταλαιπωρημένος και διωγμένος από τους συμπολίτες του, σαν άλλος Ιωάννης στην Πάτμο, την δική του Διονυσιακή Αποκάλυψη.
Η τραγωδία αυτή, η μόνη από αυτές που μας έχουν σωθεί, βιογραφεί τα σχετικά με τον Θεό Διόνυσο. Τον αιώνιο αυτόν Θεό, τον πάντα μελλιζόμενο και μηδέποτε δαπανώμενο.
Είναι το έργο με το οποίο κλείνει η επεξεργασία του Θηβαϊκού κύκλου. Το έργο αυτό του Ευριπίδη από μόνο του, είναι μια Προφητική Αποκάλυψη. Αν φυσικά, την διερευνήσουμε μέσα στο θεολογικό της πλαίσιο, σαν μυθολογικό αρχέτυπο μιας κοινωνικής συνείδησης του αρχαίου κόσμου, και την συγκρίνουμε με τα τελετουργικά δρώμενα της εποχής της και των διαφόρων πολιτισμικών δοξασιών και μυστηριακής παραμυθίας. Και σίγουρα, και ως προσέγγιση της μεταγενέστερης χριστιανικής θεολογίας και τελετουργικής παραμυθίας.
      Το έργο γράφτηκε σε μια εποχή που ιστορικά σημαδεύτηκε από το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου (404 π.χ.), το τέλος της Αθηναϊκής ηγεμονίας και υπεροχής και την στροφή της Αθηναϊκής κοινωνίας. Και μάλλον, βρίσκεται στο ίδιο ιδεολογικό επίπεδο με τον θάνατο της Σοφόκλειας Αντιγόνης.
Το Αθηναϊκό κοινό κουρασμένο και ηττημένο, αρέσκεται πλέον στην Αριστοφανική διακωμώδηση του ίδιου του Ευριπίδη και του έργου του ή στην χειρότερη περίπτωση στην απόρριψή του.
     Τι είναι οι Βάκχες; Τι συμβολίζουν στην οικουμενική θεολογική προσέγγιση του κόσμου ή και μέσα στην παγκόσμια δραματουργία;
Είναι η Ευριπίδεια προσέγγιση του Θείου ή η άρνησή του μέσα από την στηλίτευσή του;
Είναι η υπόδειξη της ιερής καταληψίας και του μυστηριακού ερέβους και η αναίρεσή του μέσα από τα θεατρικά δρώμενα;
Είναι η επίγνωση της Θείας εκδίκησης, σαν απάντηση στην έπαρση της ορθοφροσύνης, ή ένα θεατρικό ξεγύμνωμα της τέχνης;
Είναι μια μεθυστική περιπέτεια του θεολογικού Λόγου ύπαρξης της νέας θρησκείας από την Ανατολή που απειλητικά ανατέλλει, ή μια ιερουργική αυθάδεια του Παραλόγου που εκπορεύεται από τον άδηλο κόσμο των ενστίκτων;
Είναι το συναξάρι του Λύσιου Διονύσου, ή η τραγική αμφιλογία του Λόγου του Ανθρωπορραίστη  Βάκχου;
Είναι το μαρτυρολόγιο ενός Θεού και των πιστών του, ή το ωμοφάγο ένστικτο της ανθρώπινης φύσης;
Το έργο, λειτουργεί ως απελευθερωτική ώθηση των κρύφιων ενστίκτων μας ή σαν θεοφόρα αποδοχή της Μοίρας και του ρυθμού του πεπρωμένου;
Είναι η ερωτική πλήρωση της μανικής θεουργίας, ή το άγος της σεξουαλικής Θεοφαγίας;
Αναπάντητα ή μάλλον διαχρονικά ερωτήματα, μια και όσες οι αναγνώσεις του σκοτεινού αυτού έργου ή οι σκηνοθετικές του προσεγγίσεις, τόσες και οι απαντήσεις.
Κάθε πιστός και μία πίστη. Κάθε πιστός και ο Θεός του.
     Βάκχες, μια τραγωδία με προσδιορίσημα τα θρησκευτικά της αρχέτυπα, και ευανάγνωστα τα δίπολα ζεύγη των ηρώων ή καταστάσεών της.
     Διόνυσος-Πενθέας, Θεός-Άνθρωπος, Ξένος-Βασιλιάς, Ομάδα-Άτομο, Λογικό-Παράλογο, Θεοκρατικό σκοτάδι-Υπερφίαλος Ορθολογισμός, Αλαζονική πίστη-Αλαζονική απιστία.
    Είναι το μοναδικό έργο της αρχαιότητας που πάνω στην σκηνή πραγματοποιείται ένα θαύμα.
Όπως μάλλον και ο νεκρός Πενθέας είναι το μόνο άταφο σώμα της αρχαιότητας πάνω στην σκηνή.
Η καθαρτική του ωμοφαγία, όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι Σαμάνοι, και ο τελετουργικός σπαραγμός του, είναι προϋπόθεση του «θιασεύεται ψυχάν».
Στο έργο αναγνωρίζουμε σε ένα τραγικό σύμπλεγμα ποιητικής υφής την: ωμοφαγία, τον τελετουργικό φόνο, την ιερογαμία, την ανθρώπινη αυθάδεια, την Θεϊκή εκδικητική μανία, την Θεϊκή δισεξουαλικότητα, την ιερή καταληψία, την μυστική καταβασία κ.λ.π., σε ένα συνδυασμό του ονειρικού στοιχείου με έναν αφόρητο και πνιχτικό ρεαλισμό.
Βλέπουμε τον παραλογισμό της θρησκευτικής μέθεξης με την ορθολογική αναγκαιότητα ερμηνείας της ιστορίας.
Ο Διόνυσος και ο Άδης είναι ένα πράγμα, σημειώνει ο Ευριπίδης. Όπως η Ζωή και ο Θάνατος, Θανάτω Θάνατον πατήσας. Μια χαρμολυπική ανθρώπινη διαδρομή, μπροστά στην ωμότητα και αγριότητα της Συμπαντικής Μοίρας.
Γνωρίζουμε από τις πηγές, ότι ο Αισχύλος, είχε γράψει μια τριλογία την «Λυκούργεια» με θέμα από τον Διονυσιακό θεολογικό κύκλο-μύθο.
Στην τραγωδία αυτή διακρίνουμε ένα έξυπνο τέχνασμα του συγγραφέα, το Θέατρο μέσα στο Θέατρο. Κάτι, που δανείστηκε αιώνες αργότερα ο μεγάλος Ελισαβετιανός Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, και άλλοι πολλοί θεατρικοί δραματουργοί. Ας θυμηθούμε ακόμα και τον σύγχρονό μας Σουηδό κινηματογραφικό σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
     Ο Διόνυσος ο Θεός του Θεάτρου, ο μέγας μύστης της θεατρικής τέχνης, γίνεται σκηνοθέτης και ηθοποιός. Σκηνοθετεί τον Πενθέα. Ο Πενθέας κάτω από την δική του καθοδήγηση την εκμαυλιστική και παραπλανητική για την Αγαύη, μετατρέπεται σε ηθοποιό θεατρικού δράματος.
Δομή της τραγωδίας είναι ο ανταγωνισμός των ηρώων, αλλά και η αντιπόλωση σε όλα τα επίπεδα, η κατάργηση της μανιχαϊστικής αντίληψης ως ιδεολογία, ο θεοφοβισμός πλάι στον παυσίλυπο πόνο.
     Βάκχες, η ειρωνεία της ανθρώπινης βεβαιότητας και το ατελέσφορο της ιδεολογικής σωφροσύνης.
     Είναι τρίτη φορά που παρακολουθώ την θεατρική δουλειά του σπουδαίου αυτού σκηνοθέτη, του Πήτερ Χωλ.
Αυτού του κατασταλαγμένου θεατράνθρωπου, του αυθεντικού εκφραστή της παράδοσης της θεατρικής τέχνης, του ατόμου που σέβεται την σύνολη δουλειά της θεατρικής προσπάθειας.
Ο Πήτερ Χωλ έχει άποψη για το θέατρο και την καταθέτει.
Όπως στα καθ' ημάς είχαν οι δικοί μας της λεγομένης παλαιάς σχολής, του κλασικού ύφους του ανεβάσματος της τραγωδίας. Όπως παραδείγματος χάρη, ήταν ο Πειραιώτης σκηνοθέτης Δημήτρης Ροντήρης, ο δάσκαλος που μας έμαθε την αισθητική του ανεβάσματος και της προσέγγισης της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας Κάρολος Κουν, ο Αλέξης Μινωτής, ο Μίνως Βολονάκης, ο Σωκράτης Καραντινός κ.λ.π. Και από τους νεότερους ο Σπύρος Ευαγγελάτος και ορισμένοι άλλοι.
     Ο Πήτερ Χωλ, βρίσκεται μακριά από τις πολύ μοντέρνες και κάπως εξεζητημένες σκηνοθετικές γραμμές, όπως αυτή του Ματίας Λάνγκχοφ, το 1997, ή ακόμα και του δικού μας του Θεάτρου Άτι του σκηνοθέτη και σοβαρού θεατράνθρωπου Θεόδωρου Τερζόπουλου παλαιότερα.
Οι Βάκχες του Πήτερ Χωλ πέτυχαν τον στόχο τους.
Είχαν άποψη, είχαν σαφήνεια μηνυμάτων, λιτότητα εκφραστικών σκηνοθετικών μέσων, λαγαρή και ήπια θεατρικότητα, χωρίς σκηνικές παγίδες ή σκηνοθετικά παιχνιδίσματα για να παραπλανήσουν το κοινό. Μας έδωσαν με καθαρό τρόπο τους ρυθμούς του δράματος, τους νοηματικούς του χρωματισμούς και τις απαραίτητες σκιές του, φάνηκε το αρχαίο παγανιστικό ύφος πόσο δένει με τα σημερινά καθέκαστα, δεν έκρυψε την Ευριπίδεια ειρωνεία, την ολοκληρωμένη τέλος άποψη του δράματος του αρχαίου τραγικού. Επίσης, μας πρόσφερε έναν Ευριπίδειο θεατρικό λόγο οικείο, καθαρό, ζωντανό στις μέρες μας.
Δεν υπήρχαν σκηνικά, ούτε άλλα υποστηρικτικά μέσα της σκηνοθεσίας. Το Θέατρο της Επιδαύρου και ο γύρω χώρος του ήταν ο μόνος διάκοσμος.
Οι φωτισμοί ζεστοί, οι μεγαλειώδεις λυρικοί φωτισμοί, ήταν αυτοί που υποβάσταζαν την παράσταση Ο Χωλ, έπαιζε και δημιουργούσε με τις εναλλαγές των φωτισμών, ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία. Είχα χρόνια να δω ηθοποιούς με μάσκες.
Το Προσωπείο που έκρυβε το πρόσωπο, άφηνε το σώμα να εκφράζει την δική του άποψη, και την φωνή των ηθοποιών να αποδώσουν όλο το συναισθηματικό φορτίο του προσώπου.
Τρεις ηθοποιοί ερμήνευσαν τους ρόλους.
Ο Πήτερ Χωλ, έμεινε στην παράδοση του αρχαίου σκηνικού ανεβάσματος.
Ο Γκρέγκ Χικς, ερμήνευσε εκπληκτικά τον Θεό Διόνυσο, τον μάντη Τειρεσία, τον Υπηρέτη. Ο Νταίηβιντ Ρύαλ, με προσοχή και δωρικό ύφος τον Κάδμο, τον Στρατιώτη, τον Βοσκό. Και ο Ουίλλιαμ Χιούστον, με συνταρακτικό τρόπο και σπαρακτικό ύφος τον Πενθέα, και με εκφραστική λιτότητα και έναν συγκρατημένο λυρισμό την Αγαύη.
Η άρθρωση στην σύγχρονη Αγγλική γλώσσα ήταν εκπληκτική, πέρα από τα ακαταλαβίστικα Αγγλικά σλανγκ, των σύγχρονων νέων, σε μια σύγχρονη ρυθμική και κάπως χορευτική γλώσσα στην ενδιαφέρουσα μετάφραση του Κόλιν Τήβαν.
Οι Μάσκες, ήταν αυτές που ταίριαζαν στην συγκεκριμένη θεατρική περίσταση, το ίδιο και τα λιτά κουστούμια, υπηρετούσαν την άποψη περί τραγωδίας του σκηνοθέτη.
Η μουσική επίσης ήταν εντυπωσιακή, συνοδευτική και διακριτική ορισμένες φορές του καθαρού θεατρικού λόγου.
Ο χορός συγκρατημένος, κάπως σφικτός και με το Αγγλικό στυλ του εξέφρασε κάπως στεγνά τα υψηλά νοήματα του θεατρικού λόγου, χωρίς μεγαλόστομους λυδικούς ρυθμούς και τρυφηλούς χρωματισμούς.
Τυχεροί όσοι παρακολούθησαν την παράσταση.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» Δευτέρα 22/7/2002, σελίδα 6.
Πειραιάς, Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013.

Τέλος και τον Θεό Διόνυσο δόξα.                   
         

        

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου