Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

Η  ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

(Διήγημα)

     Ο Κώστας, περίμενε με μεγάλη αγωνία τον ερχομό των εορτών του Πάσχα. Στο γυμνάσιο που φοιτούσε, το συμβούλιο των καθηγητών είχε αποφασίσει να πάνε με όσα παιδιά θέλανε, μια πενθήμερη εκδρομή, θα πήγαιναν σε ένα μικρό μοναστήρι κάπου έξω από την πόλη, το οποίο βρίσκονταν σε μια πανοραμική τοποθεσία και όπως πίστευαν οι καθηγητές, θα τα βοηθούσε να νιώσουν καλύτερα και να βιώσουν ουσιαστικότερα το πνεύμα και την ατμόσφαιρα των ημερών αυτών.
    Ο Κώστας, είχε παρακαλέσει τους γονείς του να τον αφήσουν να συμμετάσχει στην εκδρομή αυτή μαζί με τους άλλους συμμαθητές του, τα έξοδα δεν ήσαν πολλά. Εκείνοι, φοβόντουσαν. Μια πενθήμερη εκδρομή και μάλιστα τις ημέρες αυτές του Πάσχα που οι δρόμοι είχαν τόση μεγάλη κίνηση και φασαρία, ήταν μια καινούργια εμπειρία και για αυτούς και το παιδί τους, και έτσι είχαν αρκετούς ενδοιασμούς. Το μικρό, όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούνε, δεν είχε ξαναλείψει από το σπίτι τόσες πολλές ημέρες. Και έπειτα, τι θα έτρωγε, τι παρέες θα έκανε, ποιους θα συναντούσε, και αν συνέβαινε κανένα αυτοκινητικό ατύχημα στην διαδρομή;
Είχε ακούσει πρόσφατα για ένα ατύχημα στην Βόρειο Ελλάδα, με ένα πούλμαν μαθητών που σκοτώθηκαν από μια νταλίκα που κουβαλούσε μεγάλα φύλλα τζαμιών και έπεσε πάνω στο πούλμαν με τα σχολιαρόπαιδα και είχε τρομάξει πάρα πολύ. Έπειτα πάλι, φοβόταν η μητέρα του μην το ξελογιάσουν τίποτα μοναχοί και θελήσει να παραμείνει στο Μοναστήρι, είχε ακούσει τόσες και τόσες περιπτώσεις που δεν ήθελε ο κανακάρης της να βρεθεί με ράσο πριν ακόμα γνωρίσει καλά-καλά την ζωή.
Αυτά και άλλα περνούσαν από το μυαλό των γονιών του Κώστα και τους έκαναν διστακτικούς να αποφασίσουν να δώσουν την άδειά τους και την υπογραφή τους για αυτήν την πενθήμερη εκδρομή.
      Ο πατέρας του Κώστα, εργαζόταν-εδώ και πολλά χρόνια-σε μια δημόσια υπηρεσία. Ήταν ένας έντιμος και τυπικός οικογενειάρχης. Αγαπούσε την γυναίκα του(είχαν παντρευτεί από έρωτα) και το παιδί του. Στην εργασία του ήταν πολύ τυπικός δεν έδινε δικαίωμα για σχόλια. Φίλους είχε ελάχιστους από τα παλιά του φοιτητικά χρόνια. Την θέση του στο δημόσιο την πήρε χωρίς ρουσφέτι, την κέρδισε με την αξία του κατόπιν δημοσίων εξετάσεων. Ο μισθός του δεν ήταν πολύ μεγάλος, αλλά τα κατάφερναν, ήσαν μετρημένοι και αυτός και η γυναίκα του. Μόνη του διασκέδαση όπως του άρεσε να λέει, ήταν το κλοτσοσκούφι, κάθε Κυριακή που τον έχανες που τον έβρισκες στο γήπεδο, φανατικός μέχρι αηδίας για την ομάδα του, που συνήθως έχανε από τους αντιπάλους, όμως εκείνος εκεί, να την υποστηρίζει μέχρι τέλους.
Ζούσε μια ήρεμη και ισορροπημένη ζωή, δεν είχε πολιτικές ανησυχίες, δεν ανακατεύονταν στα πολιτικά όπως έλεγε, ψήφιζε κάθε φορά ανάλογα με την περίσταση. Ούτε πάλι, είχε μεταφυσικές ή θρησκευτικές αναζητήσεις, είχε συνήθως όπως και οι περισσότεροι γύρω του μια μπερδεμένη και ομιχλώδη άποψη για το τι είναι Ορθοδοξία ή τι είναι Εκκλησία. Σε μοναστήρι είχε να πατήσει το πόδι του από τότε που ήταν μαθητής. Στην εκκλησία πήγαινε κάθε μεγάλη εορτή, συνήθως το Πάσχα, που του άρεσε και η ατμόσφαιρα και θαύμαζε και τις μικρές κοπελιές που στόλιζαν τον επιτάφιο. Η γνώμη του συνήθως δεν ήταν θετική για τους ιερείς, δεν τους είχε εμπιστοσύνη, είχε ακούσει τόσα και τόσα για αυτούς, και θυμόταν μια φράση που του έλεγε η συγχωρεμένη η μάνα του: «Παιδί μου του έλεγε, αν δεις παππά πρόσεχε την τσέπη σου και τον πισινό σου» Και εκείνος για να την πειράξει, της απαντούσε: «Καλά βρε μάνα το πορτοφόλι μου να το προσέξω, αλλά τον πισινό μου γιατί:». Δεν τον ενδιέφεραν ούτε τα διάφορα πολιτικά τους τερτίπια που κατά καιρούς εκδήλωναν, ούτε οι δήθεν ηθικές τους ιερεμιάδες. Πίστευε ότι αν υπάρχει ένας Θεός, δεν χρειάζεται πρεσβευτές για να επικοινωνήσεις μαζί του.
     Η μητέρα πάλι του Κώστα, ήταν μια απλή καθημερινή γυναίκα, δεν εργάζονταν και έτσι, καθώς ήταν και λίγο «λουσού» έβρισκε το χρόνο και επισκέπτονταν μαζί με τις φιλενάδες της τις διάφορες βιτρίνες της πόλης για να κάνουν τα ψώνια τους. Πρόσεχε την εμφάνισή της, περιποιούταν τον εαυτό της, αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί να παραβιάσει τα επιτρεπτά όρια που της επέβαλε ο ρόλος της σαν σύζυγος και σαν μητέρα, φύλαγε ως κόρη οφθαλμού που λένε την οικογενειακή ηθική του σπιτιού της. Όσο για πίστη; πίστευε μάλλον από συνήθεια και παράδοση όπως και όλοι γύρω της, όπως είχανε μάθει από το άμεσο οικογενειακό τους περιβάλλον. Αν, και η ίδια, ποτέ της δεν είχε ξεκαθαρίσει μέσα της, ποιους λάτρευε και πίστευε στην πραγματικότητα, ή ποιους τιμούσε όταν άναβε το κεράκι της όσες φορές πήγαινε στην εκκλησία. Τιμούσε και λάτρευε τους αγίους και οσίους της εκκλησίας από συνήθεια και παράδοση, επειδή το έκαναν όλοι οι άλλοι γύρω της και δεν ήθελε να νιώθει ξεκομμένη ή λάτρευε και τιμούσε από ψυχική ανάγκη τους κεκοιμημένους προγόνους της. Την μάνα της την είχε χάσει σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τις είχε κοστίσει πολύ. Τον πατέρα της πάλι που την υπεραγαπούσε και πάντοτε τις στέκονταν τον έχασε πρόσφατα από την κακιά αρρώστια. Τις στοίχησε πολύ, ακόμα δεν έχει συνέλθει. Έτσι, η ιδέα να πάει ο μοναχογιός της εκδρομή και μάλιστα πενθήμερη όχι μόνο την ξάφνιασε αλλά και την τρόμαζε. Τον ήθελε κοντά της, του είχε μεγάλη αδυναμία, τον ήθελε δίπλα της αυτές τις άγιες μέρες του Πάσχα, να την βοηθήσει στις διάφορες δουλειές του σπιτιού, να πάνε μαζί να του αγοράσει ρούχα, παπούτσια και ότι άλλο ήθελε το τζιέρι της. Τον ήθελε εδώ, παρά κλεισμένο σε ένα ξένο χώρο μακριά τους. Δεν την ενδιέφερε αν βρίσκονταν στο σπίτι όλες τις μέρες ή αλλού, απλά τον ήθελε κοντά της. Εξάλλου παλαιότερα, είχαν επισκεφτεί αρκετά μοναστήρια της περιοχής, και ο γιος της είχε μικρή έστω εμπειρία για το πώς ζούσαν μέσα σε αυτά.
     Ο Κώστας, τέλειωνε φέτος το Γυμνάσιο. Τολμηρός από την φύση του, τρυφερός και ευαίσθητος, ευγενικός και ρομαντικός, διακατέχονταν από αυτήν την θυελλώδη μελαγχολία και απαισιοδοξία που διακρίνει σχεδόν όλα τα παιδιά της ηλικίας του, που ακόμα δεν έχουν βγει στην κοινωνία δεν ξέρουν τους κινδύνους της, και το κυριότερο δεν έχουν ακόμα σταθεροποιήσει την ερωτική τους ταυτότητα. Καλοφτιαγμένος, είχε ένα καλά γυμνασμένο κορμί, φρόντιζε άλλωστε ο ίδιος να πηγαίνει κάθε εβδομάδα στο γυμναστήριο και να γυμνάζεται, ζούσε μια ζωή χωρίς μεγάλες αναταράξεις, με δύο γονείς που τον υπεραγαπούσαν, μια ζωή λιγάκι ανέμελη, χωρίς σκοτούρες ή άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις, ήταν γεμάτος επαναστατικές ιδέες και «ενάντιες» ρήξεις για το κατεστημένο των μεγάλων και των γονιών του φυσικά, όπως συνήθιζε να λέει. Τώρα, αν τον ρωτούσε κανείς τι ήταν αυτό το κατεστημένο, δεν θα ήξερε επακριβώς τι να απαντήσει. Σημασία όμως είχε ότι και αυτός όπως και οι φίλοι της ηλικίας του ήσαν ενάντιοι σε αυτό. Ήταν κεφάτος, πρόσχαρος, έσφυζε από ζωντάνια και με μεγάλη ευχαρίστηση γινόταν δεκτός από τους άλλους συμμαθητές του. Ήταν συνήθως το επίκεντρο της παρέας, το λατρεμένο αγόρι των κοριτσιών, αλλά και όχι μόνο, έτσι που ήταν τόσο τρυφερός και γλυκομίλητος. Γνώριζε να λέει με ωραίο τρόπο και πολύ παραστατικά διάφορα αστεία κόσμια συνήθως, αλλά και τα άλλα τα πονηρά που λένε οι νέοι μεταξύ τους. Οφείλουμε να τονίσουμε ότι είχε μεγάλη αδυναμία στην μουσική, δεν ήταν μόνο φανατισμένος μουσικόφιλος αλλά έπαιζε και πολύ ωραία κιθάρα. Παρακολουθούσε μαθήματα και ήτα πολύ καλός μαθητής όπως έλεγαν. Μάλιστα, όταν τον κερνούσαν οι φίλοι του κανένα δύο σφηνάκια με τσέρι που του άρεσε πολύ, γινόταν γλέντι τρικούβερτο με την κιθάρα του, όλη η παλιοπαρέα γίνονταν ντέφι και διασκέδαζαν μέχρι πρωίας.
     Η εκδρομή, ήταν γιαυτόν περισσότερο μια αφορμή για να ξεφύγει από το υπερπροστατευτικό περιβάλλον των γονιών του, να ανδραγαθήσει και να ξεδώσει με τους φίλους του, να τσιλημπουρδίσει με τις κοπελιές του σχολείου του και συμμαθήτριές του, παρά να κλειστεί τέτοιες όμορφες μέρες σε μοναστήρι. Άσε που είχε μπει για τα καλά η Άνοιξη, και όσο να είναι έφηβος είναι και αυτός έχει ερωτικές επιθυμίες. Το κλείσιμο μέσα σε ένα κελί μοναστηριού με ψαλμωδίες και λιβάνισμα δεν ήταν ότι καλύτερο όση τρέλα και να κουβαλούσε σαν έφηβος. Η ιδέα αυτή του δημιουργούσε μια μελαγχολία κατά βάθος.
Όσο για το θέμα της ύπαρξης ενός Θεού; Πίστευε πολύ γενικά και αόριστα σε μια ανώτερη δύναμη όπως άλλωστε και τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Έτσι, με μια ανώτερη μη ενοχλητική δύναμη ξεμπέρδευε μια και έξω με τα διάφορα μεταφυσικά ζητήματα. Γιατί εξάλλου να μπερδεύεται με τέτοια ζητήματα; Του αρκούσε το ότι όταν πήγαιναν στην εκκλησία με το σχολείο, εκείνος προσπαθούσε να πειράξει τα κορίτσια που στέκονταν από  την άλλη πλευρά του διαδρόμου, ή προφασιζόταν ότι ήθελε να πάει για την ανάγκη του για να βρει ευκαιρία να παίξει ποδόσφαιρο στο προαύλιο της εκκλησίας με κανέναν συμμαθητή του.
     Το δωμάτιο του Κώστα, ήταν στολισμένο με διάφορα πόστερς και αφίσες τραγουδιστών και ξένων συγκροτημάτων και, αγωνιστικών αυτοκινήτων. Μια πολυθρόνα πουφ που ακουμπούσε τα ρούχα του όταν ξάπλωνε βρίσκονταν δίπλα στο μονό κρεβάτι του, ένα τραπέζι που κάθονταν και έγραφε ή διάβαζε και ένα ξύλινο κρεβάτι ξέστρωτο τις περισσότερες φορές. Συνήθως κάτω από το στρώμα του είχε διάφορα περιοδικά. Τα πιο σκανδαλιστικά, ή αυτά που κάπως θα σοκάριζαν τους γονείς του τα έκρυβε μέσα στην μικρή του βιβλιοθήκη ανάμεσα σε παλαιά σχολικά βιβλία. Αυτά έβγαιναν μόνον όταν έρχονταν κανένα φιλαράκι του, τάχα για να διαβάσει, και που καταλάβαιναν και οι δύο πώς να ικανοποιήσουν τον νεανικό φουρτουνιασμένο ερωτισμό τους.
    Με την πολιτική ο Κώστας δεν είχε πολλά πάρε δώσε. Γνώριζε μερικούς συμμαθητές και συμμαθήτριές του που πούλαγαν κουπόνια αλλά εκείνος δεν ενδιαφέρονταν. Ούτε επίσης και οι δικοί του. Ο πατέρας του μάλιστα, όποτε τύχαινε να αλλάξει η Κυβέρνηση της χώρας φοβόταν μη τυχόν τον μεταθέσουν. Το αιώνιο και διαρκές πρόβλημα της Ελλάδας έλεγε στην γυναίκα του.
      Την απόφαση αν θα συμμετάσχει στην εκδρομή δεν την είχαν πάρει ακόμα οι δικοί του. Περίμεναν το τέλος της εβδομάδος που θα έληγε και η διορία για την συμμετοχή.
    Ο κόσμος έξω, προετοιμάζονταν για την μεγάλη αυτή εορτή της Ορθοδοξίας. Οι γυναίκες που δεν εργάζονταν έπλαθαν τα παραδοσιακά πασχαλινά κουλούρια και τσουρέκια, έβαφαν τα αυγά και καθάριζαν και στόλιζαν το σπίτι. Αγόραζαν τις κόκκινες λαμπάδες, και μαζί με αυτές αγόραζαν και τα παπούτσια δώρο στους βαπτιστικούς τους. Και φυσικά άρχιζαν τις προετοιμασίες για την παραδοσιακή μαγειρίτσα, και το αρνί στην σούβλα, έτσι όπως τα έμαθαν από τους γονείς τους και το επιβάλλουν τα χριστιανικά έθιμα. Οι έμποροι εφοδίαζαν τα μαγαζιά τους με διάφορα προϊόντα για να είναι έτοιμοι για την επέλαση του αγοραστικού κοινού. Οι εργαζόμενοι πάλι, περίμεναν να πάρουν το δώρο του Πάσχα για να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια για το σπίτι και τα ανάλογα δώρα για συγγενείς και φίλους. Η δημαρχεία της πόλης, είχε στολίσει τους δρόμους με μεγάλες μπλε λαμπάδες και κόκκινα χάρτινα αυγά, και πολλά πολύχρωμα φαναράκια και ακόμα πιο πολλές γιρλάντες. Οι Εκκλησίες ήταν στολισμένες σαν πένθιμες νυφούλες, και οι ιερείς, φορούσαν όλη την σαρακοστή τα μωβ άμφιά τους περιμένοντας την Ανάσταση για να λαμπρυνθούν μαζί με το εκκλησίασμα. Τα πολύ μικρά παιδιά και τα πιο άτακτα της γειτονιάς είχαν φροντίσει να προμηθευτούν με τα ανάλογα βαρελότα, αυτά που μετά το Χριστός Ανέστη, σπάζουν παράθυρα, τυφλώνουν πιστούς, κόβουν δάχτυλα, τυλίγουν στις φλόγες τα φουστάνια των γυναικών, με δύο λόγια σε κάνουν να σου μείνει αξέχαστη και αλησμόνητη η Ανάσταση αυτή, σε σημείο όμως τέτοιο ώστε να μην χρειαστεί την επόμενη χρονιά να αλλαξοπιστήσεις.
Τα μόνα που δεν ήταν ευχαριστημένα ήταν αυτά τα τόσο αθώα αρνάκια, ημεδαπά ή αλλοδαπά, που θα γίνονταν για άλλη μία φορά τα εξιλαστήρια θύματα στο βωμό της θρησκευτικής παράδοσης και του κοινωνικού εθίμου.
Μια, που σύμφωνα με την πατροπαράδοτη παράδοση, και τα αρχαία ημών και υμών θέσφατα, Πάσχα χωρίς οβελία δε γίνεται στην ελληνική επικράτεια.
Σε αυτή την χώρα πάντα οι κάθε είδους Αμνοί πληρώνουν την νύφη και την σούβλα.
    Η μητέρα του, είχε αρχίσει να συγυρίζει το σπίτι, εκείνος την βοηθούσε όσο μπορούσε, τον είχε διδάξει από μικρό να φροντίζει τον εαυτό του και αυτό δεν του έγινε μόνο συνήθεια αλλά του άρεσε που ήταν αυτόνομος. Λίγα πράγματα έμεναν ακόμα να κάνουν μέχρι την ημέρα της Λαμπρής. Οι μέρες κύλησαν χωρίς να το συνειδητοποιήσει γρήγορα.
Είχε έρθει η στιγμή της απόφασης για τους γονείς του, ή θα του έδιναν την άδεια που ήθελε για να πάει μαζί με τους άλλους συμμαθητές του στην εκδρομή, ή θα τον κρατούσαν κοντά τους τις μέρες αυτές του Πάσχα όπως κάθε χρόνο. Πράγμα που θα του κόστιζε πάρα πολύ. Πέρα από ότι θα επακολουθούσε και η σχετική γκρίνια του όλο το διάστημα που οι φίλοι και συμμαθητές του θα βρίσκονταν στην εκδρομή και θα διασκέδαζαν και θα καλοπερνούσαν. Η αγωνία του είχε μεγαλώσει καθώς και το άγχος του. Για πρώτη φορά στην ζωή του σκέφτηκε να προσευχηθεί και να κάνει την ευχή να πουν ναι οι δικοί του, να υπογράψουν για να πάει στην εκδρομή.
Η μέρα ήταν Πέμπτη, τα σχολεία την επόμενη θα έκλειναν. Ακολουθούσε η μεγάλη εβδομάδα.
Ο Κώστας, γεμάτος αγωνία και με μια αδιόρατη θλίψη στο βλέμμα επέστρεφε σπίτι. Τα γουόκμαν στα αυτιά του έπαιζαν μια μελωδία του Μάνου Χατζιδάκι. Το «Ουρανέ πόνε μακρινέ…» Στο Ωδείο που πήγαινε για να μάθει κιθάρα, ο καθηγητής του, τους είχε εδώ και λίγο καιρό μιλήσει, για τον σπουδαίο αυτόν συνθέτη Ο Κώστας είχε ζητήσει από τους γονείς του να του αγοράσουν μερικούς δίσκους με την μουσική αυτού του σπουδαίου συνθέτη. Από κείνη την ημέρα τον λάτρεψε. Και ιδιαίτερα την αισθαντική, τρυφερή και μαγευτική φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη που τον νανούριζε αρκετές μοναχικές βραδιές του. Δυστυχώς, παρόλες τις προσπάθειες που έκανε να μυήσει τους συμμαθητές του σε αυτό το είδος της μουσικής, απέτυχε. Μόνο ορισμένα κορίτσια συμπάθησαν τον συνθέτη αυτόν και όταν μαζεύονταν στον σπίτι του άκουγαν μόνο Χατζιδάκι.
     Στο δρόμο και την μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για συντροφιά, και ενώ κάθε ημέρα περνούσε από το ίδιο πάντα σχεδόν σημείο, για πρώτη φορά σκέφτηκε να αγοράσει μια εφημερίδα. Ήθελε να καλοπιάσει τον πατέρα του για να είναι πιο ευνοϊκός στην απόφαση του. Αγόρασε μια εφημερίδα, πλήρωσε, έριξε μια φευγαλέα ματιά στις πρώτες ειδήσεις και τους μεγάλους τίτλους, διάβασε κάπου για τον πόλεμο πού γίνονταν σε μια γειτονική στο βορρά χώρα, πέρασε αδιάφορα στις άλλες ειδήσεις, και πέταξε την εφημερίδα μέσα στο σακίδιό του. Επέστρεψε στο σπίτι. Πεινούσε φοβερά, οι γονείς του δεν ήταν εκεί, υποψιάστηκε ότι θα είχαν βγει για να ψωνίσουν. Εξάλλου ο πατέρας του σήμερα θα έπαιρνε από την δουλειά που εργάζονταν το δώρο.
Έβγαλε το πουκάμισό του και έμεινε με το φανελάκι και το παντελόνι του, πέταξε τα παπούτσια του κάτω από το κρεβάτι και άνοιξε το ψυγείο, πήρε ένα αναψυκτικό έβγαλε το καπάκι και άρχισε να πίνει. Άφησε ξαφνικά το αναψυκτικό πάνω στο τραπέζι και άρχισε να ψάχνει αμήχανα τα διάφορα συρτάρια της κουζίνας. Πεινούσε αφάνταστα, η κοιλιά του γουργούριζε, το ψυγείο ήταν γεμάτο διάφορα τρόφιμα και φρούτα, όμως εκείνος δεν ήθελε να πειράξει τίποτα. Ήθελε να έρθουν οι γονείς του. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα του ψυγείου και άρχισε να στριφογυρίζει μέσα στο δωμάτιο άσκοπα.
Έψαχνε τα συρτάρια, άνοιγε τις πόρτες, άνοιγε τις  βρύσες της κουζίνας και άφηνε το νερό να τρέχει, έπαιζε με τα κανάλια της τηλεόρασης, άνοιξε το ραδιόφωνο, αλλά ο έντονος εκνευρισμός του και η αγωνία του δεν έλεγε να του περάσει. Ήταν όλο άγχος και μέσα στην τσίτα. Η αγωνία του και ο εκνευρισμός του μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα, το άγχος τον έπνιγε, μια ανεξέλεγκτη νευρικότητα τον πλημμύριζε, ένιωθε σαν ένα άγριο θηρίο μέσα στο κλουβί.
    Τι θα αποφάσιζαν οι δικοί του; Αν δεν του έδιναν την άδεια να πάει εκδρομή, πως θα δικαιολογιόταν στους συμμαθητές του, τι θα έλεγε στα φιλαράκια του, πως θα τον αντιμετώπιζαν τα κορίτσια του σχολείου; Τι θα έλεγε, ότι ήταν μικρός και οι δικοί του φοβόντουσαν να τον στείλουν εκδρομή; Και στην κολλητή του την Μαρία τι δικαιολογία θα τις έλεγε. Τι θα σκέφτονταν γιαυτόν. Είχαν σχεδιάσει να παρακολουθήσουν μαζί τις ακολουθίες της μεγάλης εβδομάδος και εκείνη του είχε υποσχεθεί να του δώσει το πρώτο τους φιλί, της αγάπης φιλί, την βραδιά της Ανάστασης.
Το κεφάλι του πονούσε φοβερά, η αγωνία του μεγάλωνε, τι θα αποφάσιζαν οι γονείς του και ιδιαίτερα η μάνα του που τον υπεραγαπούσε και τον είχε από κοντά.
      Άρχισε να αδειάζει το σακίδιό του, βιβλία, τετράδια, μολύβια, γόμες, στυλό, διάφορα άλλα μικρό αντικείμενα, σιντί με μουσική, όλα τα έβγαλε με αμηχανία και αρκετό άγχος. Έβγαλε και την εφημερίδα που είχε αγοράσει για τον πατέρα του, την τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι και άρχισε αδιάφορα και ασυνείδητα να την ξεφυλλίζει στα όρθια. Διάφοροι τίτλοι μικρού ή μεγάλου ενδιαφέροντος περνούσαν μπροστά από τα μάτια του με μεγάλη αδιαφορία. Τίτλοι άλλοι εντυπωσιακοί και άλλοι εντελώς κακόγουστοι.
     Ξαφνικά, το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Βρισκόταν στο αριστερό μέρος της μεσαίας σελίδας. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία έδειχνε μια μητέρα αρκετά εξαθλιωμένη που κρατούσε στο χέρι της μια κοπέλα. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι κακοντυμένο, εξαθλιωμένο και κάπως σκελετωμένο που κοίταγε με απόγνωση και απορία τον φακό που το απαθανάτιζε.
Το προσωπάκι του ήταν γεμάτο μώλωπες. Το βλέμμα του έδειχνε τόσο μα τόσο φοβισμένο, τα χείλη του σκασμένα και πληγωμένα τρεμοπαίζανε από το κρύο. Κάτω από την φωτογραφία υπήρχε μια λεζάντα που επεξηγούσε το δράμα των παιδιών του εμφύλιου πολέμου στην γειτονική Γιουγκοσλαβία.
       Ο Κώστας, σταμάτησε στην εικόνα αυτή, τον έπιασε μια ανεξήγητη ταραχή κοιτάζοντας τα δακρυσμένα μάτια του μικρού κοριτσιού, τον έπιασε ξαφνικά μια αφάνταστη μελαγχολία και μια θλίψη. Τα μάτια του βούρκωσαν, δεν μπορούσε να τα τραβήξει από την ασπρόμαυρη φωτογραφία.
  Μια συγκίνηση τον πλημμύρισε καθώς διάβαζε τα περιστατικά του εμφύλιου αυτού πολέμου στην γειτονική χώρα. Η θλίψη του φούντωσε, ξαφνικά ξέχασε το δικό του πρόβλημα, μια μελαγχολία διαπέρασε το βλέμμα του, ένα παγωμένο ρίγος τον συντάραξε. Η σκέψη του πλέον πετούσε νοερά εκεί, στο μικρό κορίτσι θύμα του πολέμου. Πετάριζε κοντά στην μικρή κοπέλα, την μητέρα της και τα άλλα μικρά παιδιά που υπέφεραν από τις κακουχίες του πολέμου, την πείνα, την δίψα και τις άλλες του πολέμου δυστυχίες.
Σε έναν πόλεμο, που άλλοι μακρινοί λαοί που βαρύνονταν με άλλα φρικτότερα εγκλήματα στο πρόσφατο παρελθόν είχαν αποφασίσει με την σιωπηλή συγκατάθεση και των άλλων λαών και κυβερνήσεων να διαμελίσουν την χώρα.
Ξαφνικά ένιωσε τα μάτια του να θολώνουν, σήκωσε τα χέρια του αργά και σκούπισε τα μάτια του.
Με ερεθισμένα και κόκκινα μάτια κοίταζε την εφημερίδα που είχε ανοίξει πάνω στο τραπέζι.
    Το μυαλό του συσκοτίσθηκε, με μια απότομη κίνηση τραβήχτηκε προς τα πίσω. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία δεν αντίκριζε πια το μικρό εξαθλιωμένο κοριτσάκι που ζητούσε βοήθεια, αλλά την Μαρία, τον πρώτο εφηβικό του έρωτα. Την αγαπημένη του συμμαθήτρια. Και από το χέρι, εν τη κρατούσε η μητέρα της, αλλά ένας γενειοφόρος νέος άντρας, με λυπημένο και σκοτεινό βλέμμα. Στα χέρια του, που προστάτευαν την Μαρία, διακρίνονταν κάτι μικρές κόκκινες ουλές, το ίδιο και στα πόδια του.
     Ο Κώστας, ταράχτηκε τόσο πολύ από αυτήν την τόσο γνώριμή του εικόνα, που για μια στιγμή φαντάστηκε αυτό που έβλεπε ήταν μια φαντασία, ένα παιχνίδισμα του νου, ένα ξεγέλασμα των αισθήσεων, ένα όνειρο. Το χέρι του, πλησίασε σχεδόν ασυναίσθητα πάνω από την φωτογραφία και άγγιξε με επιφύλαξη και φόβο το χέρι της Μαρίας, που το κρατούσε σφιχτά ο γενειοφόρος άντρας με τις πληγές.
Μια παράξενη παγωμένη κρυάδα διαπέρασε το κορμί του, τα πόδια του δεν τον βαστούσαν πλέον, Τράβηξε την καρέκλα με το ένα του χέρι και κάθισε. Το βλέμμα του είχε μείνει μαγνητισμένο πάνω στην φωτογραφία. Πότε έβλεπε την Μαρία πότε τον γενειοφόρο αυτόν νέο και θλιμμένο άντρα. Έξαφνα ζαλίστηκε έγειρε το κεφάλι του και το ακούμπησε πάνω στην φωτογραφία. Τα χείλη του άγγιξαν τα χείλη του κοριτσιού όπως και το στόμα του άντρα.
Μια εσωτερική γαλήνη τον διαπέρασε, το κορμί του χαλάρωσε, οι αισθήσεις του ηρέμησαν, το πρόσωπό του πλημμύρισε αγαλλίαση. Σήκωσε το κεφάλι του και ξανακοίταξε την φωτογραφία.
   Είδε την Μαρία, την φίλη του, τον πρώτο του εφηβικό έρωτα να του χαμογελά, κρατώντας αγκαλιά την μικρή και πληγωμένη κοπέλα της φωτογραφίας, και ως του θαύματος, είδε με έκπληξη ότι οι πληγές από τα χέρια και τα πόδια του γενειοφόρου άντρα είχαν εξαφανιστεί.
      Θυμήθηκε την εκδρομή του και την απόφαση που περίμενε να πάρουν οι γονείς του. Αυτήν που τόσες μέρες πριν την προετοίμαζε, και ξαφνικά ένοιωσε να την ξεχνάει.
Στο άρθρο που συνόδευε την φωτογραφία, υπήρχε ένας λογαριασμός τραπέζης. Το άρθρο εξιστορούσε τα βάσανα του λαού της βασανισμένης αυτής της χώρας και έκανε έκκληση σε όσους θα ήθελαν να προσφέρουν ένα συμβολικό ποσό, για τις ανάγκες των παιδιών σε τρόφιμα, ρουχισμό και άλλα χρειαζούμενα της αιματοβαμμένης αυτής χώρας τις άγιες αυτές μέρες.
       Ο Κώστας διάβασε δυνατά το άρθρο τρεις φορές, έτσι όπως συνήθιζε να κάνει στο Σχολείο, όταν ο καθηγητής του των θρησκευτικών του ζητούσε να διαβάσει δυνατά το Πάτερ ημών, μια και διέθετε δυνατή και καθαρή φωνή.
Μια εσωτερική ευφροσύνη πλημμύρισε την καρδιά του. Τα μάτια του έλαμπαν, άπλωσε το χέρι του πήρε ένα μολύβι και σημείωσε τον αριθμό της τράπεζας. Έπειτα, πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε το άρθρο της εφημερίδας, θα το έδειχνε την επόμενη μέρα στους συμμαθητές και τους καθηγητές του. Τώρα γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Ένιωθε που έπρεπε να ξοδέψει τα χρήματα που θα του έδιναν οι γονείς του για το Πάσχα καθώς και εκείνα της εκδρομής.
Όλος χαρά σηκώθηκε και πλησίασε την μικρή του βιβλιοθήκη. Σε ένα ράφι της βρίσκονταν ένα ξύλινο κουτί, μέσα στο οποίο ο Κώστας έκρυβε τις οικονομίες του. Άνοιξε το κουτί, πήρε από μέσα τα χρήματα που φύλαγε, τα μέτρησε και τα τοποθέτησε μέσα σε ένα φάκελο μαζί τους έβαλε και το σημείωμα με τον λογαριασμό της τράπεζας. Πήρε τον φάκελο και τον έβαλε με προσοχή μέσα στην σάκα του. Έπειτα πήρε το απόκομμα της εφημερίδας, και αφού το τσάκισε στα τέσσερα το έβαλε μέσα στο πορτοφόλι του.
Τώρα πια, ένιωθε τι έπρεπε να κάνει, ποιος ήταν ο σκοπός του.
     Έξω είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Οι δικοί του από στιγμή σε στιγμή επέστρεφαν. Άπλωσε το χέρι του πήρε μέσα από την σάκα του το φάκελο με τα χρήματα, έβγαλε το πορτοφόλι του και το ακούμπησε στο προσκέφαλό του, ύστερα ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια του. Η εικόνα του μικρού κοριτσιού που ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια και η εικόνα της Μαρίας εναλλάσσονταν μέσα στην σκέψη του. Τώρα όμως γνώριζε, ένιωθε πιο ώριμος, προσπάθησε να σκεφτεί τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να πείσει τους συμμαθητές του να βοηθήσουν και εκείνοι τα ταλαιπωρημένα παιδιά της γειτονικής χώρας.
     Από μακριά ακουγόταν η καμπάνα του εσπερινού. Έξαφνα του φάνηκε ότι βρίσκονταν μέσα στην τάξη του Σχολείου του, και ότι κάθε συμμαθητής του και κάθε συμμαθήτριά του κρατούσε στα χέρια του από μια φωτοτυπία του άρθρου της εφημερίδας, που είχε βγάλει ο Κώστας και σημείωναν τον λογαριασμό της τράπεζας.
     Εκείνος στέκονταν χαρούμενος και γαλήνιος, όρθιος μπροστά στην έδρα του καθηγητή. Πίσω του, με μεγάλα γράμματα πάνω στον πίνακα ήταν γραμμένος ο λογαριασμός της τράπεζας. Δίπλα του κρατώντας του σφιχτά το χέρι στέκονταν η Μαρία, και δίπλα στην Μαρία με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη βρίσκονταν το μικρό κοριτσάκι της ασπρόμαυρης φωτογραφίας που είχε δει στην εφημερίδα. Πάνω τους ακριβώς, υπήρχε μια μεγάλη εικόνα που παρίστανε τον γενειοφόρο άντρα που ευλογούσε την τάξη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα
«Εξόρμηση» Κυριακή 1 Μαΐου 1994, σελίδα 28.
Πειραιάς,Πέμπτη,19Δεκεμβρίου2013                                        
                                   

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου