Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

ΣΑΙΞΠΗΡ-ΟΘΕΛΛΟΣ

ΣΑΊΞΠΗΡ

«ΟΘΕΛΛΟΣ»

Στο Βεάκειο Θέατρο Πειραιά

     Ο ανθρώπινος ψυχισμός βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση, μια αέναη μεταβολή, ένα μυστικό και «ισχνό» πολλές φορές ταξίδι προς εκείνο το παθιασμένο τέλος που δεν έχει τέλος.
Άλλοι το ονομάζουν αυτογνωσία, άλλοι κάθαρση, άλλοι ανάσταση. Μία όμως η οδός όπως μας δίδαξε ο θείος Ηράκλειτος. Πάθη και αρετές, μίση και καλοσύνες, αγάπες και ζήλιες, πίστη και απιστία, έρωτες και θάνατοι ένα και το αυτό στο κοινό μας, τυχαίο και απρόβλεπτο ταξίδι της ζωής.
     Το να ζεις, σημαίνει να έχεις παραδοθεί στο συμπαντικό σου πεπρωμένο και, ταυτόχρονα να απολαμβάνεις με την ίδια ένταση ερημιάς μέσα σου την τελεσίδικη καταστροφή σου, αλλά, και την όποια παροδική σου τυχαία ευτυχία με άδοξη βεβαιότητα και χαώδεις προθέσεις. Η ίδια πλήρωση και πλησμονή να πλημμυρίζει τα αισθήματά σου, το ίδιο έντονο ενδιαφέρον αλλά και με την ίδια απάθεια να αποδέχεσαι τον ρόλο και τον χαρακτήρα του Οθέλλου, ακόμα και αν αναζητάς τον χαρακτήρα του Ιάγου.
   Οι ενστερνιζόμενοι κάθε φορά και περίσταση ρόλοι είναι η προϋπόθεση της μυστικής μας εμπειρίας και συμμετοχής στην ουράνια των ψευδαισθήσεων μας ελπίδα αλλά, και της εσωτερική μας γαλήνης στην πάντα πρόσκαιρη και εν αναστολή πορεία μας προς το αιώνιο τίποτα.
     Οθέλλος, μια τραγωδία αμφιταλάντευσης, ένας θεατρικός χαρακτήρας(αλλά και της ζωής) στο μεταίχμιο δύο ενορμήσεων που μόνο φαινομενικά είναι αντιφατικός, δηλαδή παράξενα τραγικός. Ένα άτομο δέσμιο της απρόβλεπτης τύχης του, της εποχής του, και το κυριότερο του χρώματός του. Ένα άτομο, πέρα από τις κοινωνικές συντεταγμένες του ιστορικού του χώρου.
     Ιάγος, μια τραγωδία των εσκεμμένων παρεξηγήσεων, που σαν αράχνη υφαίνει και υφαίνεται από τον επερχόμενο θάνατο και την καταστροφή που προσδοκά για τα άλλα συμπληρωματικά του ανθρώπινα στοιχεία.
Μια λανθάνουσα Οθελλιακή προσωπικότητα που οι άλλοι την αρνήθηκαν αναγκάζοντάς την να αλλάξει την ρότα και το πρόσημό της.
     Δύο χαρακτήρες, ένα τραγικό διώνυμο που μας τρομάζει και μας έλκει ταυτόχρονα. Το φως των προθέσεων και το λευκό της αθωότητας αποδέχεται ανυπεράσπιστο ότι η νύχτα των ενστίκτων και το μαύρο των φιλοδοξιών ιντριγκάρει. Η χιαστή των παρεξηγήσεων και το ευμετάβλητο και χαώδες των ανθρώπινων προθέσεων και επιλογών.
     Τι είναι αλήθεια αυτή η Σαιξπηρική τραγωδία των ταχυδακτυλουργικών ιδεολογημάτων. Αυτό το αυτοκαταστροφικό παιχνίδι μεταξύ λογικής βεβαιότητας και παράλογης αμφιβολίας. Ναι τραγωδία που κινείται σαν εκκρεμές ανάμεσα στα παλλόμενα από ηδονή ένστικτα των ηρώων και την αυτάρεσκη γαλήνη της ερωτικής τους επιθυμίας.
     Οι ήρωες αποπνέουν την οσμή του τραγικού τους θανάτου, όπως ο ασβός την μυρωδιά του. Ο δεσμός τους είναι συγκλονιστικός, ο ευδιάκριτος αγώνας του παραπαίει μεταξύ αποδοχής και αμφιβολίας, η καλπάζουσα επιθυμία τους για έρωτα και ισχύ άμετρη, και η υπέρβαση της κοινής τους μοίρας μοιραία κοινή. Ένα γαϊτανάκι παράλληλων εκπλήξεων, μια συγχορδία ερωτικών προθέσεων και αμφιβολιών γιαυτό και το αχαλίνωτο μίσος.
Δύο πρωτεύοντα και δύο δευτερεύοντα ζεύγη ηρώων σπονδυλώνουν την μάταιη προσπάθεια συνδεσμολογίας μεταξύ λογικής και παραλόγου. Απέλπιδα σκηνική προσπάθεια διάλυσης του επερχόμενου φάσματος καταστροφής. Το Εγώ παλεύει με τον εαυτό του. Δύο ζεύγη ρόλων μία ταυτότητα, που ο θεατρικός λόγος εικονογραφεί τις συμπληρωματικές τους αισθήσεις και παραισθήσεις.
     Τα μοιραία λάθη στην ζωή μας γράφει ο γεραρός και ταλαιπωρημένος αν και δοξασμένος Ιρλανδός συγγραφέας Όσκαρ Ουάιλντ, δεν έχουν την προέλευσή τους  στο γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι παράλογος, αλλά στο ότι είναι λογικός. Η διαφορά τους απέραντη.
     Και πράγματι, οι Καρτεσιανοί αυτοί ήρωες-χαρακτήρες-όπως αντίστοιχα ο Άμλετ ή ο Μακμπέθ, οδηγήθηκαν στην ΄Υβρη, καθένας από τον δικό του δρόμο από τη ατομική του πορεία υπερεκτιμώντας τις φαντασιώσεις τους αλλά, και την άκαμπτη λογική τους. Αυτή η αναίτια και χωρίς όριο φιλοδοξία τους, η πρωτόγονη κρίση τους, ή αν θέλετε η προβολή των ατομικών τους συμπλεγμάτων πάνω στο κοινωνικό σώμα μέσα στην Ιστορία, τους κατέστησε αιώνια διαχρονικά σύμβολα της παγκόσμιας δραματουργίας και όχι μόνο.
     Όπως ο Οδυσσέας, η Ηλέκτρα, ο Οιδίπους, ο Ιούδας, ο Χριστός, ο Προμηθέας, η Μήδεια, η Κλυταιμνήστρα, ο Φάουστ και άλλοι πολλοί, είναι οι οικουμενικοί και διαχρονικοί ιδεότυποι ενός ιστορικού και πολιτικού μορφώματος.
     Ιστορικά γνωρίζουμε, ότι αυτή ήταν η επιδίωξη των καλλιτεχνών της Αναγέννησης. Να δημιουργήσουν μια ανθρώπινη τυπολογία, πράγμα που κατείχε καλά ο «γλυκός κύκνος του Αίηβον» σχεδιάζοντας με σοφή μαεστρία την τραγωδία του.
     Ευτυχώς που υπάρχει και ο Σαίξπηρ, ο πλαστουργός αυτός ψυχών και συνειδήσεων, ο ανακαινιστής του κοινωνικού σύμπαντος της εποχής του, ο ένας και μοναδικός λυτρωτικός αλλά και «επικίνδυνος» εγκέφαλος που συνεχώς σχεδιάζει και πλέκει καινούργιες και μικρές ιστορίες σε έναν μεγάλο οικουμενικό καμβά, για να μας υπενθυμίζει σε εμάς τους νεοέλληνες, ότι οι Έλληνες, δεν τα είπαν όλα, τελεία και παύλα.
     Σαίξπηρ αυτός ο πρόωρος ψυχαναλυτής μας χωρίς ντιβάνι, αυτός ο «Φρόιντ» της Αναγέννησης, με την θεατρική του τέχνη και τον λόγο του γενικότερα, προετοίμασε και σχεδίασε όπως και στην εποχή τους οι τρεις μεγάλοι τραγικοί της αρχαιότητας τον κόσμο που ακολούθησε, έτσι οι τρεις Ευαγγελιστές έγιναν οι τέσσερις πυλώνες του κόσμου μας.
Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Σαίξπηρ, και μετά τι;
     Ο Ιάγος είναι ο χαρακτηριστικός τύπος του ατόμου που με άμετρη κυνικότητα και φοβερή έπαρση ειρωνεύεται την ζωή χρησιμοποιώντας τα διάφορα φαινομενικά ανώδυνα παιχνίδια της λογικής. Ένα ιδιοτελές άτομο που ζει σε έναν χαώδη και χωρίς αγάπη κυνικό και αδίστακτο κόσμο.
     Ο Οθέλλος επίσης δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αρνητική πλευρά της ατομικότητάς του που είναι ο Ιάγος. Έχουμε μια διασπασμένη προσωπικότητα που προβάλλεται και διερευνάται για τις ανάγκες της σκηνικής δραματουργίας από δύο αντιθετικές και αλληλοσυγκρουόμενες μορφές.
    Ο Ιάγος, δεν είναι ο κλασικός τύπος ραδιούργου που πίστευε ο επίσης Ιρλανδός συγγραφές Μπερνάρ Σω.
Ο Οθέλλος, είναι ο Ιάγος με θετικό πρόσημο γιαυτό αποδεικνύεται τόσο ευκολόπιστος. Μόνο ο εαυτός μας μπορεί να μας ξεγελάσει τόσο εύκολα και ύπουλα.
     Το έργο αυτό, είναι ένα από τα σπουδαιότερα δραματουργήματα του μέγιστου ανιχνευτή της ανθρώπινης ψυχής και συνείδησης στο θέατρο και συγκεφαλαιώνει την ωριμότητα και σιγουριά του ανθρώπου του κόσμου της Αναγέννησης και ότι μετέπειτα ιστορικά ακολούθησε.
   Η τραγωδία αυτή, δεν έχει εσωτερικά παράλληλα στόρι και η ρομαντική του ατμόσφαιρα θυμίζει τα έργα: «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Οι ιστορίες και οι μύθοι ανθρώπινης παραμυθίας επαναλαμβάνονται.
    Μετά τον «Άμλετ», ο Οθέλλος μάλλον είναι η πιο πολυερμηνευμένη τραγωδία του Ελισαβετιανού δραματουργού.
    Ο Ιάγος μαζί με τον Ριχάρδο τον Γ΄ είναι οι πιο φιλήδονοι αλλά «ερωτικά» ανέραστοι χαρακτήρες. Ο ερωτισμός τους έχει διοχετευτεί σε άλλους χώρους, παραδείγματος χάριν να εξ υφαίνουν πολιτικές ραδιουργίες, να καταστρώνουν σκοτεινά και ύπουλα σχέδια, να δολοφονούν όσους κατάβαθα αγαπάνε.
  Ο Σαίξπηρ, είναι ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που αντιλήφθηκαν την δυνατότητα αξιοποίησης του ερωτισμού με την ευρύτερη έννοια του όρου σαν ουσιαστικό στοιχείο της μεγάλης και υψηλής Τέχνης.
     Στον χώρο των εικαστικών τεχνών, στην κατηγορία αυτή ανήκουν ο Λεονάρντο Νταβίντσι, ο Μιχαήλ Άγγελος, ασφαλώς ο Καραβάτζιο, ο Ροντέν και ο Ρούμπενς.
     Από τον Κινηματογραφικό Οθέλλο η μνήμη μας συγκρατεί τις ερμηνείες των: Όρσον Ουέλς και Λόρενς Ολιβιέ. Αν και του Ολιβιέ που προτάθηκε για Όσκαρ, ήταν η κινηματογράφηση της θεατρικής παράστασης του 1964. Επίσης εκείνη του σύγχρονού μας Λόρενς Φίσμερν.
     Από τον χώρο της Μουσικής ξεχωρίζει η προτελευταία Όπερα του Τζουζέπε Βέρντι σε λιμπρέτο του Αρίγκο Μπόιτο, που θεωρείται σαν ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου λυρικού θεάτρου. Μια εκδοχή της με τον Πλάσιντο Ντομίνγκο στο ρόλο του Οθέλλου είδαμε στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι.
     Στον χώρο του Θεάτρου, ανεπανάληπτη θα μας μείνει η παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου στο Εθνικό Θέατρο το 1982 με τους Ηλία Λογοθέτη, Νικήτα Τσακίρογλου και Πέμη Ζούνη,στους ομώνυμους ρόλους. Μια παράσταση που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων.Οι απόψεις των:Γιάννη Βαρβέρη, Στάθη Δρομάζου, Κώστα Γεωργουσόπουλου υποδηλώνουν στους μεταγενέστερους τα πράγματα που απασχολούσαν τους καλλιεργημένους ανθρώπους του θεάματος εκείνη την εποχή.
Επί προσωπικού,θυμάμαι, δεν ήξερες ποιόν να πρωτοθαυμάσεις,τον Ηλία Λογοθέτη, ή τον Νικήτα Τσακίρογλου, λες και παιζόταν μια θεατρική καραμπόλα μεταξύ τους. Τον Λογοθέτη τον αγάπησα στο θέατρο, αν δεν με γελά η μνήμη μου στον Τίτο Ανδρόνικο πάλι του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία του Ευαγγελάτου(με αυτές τις χαρακτηριστικές σκηνές με τα κλουβιά που είχαν μέσα ανθρώπινα ακρωτηριασμένα μέλη, βίαιο και τρομακτικό έργο), τον Τσακίρογλου ήταν μάλλον η πρώτη φορά που τον είδα και τον θαύμασα απεριόριστα και τώρα πια μπορώ να γράψω, ότι έκλεψε την παράσταση σαν Ιάγος από τον Λογοθέτη, όσο για την Ζούνη, πολύ καλή και σοβαρή ηθοποιός.
    Το 1992, ξαναπαρουσιάστηκε στο Ηρώδειο από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Δημήτρη Έξαρχου, με τους Νίκο Βρεττό(Οθέλλο) και Αλέξανδρο Μούκανο(Ίάγο). Μια μάλλον άνιση και όχι και τόσο καλή παράσταση.
    Την ίδια περίοδο χαρήκαμε την σκηνοθετική πρόταση του Γιάννη Χουβαρδά από το θέατρο του Νότου, μια πολύ καλή παράσταση και προσεγμένη δουλειά.
  Επίσης η μνήμη μας συγκρατεί την καλή αλλά κάπως «διανοουμενίστικη»παράσταση αλλά επαναλαμβάνω αξιόλογη και καλή ερμηνευτική πρόταση της Νικαίτης Κουντούρη το 1996 νομίζω στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράσταση ενδιαφέρουσα και προτρεπτική στον ευμενή σχολιασμό της.
   Το έργο τέλος της Πώλα Βάγκελ, «Δυσδαιμόνα», από το Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας μας παραξένευε με τις γυναικείες ερμηνείες του.
     Εφοδιασμένοι με αρκετές εμπειρίες από ανεβάσματα Σαιξπηρικών τραγωδιών-και κατ’ εξακολούθηση ανάγνωση και μελέτη των έργων του-ήμασταν κάπως επιφυλακτικοί ως προς την συγκεκριμένη σκηνοθετική άποψη, ενός ταλαντούχου και άξιου ηθοποιού με αρκετές κινηματογραφικές και θεατρικές επιτυχίες στο ενεργητικό του κοντά στην αλησμόνητη Τζένη Καρέζη. Έτσι η κρίση μας είναι υποκειμενική(με την σημασία που δίνουν στην λέξη ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ή ο Αλέξης Σολομός σε κείμενά τους), αλλά και με σεβασμό και αγάπη σε όλους τους εργάτες της θεατρικής τέχνης.
     Η μετάφραση των κυρίων Οδυσσέα Νικάκη και Ιάνη Κελαδεινού, δεν ακολούθησε την ακριβολόγα μετάφραση του έμπειρου Βασίλη Ρώτα. Στάθηκε μακριά από τις δημοτικιστικές ακρότητες του Νίκου Ποριώτη και την γλωσσική αχρωμία του Μάρκου Αυγέρη. Συγγένευε μάλλον με την «πεζοδρομιακή» γλώσσα του Καρθαίου και ασφαλώς,αγνοεί εκείνη του Δημητριάδη. Η γλώσσα των μεταφραστών ήταν οικεία στους θεατές αλλά επικίνδυνα κακόηχη. Μπολιασμένη με πάμπολλες μοντέρνες λεκτικές ατάκες από την σύγχρονή μας καθημερινότητα ξένιζε, και παραξένευαν τα διάφορα άκομψα παραλλαγμένα «σλόγκαν»,λες και τραβιόταν από μια άμετρη και χωρίς έλεγχο κοινοτοπία. Χανόταν η αναλογία ανάμεσα στην σκηνοθετική τραγικότητα και την κειμενική της εκφορά. Ο λόγος δεν κατόρθωνε πάντα να γίνει φορέας δραματικών μηνυμάτων, ενδόμυχων στοχασμών, ούτε συνεπικουρούσε την εξομολογητική διάθεση των ηρώων. Σαν να βιαζόταν να εκφράσει όπως-όπως τα όποια συναισθήματα των προσώπων που του επέβαλε η σκηνοθετική στιγμή. Αντίθετα, όταν ο φορτωμένος με μια αντιθεατρική και ποιητική συναισθηματολογία λόγος ξεφούσκωνε και ακούγονταν ο λαγαρός και γεμάτος υπονοούμενα λόγος του κειμένου που συγγένευε με την Επτανησιακή διάλεκτο, στους κατά διαστήματα μονολόγους, η γλωσσική εκφορά κέρδιζε την ισορροπία της και οι λέξεις την αρμονία που τους ταίριαζε, και, η μουσικότητα των ήχων και η μελωδία της μεταφραστικής πρότασης αποκτούσε μια θεατρική ποιητικότητα.
     Το σκηνικά ήταν ανύπαρκτο έως υποτυπώδες λειτουργικό δεν μας έδινε την αίσθηση του χώρου και της ατμόσφαιρας που προδιέθετε το Σαιξπηρικό κείμενο και η σκηνοθετική άποψη. Ούτε η Βενετική, ούτε η Κυπριακή ατμόσφαιρα  μας φανερώθηκε, χάθηκε επίσης ο χώρος του Συμβουλίου των Δόγηδων, το δε τέλος με το κρεβάτι ήταν απαράδεκτο.
(χαριτολογώντας θα γράφαμε, καλύτερα ράντζο σε δημόσιο Νοσοκομείο).
   Οι φωτισμοί της σκηνής ισχνοί χωρίς λειτουργικότητα, χωρίς να προσθέτουν κάτι στην όλη σύλληψη. Ενώ θεωρώ, ότι θα όφειλε να είναι ουσιαστικός ο ρόλος τους στο παιχνίδι αυτό των εσωτερικών και εξωτερικών φωτοσκιάσεων. Το κλιμακωτό ανεβοκατέβασμα της τρομαγμένης ψυχής, το κοντράστ της νύκτας με το φως της ημέρας, οι διάφοροι αναβαθμοί των συγκρούσεων, όλα αυτά και άλλα που φάνηκαν; Αντ’ αυτού, ένα πελώριο ενοχλητικό φως έλαμπε πίσω από την αριστερή πόρτα με ένα σύγχρονο πολύφωτο, που αλλοίωνε τον υποτυπώδη φωτισμό της σκηνής. Και ιδιαίτερα αυτό το ανεμοδαρμένο παραβάν πού κρέμονταν από την πόρτα. Έτσι, οι διαθέσεις των χαρακτήρων, τα φοβερά διλήμματα, οι ίντριγκες και οι ραδιουργίες από τους υποκριτές δεν φάνηκαν ούτε ως υποψία παιξίματος.
Οι δε σκηνές με την ξιφασκία και τα λιγοστά ξεφαντώματα ήταν τόσο μα τόσο παιδαριώδη.
     Ποια η σκηνοθετική πρόταση ενός σημαντικού έργου στην παγκόσμια δραματουργία από τον κύριο Κώστα Καζάκο ούτε καταλάβαμε, ούτε εκδηλώθηκε. Ασφαλώς δεν ήταν η μανία των οφθαλμών.
Που μας αποκαλύφθηκε η εκπροσώπηση του αναγκαίου κακού στο πρόσωπο του Ιάγου, κατά τον σημαντικό συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη; Ποιος από εμάς τους θεατές συνειδητοποίησε πως ο Οθέλλος όπως και ο Άμλετ, είναι μια σπουδή του ανθρώπινου ενστίκτου για την καταστροφή κατά τον Αλέξη Σολομό. Ότι, ανατρέπεται «η φυσική τάξη των πραγμάτων» κατά τον Στάθη Δρομάζο. Ποιος ρίγησε τέλος από την τραγωδία της ανυπεράσπιστης αθωότητας κατά τον Γιάννη Βαρβέρη. Για να μην μιλήσουμε για τις θέσεις που έχουν εκφράσει για το έργο ο Στανισλάβσκι και πολλοί άλλοι.
     Ο ίδιος ο κύριος Καζάκος, ως Οθέλος χρησιμοποίησε μια ξύλινη εκφορά για να εκφράσει άτονα συναισθήματα. Μια γλώσσα χωρίς τους απαραίτητους χρωματισμούς και ημιτόνια με σπάνιες ηχητικές εκπλήξεις. Λέξεις μιας ατονικής εκφοράς σαν βόλια άσφαιρων συναισθημάτων. Σπάνια έπειθε γιαυτό και κατέφευγε σε μεγαλόπρεπες χειρονομίες και πομπώδεις κινήσεις.
Επαναλαμβάνω και πάλι, ότι ιδιαίτερα η σκηνή του τέλους, ήταν ότι χειρότερο μπορούσε κανείς να περιμένει, με την ηθοποιό κυρία Μπέτι Βαλάση να ανεβάζει τα πόδια της καθώς ξεψυχάει, πεθαίνει ακριβέστερα, για να μην πάθει καμία κράμπα.
   Ο κύριος Τάκης Χρυσικάκος, ενίοτε κυνικός, ενίοτε νωθρός με σπασμωδικές κινήσεις προσπαθούσε να μας πείσει όχι για τον εκνευρισμό του, αλλά ότι κατανόησε σωστά το μεφιστοφελικό του ρόλο που του ανατέθηκε. Έπειθε εκεί που δεν τον περίμενες και ήταν αδιάφορος όταν προσπαθούσε να μας αποκαλύψει τα αισθήματα μειονεκτικότητας που είχε ως Ιάγος. Το ενοχικό στοιχείο πάντως της προσωπικότητάς του δεν μας αποκαλύφθηκε. Από τα πλέον αρνητικά του ρόλου του, ήταν ότι μιλούσε πάρα μα πάρα πολύ γρήγορα(ροδάνι έτρεχε η γλώσσα του όπως συνηθίζεται να λέμε σε τέτοιες περιπτώσεις) και δεν ακούγονταν σωστά, ούτε προλάβαινε κανείς να συγκρατήσει τα νοήματα.
    Η κυρία Μαριάνθη Σοντάκη ως Δυσδαιμόνα, είχε μια επίπεδη ερμηνεία, άχρωμη, που θύμιζε σύγχρονη σχολική παράσταση.
   Η Δυσδαιμόνα νομίζω ότι είναι ένας ρόλος που ο ηθοποιός που θα τον υποδυθεί δεν πρέπει να αρκείται μόνο στην ρομαντικού τύπου ερμηνευτική επεξεργασία, αλλά να επαναπροσδιορίζει ως γυναικείος ρόλος ανάλογα με τις εκάστοτε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες την θέση της γυναίκας και τις όποιες επιλογές της.
    Η ηθοποιός κυρία Μπέττυ Βαλάση ως Αιμιλία, από τους καίριους ρόλους του έργου που συμπληρώνει την ψυχολογία της Δυσδαιμόνας και βοηθά στην λύση της τραγωδίας, δυστυχώς δεν μας προσέφερε κάτι το ξεχωριστό, σαν να βαριόταν σε όλη την διάρκεια του έργου και του ρόλου της, το δε τέλος και η σκηνή της απαράδεκτη. Κρίμα για την ωραία Λωξάνδρα.
    Ο κύριος Καζάκος, υιός του σκηνοθέτη, ως Κάσιος και ο κύριος Μόσχοβος ως Ροντρίγκος, είδαν τους ρόλους τους σαν μια ιστορία λαβ στόρι.
   Ξεχώρισαν οι μικροί ρόλοι των Βραβάντιου, του Λουδοβίκου και του Μοντάνου.
Οι ηθοποιοί μαγεύτηκαν από τους χαρακτήρες που τους ζητήθηκε να ερμηνεύσουν αλλά εν ήσαν οι ρόλοι τους.
     Αν ο Ελισαβετιανός συγγραφέας περπάτησε πάνω στο τεντωμένο νήμα της καταστροφής με επιτυχία, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον παρόντα σκηνοθέτη και τους άλλους συντελεστές της παράστασης.


     Υ. Γ. Δυστυχώς, συνειδητοποιεί κανείς όλο και συχνότερα πλέον ότι οι όποιοι θεατές, δεν προσέρχονται πια για να απολαύσουν μια ωραία θεατρική παράσταση, και να παιδευθούν από την μαγεία του θεάτρου, αλλά για να δουν από κοντά γνωστούς ηθοποιούς, ιδιαίτερα της τηλεόρασης, χωρίς να τους ενδιαφέρει ούτε το έργο, ούτε ποιες διεργασίες ακολουθήθηκαν στο ανέβασμα μιας παράστασης.
Φοβάμαι ότι ο εξαμερικανισμός μας έχει πια προχωρήσει σε σημείο (σήψης;) των δικών μας παραδοσιακών προσεγγίσεων.

    Όλος ο Κόσμος μια σκηνή, και πάνω της εμείς τυχαίοι κομπάρσοι της εφήμερης ζωής μας, ποιος θα μας ξανασκηνοθετήσει;


Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιώς», Δευτέρα 19 Ιουλίου 1999, σελίδες 5,7.
Πειραιάς, Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013.
                            

                      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου