Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

ΡΕΝΑ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ-ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

ΡΕΝΑ  ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ

                         ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

     Την Μαρίνα δεν την συνάντησα ποτέ από κοντά. Την ήξερα όμως από παιδί, από τη μελοποίηση του έργου της «Κατάσταση Πολιορκίας», αυτού του πολιτικού μοιρολογιού από τον Μίκη Θεοδωράκη. Άκουγα και ψιθύριζα τους μαγευτικούς στίχους της από την  μελαγχολικά τρυφερή, ρωμαλέα και αγωνιστική φωνή της Μαρίας Φαραντούρη.
     Αλήθεια, και τι δεν οφείλουμε στον Θεοδωράκη, σε αυτόν που σαν μυσταγωγός της θρησκείας της Ποίησης, μας κοινώνησε αμέτρητες φορές μέσα από τις μουσικές του συνθέσεις, με τον ποιητικό λόγο, τόσων και τόσων σημαντικών Ποιητών. (Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Μιχάλης Κατσαρός, Κώστας Καρυωτάκης, Γιάννης Ρίτσος κ.λ.π.). Σε αυτόν που με την μουσική του βοήθησε τις μεγάλες μάζες των ανθρώπων να μάθουν, να αγαπήσουν και να τραγουδήσουν τον ποιητικό λόγο σε δύσκολες για την Ελλάδα πολιτικές και κοινωνικές εποχές.
Ο Θεοδωράκης κατόρθωσε να κάνει τον έντεχνο λόγο των ποιητών να συμπορευτεί με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες των απλών καθημερινών ανθρώπων, των εργατών, των οικοδόμων, των εργαζομένων στα ναυπηγεία, των εμπόρων και άλλων που για πολλές δεκαετίες πριν την Δικτατορία της 21ης Απριλίου και μετά την Μεταπολίτευση του 1974, δέσποσε η μουσική του στο πολιτικό στερέωμα. Δεν νοείται αγωνιστική πρωτοβουλία, πολιτικός αγώνας, ή συνδικαλιστική διεκδίκηση χωρίς μουσική και μελοποιημένη ποίηση από τον Θεοδωράκη. Οι μεγάλες μάζες, αγωνίζονταν, απεργούσαν και εμψυχώνονταν με την μουσική του. Και με τον τρόπο αυτόν, ο ποιητικός λόγος γίνονταν κτήμα όλων μας.
Όπως οφείλουμε να αναφέρουμε και άλλοι συνθέτες, όπως ο Μελωδός των ονείρων μας, ο μεγάλος ερωτικός, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Μαρκόπουλος με τις ανδροπρεπείς μουσικές τους συνθέσεις σε στίχους του Κ. Χ. Μύρη, ο Πειραιώτης Δήμος Μούτσης με τους συγκλονιστικούς υπαρξιακού προβληματισμού στίχους του και τις λιτές μουσικές του συνθέσεις, ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Γιάννης Σπανός με τις ερωτικής υφής και κοινωνικού προβληματισμού μουσικές τους συνθέσεις, και άλλοι πολλοί οι οποίοι δεν γεφύρωσαν μόνο τον ποιητικό λόγο με την εξαίσια μουσική τους, αλλά οικοδόμησαν ένα άλλο Ελληνικό ήθος ζωής (μετά την μεταπολίτευση), διεύρυναν και διαμόρφωσαν την πολιτιστική παράδοση του τόπου ο καθένας στον τομέα του. Αλλά και ο Μίμης Πλέσσας από κοντά με τις εκατοντάδες μουσικές μελωδίες του και
Χιλιοτραγουδημένα κομμάτια του, έδωσαν τη δυνατότητα στους άγνωστους περί τα ποιητικά ανθρώπους, να ανακαλύψουν καινούργιες συγκινησιακές καταστάσεις, να αφουγκραστούν άλλους γνησιότερους και αυθεντικότερους μουσικούς και κοινωνικούς κραδασμούς, να εκφράσουν με ένα βαθύτερο και ουσιαστικότερο τρόπο τα πολιτικά τους πιστεύω, τις κοινωνικές τους ανησυχίες, τα προσωπικά τους συναισθήματα, το αγωνιστικό τους φρόνημα, να ξεδιπλώσουν ανετότερα και αυθεντικότερα τους καημούς και τα προβλήματα της καθημερινότητά τους.
Η μουσική του Μίκη, συγκεφαλαιώνει μια Ρωμαίικη αγωνιστική στάση ζωής, ένα βλέμμα βασανιστικά Ελληνοκεντρικό, ένα φρόνημα Βαλκάνιο, μια ευαίσθητη Μεσόγεια ματιά πονεμένου, πολιτικά και κοινωνικά αγωνιζόμενο ανθρώπου. Οι μουσικές του συνθέσεις, κάποτε-όταν οι άνθρωποι ήσαν πολικοποιημένοι και δεν δρούσαν σαν αυτόνομες κομματικές οι άλλες μονάδες-έφτιαχναν αγωνιστικό «εκκλησίασμα», δημιουργούσαν κοινωνικές ομάδες αγωνιζόμενων και πολιτικά σκεπτόμενων δραστήριων ανθρώπων.
      Την ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη, είχα την τύχη να την βρω μπροστά μου πριν μερικά χρόνια. Μια ερευνητική μου εργασία για τον Γυναικείο ποιητικό λόγο στον Ελληνικό χώρο, με έκανε να αναζητήσω τα δικά της ποιητικά ίχνη. Με θαυμασμό και συγκίνηση ανακάλυψα ότι ήταν η Μαρίνα της «Κατάστασης Πολιορκίας», και κόρη, της γνωστής αγωνίστριας και συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου. Ακόμα θυμάμαι το σεμνό και χιουμοριστικό τόνο της φωνής της, την αξιοπρέπεια ζωής που διέκρινε τα λόγια της, την ειλικρινή της διάθεση. Πικράθηκα όταν διάβασα στις εφημερίδες τα σύντομα κείμενα που αναφέρονταν στον πνιγμό της. Αλλά πιο πολύ πικράθηκα, όταν θέλοντας να γράψω μερικές σκέψεις για το έργο της, αναζήτησα μάταια, γράφω για δεύτερη φορά, μάταια, στοιχεία για αυτό. Ίσως να κάνω εγώ λάθος, όμως δεν βρήκα ούτε έναν στίχο της στις δεκάδες έγκυρες ποιητικές Ανθολογίες που κυκλοφορούν, ακόμα και στις αμιγώς Γυναικείες Ανθολογίες. Δεν συνάντησα ούτε μία γραμμή στις τριάντα περίπου Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας που κοίταξα. Εξαίρεση αποτελεί μια ισχνή αναφορά στην σελίδα 213, του Denis Kohler. Μια ανεξήγητη σιωπή σκέπασε εκείνη και το μικρό της έργο. Ούτε στα αφιερωματικά τεύχη των λογοτεχνικών και των άλλων περιοδικών για την Δικτατορία του 1967 και την Αντιστασιακή δράση, αυτά τουλάχιστον που είχα κατορθώσει να συγκεντρώσω, βρήκα αναφορά σε εκείνην και την συγγραφική της παρουσία.
Ακόμα και όταν η «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ» εκδόθηκε για δεύτερη φορά το 1990 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ελαχιστότατα ήταν τα λόγια για την έκδοση.
     Η Ελληνική κοινωνία-παρά τις μεγαλόστομες και υπερφίαλες υποσχέσεις, λόγια και άλλα εθνικοπατριωτικά τινά-στάθηκε πάντοτε κυνικά αδιάφορη σε θέματα και προβληματισμούς που αφορούν την ποιητική δημιουργία και τους ίδιους τους ποιητές γενικότερα.
(να θυμηθούμε ποιοι ποιητές έμεινα έξω από την Ακαδημία; Να θυμηθούμε τι είδους τιμητική σύνταξη θέλησαν να δώσουν στον ποιητή Νίκο Καρούζο; Να θυμηθούμε ακόμα και την άρνηση βοήθειας στα τελευταία της, της Φλέρυ Νταντωνάκη; Και τόσες άλλες επί των ημερών μας περιπτώσεις).
    Αλλά, και οι διάφοροι «μεσάζοντες» κριτικοί των εφημερίδων συνήθως αλλά και των περιοδικών, πολλές φορές επιδεικτικά αρνητικοί, κάλυψαν με παγερό πέπλο σιωπής εκατοντάδες αξιόλογους δημιουργούς σε πολλούς τομείς της τέχνης, αρνήθηκαν να γνωστοποιήσουν στο ευρύ κοινό το έργο τους, τους αγνόησαν με κομπασμό και υπερηφάνεια που υπηρετούσαν εκείνοι τα θέσφατα των Λογοτεχνικών αξιών, μένοντας οι άλλοι, οι σεμνοί δημιουργοί, αμνημόνευτοι και αδικαίωτοι στο λογοτεχνικό πέρασμά τους.
Αλλά είναι πλέον γνωστό, ότι όπως και στην άλλη Ιστορία, το ίδιο και στην Λογοτεχνική, τις κρίσεις και αξιολογήσεις τις κάνουν οι ισχυροί, και οι έχοντες την πνευματική και κάθε άλλου είδους εξουσία. Έτσι οι θέσεις είναι συνήθως προκαθορισμένες και συνήθως «μεροληπτικές».
      Η λογοτεχνία στην Ελλάδα, ενίοτε εξυπηρετεί κρατικές, ή κομματικές, ή και θρησκευτικές συνήθως σκοπιμότητες και ανάγκες. Είναι ενταγμένη σε μια εγχώρια προσδιορίσημη και ελεγχόμενη κρατικίστικα κοινωνική και ιδεολογική αναφορά.  Ασφαλώς υπάρχουν και οι πολλές εξαιρέσεις, όμως, τόσο δύσκολα γίνονται γνωστές και εκ των υστέρων στο μεγάλο αναγνωστικό κοινό.
Ίσως, γιατί γνωρίζουμε πλέον όλοι μας, ότι ζούμε σε μια πατρίδα-μητριά, και κάθε τι το αυθεντικό και επαναστατικό που δημιουργούμε θεωρείται ύποπτο.
     Η Ρένα Χατζηδάκη γεννήθηκε στις Γερμανικές φυλακές της Αγιάς στην Κρήτη, στις 18/7/1943 και πνίγηκε καθώς κολυμπούσε στην Τζιά στα μέσα του Αυγούστου του 2003, όπως έγραψαν οι εφημερίδες της 19/8/2003.
Ήταν η μοναχοκόρη της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου. Ήταν ψυχοθεραπεύτρια στο επάγγελμα.
Παρουσιάστηκε στα γράμματα με ποιήματά της, στα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Το 1958 εκδίδει μια μικρή ποιητική συλλογή με τον τίτλο «ΠΟΙΗΜΑΤΑ». Για το βιβλιαράκι αυτό, υπάρχει ένα επαινετικότατο σύντομο κείμενο της Άλκης Θρύλου,(της Ελένης Νεγρεπόντη, γυναίκας του ποιητή Κώστα Ουράνη)
στο περιοδικό «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» του 1960 στην σελίδα 298. Αργότερα την συναντάμε στο γνωστό περιοδικό της Αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» στο τεύχος 105/του Σεπτεμβρίου του 1963. Ενδιαφέρον προκαλεί η παρουσία της στο περιοδικό, όχι με ποιήματά της ή κάποιο πεζό της, αλλά με κείμενό της που αφορά την ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, σελίδες 323-327.
      Από την νεαρή ηλικία της, εντάχθηκε στο Αριστερό κίνημα, συνεργάστηκε με το γνωστό περιοδικό της εποχής «Πανσπουδαστική», μετά με τον Ασαντούρ Μπαχαριάν και τη γνωστή χαράκτρια Βάσω Κατράκη στην Γκαλερί «ΩΡΑ»(ποιος δεν θυμάται τον εκθεσιακό χώρο στο Σύνταγμα, εκεί στην οδό Ξενοφώντος 7, και το ετήσιο «Χρονικό» που εξέδιδε), καθώς και με διάφορους εκδότες περιοδικών και βιβλίων, ως κριτικός, αρθογράφος, μεταφράστρια, και επιμελήτρια εκδόσεων. Υπήρξε από την ίδρυσή του μέλος του Αντιδικτατορικού Πατριωτικού Μετώπου. Η Δικτατορία της 21ης  Απριλίου, την συλλαμβάνει τον Οκτώβριο του 1967 και την κρατά για σαράντα τρεις μέρες στη Γενική Ασφάλεια των Αθηνών, και στη συνέχεια ως υπόδικη στις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ.
Μέσα στις φυλακές και κάτω από άθλιες και εξοντωτικές για την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια συνθήκες, η Μαρίνα, θα γράψει διάφορα ποιήματα τα οποία και θα καταστρέψει. Σώθηκαν τα ποιήματα της «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ», που αρχικά είχαν τον τίτλο «ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΒΕΡΩΦ», από την συγκρατούμενή της Σύλβα Ακρίτα, που φρόντισε να τα αντιγράψει. Αργότερα, δόθηκε ο οριστικός τίτλος της συλλογής που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Αυτά αναφέρει ο συνθέτης στο ημερολόγιο του και γράφονται στον δεύτερο τόμο των έργων του συνθέτη με τον τίτλο «Μελοποιημένη ποίηση»-Συμφωνικά-Μετασυμφωνικά-Ορατόρια-, σελίδα 132, εκδόσεις Ύψιλον 1998.
      Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, κυκλοφόρησε σε βιβλίο για πρώτη φορά το 1974 από τις εκδόσεις Ολκός.
Το ποιητικό αυτό έργο, ίσως είναι το πρώτο αντιδικτατορικό κείμενο εναντίον της Δικτατορίας των αφρόνων Συνταγματαρχών. Έπειτα μάλλον ακολουθεί η δήλωση του Νομπελίστα ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη, τα κείμενα του περιοδικού «Συνέχεια», και αρκετά αργότερα τα 18 Κείμενα το 1970 από τις εκδόσεις Κέδρος.
      Δεν διαβάζει κανείς συχνά, ένα τόσο πυκνό και δραματικό κείμενο. Η σπαρακτική αυτή ποιητική σύνθεση, που είναι τόσο έντονα συγκινησιακά φορτισμένη, και αποτελεί σημαντικότατη μαρτυρία για την εποχή εκείνη, ξανά προσφέρει στην ποίηση την κοινωνική λειτουργικότητά της. Σαν σιγαλόφωνο λαϊκό μοιρολόι ακούγεται ο ήχος της γυναικείας φωνής μέσα στις ναρκωμένες και ψεύτικες μουσικές απολαύσεις της εποχής μας. Το ασφυκτικό και δυναστευτικό εξωτερικό περιβάλλον, συμπλέκεται με τον εσωτερικό χώρο της ποιήτριας με έναν τρόπο τρομερά αποκαλυπτικό και συνάμα τρυφερά ερωτικό. Το λυρικό στοιχείο συρρικνώνεται για να αναδειχθεί η δραματικότητα της ιστορικής στιγμής, και η ψυχική κατάσταση της δημιουργού. Η πολιτική εξαγγελία δεν διολισθαίνει σε κραυγαλέες μηνυματικές αναφορές, όπως συμβαίνει με αρκετές συνθέσεις του μεγάλου ποιητή και αγωνιστή Γιάννη Ρίτσου,
(ποιος δεν θυμάται «Τα παιδιά της ΚΝΕ που λένε στην ζωή το μεγάλο Ναι», τα Σοβιετικά τανκς σαν μπαλλαρίνες του Μπολσόι που καταλάμβαναν τις χώρες του Ανατολικού μπλόκ, τις συνθέσεις για τον πατερούλη και άλλες ποιητικές καταθέσεις μάλλον ανάξιες για το μέγεθος και το ύψος ενός πραγματικά μεγάλου Έλληνα ποιητή όπως είναι ο Ρίτσος),
ή θα λέγαμε και του είρωνα κι σαρκαστή ποιητή Κώστα Βάρναλη, αλλά χαμηλόφωνα χαρτογραφεί τον εσωτερικό κόσμο της Μαρίνας, και κατεπέκταση και των άλλων συγκρατούμενών της, την εποχή εκείνη.
Έτσι, ο ιδιωτικός λόγος αποκτά μια πανανθρώπινη εμβέλεια, καθώς μπολιάζεται με βιώματα και ψυχικές καταστάσεις οικουμενικότερων διαστάσεων, που αφορούν πολιτικά δύσκολα γεγονότα. Ο απεγνωσμένος ερωτικός κραδασμός εξαλλάσσεται σε ελπιδοφόρο όραμα, και η πολιτική προσδοκία της ελευθερίας από τα δεσμά, μέσα από τον έμπλεο λύπης ποιητικό λόγο, κοινοποιείται με κοφτές και μικρές παρακλήσεις και νηφάλιες μουντές αποχρώσεις αγωνιστικών συναισθημάτων. Ένας λόγος ενταγμένος μέσα στο κλίμα του πολιτικού αδιεξόδου και του κοινωνικού παράλογου.
Η φωνή της είναι λιτή, δραματικά φορτισμένη και συνάμα γεμάτη ένταση και υπονοούμενα σιωπής. Μελαγχολικά και στωικά απηχεί τις μύχιες προθέσεις της συνείδησης. Η τραγικότητα των στιγμών που βιώνει η ποιήτρια, διαμορφώνει και το ήθος του ποιητικού της λόγου.
Λέξεις νοτισμένες με πίκρα και απόγνωση. Λέξεις μυρωμένες από τον προσωπικό της μελλούμενο θάνατο. Λέξεις που αντλούνται από την μεγάλη κοινή δεξαμενή του υπαρξιακού φόβου. Λέξεις που αιμορραγούν και φορτίζουν την μνήμη. Λέξεις που μοιρολογούν την ζωή που χάνεται αδικαίωτα. Μέσα σε ένα της πατρίδας εχθρικό περιβάλλον. Μια γλώσσα που εξακτινώνεται μέχρι τις παρυφές της χαοτικής διάλυσης των συναισθημάτων, για να πολιτογραφήσει τα ισοπεδωτικά τοπία γύρω της, τις σπαταλημένες ματιές, τους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων, των νεκρών εικόνων, της μεγάλης νύχτας που έφτασε πριν…, και ακόμα συνεχίζεται. Σαν το μικρό παιδί που σημαδεύεται από την πρώτη γνώση της μοναξιάς, όπως επαναλαμβάνει αρκετές φορές η ποιήτρια μέσα στο έργο της. Μια ποιητική γλώσσα αποκαλυπτική τόσο στις προθέσεις της όσο και στους στόχους της. Όπως είναι η γλώσσα των μικρών παιδιών που ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι ο κόσμος είναι γεμάτος εφιαλτικές εικόνες, παραστάσεις τρομερές και σύμβολα μακάβρια, διάφορα πιστεύω θανατολάγνα, και τραυλίζοντας προσπαθούν να χουχουλιάσουν στις πιο σκοτεινές γωνιές της συνείδησής τους, με μάτια υγρά και τρομαγμένα, χείλη και παλάμες σφικτές.
    Ο προβληματικός πολιτικά και κοινωνικά χώρος και ο ιστορικός χρόνος της εποχής εκείνης, είναι που διαμορφώνουν το ύφος της φωνής της, και καθορίζουν την προσωπική ποιητική της εξομολόγηση και φωνή διαμαρτυρίας.
Το ποιητικό της ύφος μας αποκαλύπτει την στοχαστική επεξεργασία μιας τραυματισμένης συνείδησης όμως παρόλα αυτά, έντονα εκλεπτυσμένης και καλλιεργημένης.
       Σίγουρα, η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, είναι ένα πολιτικό ποίημα-ποταμός, που στέκεται ισάξια δίπλα σε αντρικές φωνές ποιητικής δημιουργίας, όπως είναι εκείνες των Μανόλη Αναγνωστάκη, του Τάσου Λειβαδίτη, και ασφαλώς του μεγάλου δασκάλου Γιάννη Ρίτσου. Η άρτια οργάνωση του ποιητικού υλικού, η οικονομία του λόγου, η λεκτική και στιχουργική μελαγχολική υπερηφάνεια του κειμένου, η γυναικεία ερωτική ανάσα που διατρέχει το έργο, οι ηχητικές του αρμονίες, η βαθιά βιωματική φόρτιση των λέξεων, οι υπαρξιακές πυκνώσεις της γλώσσας που δεν προέρχονται από φαντασιακές καταστάσεις, αλλά την ίδια την παράλογη και αποτρόπαια ιστορική πραγματικότητα, συνθέτουν την υφή ενός ρέοντος στίχου και κρυσταλλώνουν την εξωτερική και εσωτερική ζοφερή περιπέτεια της δημιουργού.
     Η Μαρίνα υφαίνει με λέξεις την ατομική της μοίρα, και κλώθει το ποιητικό νήμα από μια αίσθηση που σημαδεύεται από την πρώτη γνώση της ανθρώπινης μοναξιάς.
    Και είναι αυτή η πρώτη γνώση της μοναξιάς που σχημάτισε και διαμόρφωσε, αλλά και περιχαράκωσε και την δική της ατομικότητα, αυτή της Ρένας Χατζηδάκη, και μετά το τέλος της Δικτατορίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό,
«Οδός Πανός» τεύχος 128/4,5,6,2005 σελίδες 41-44.
Πειραιάς, Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013              

                   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου