Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Ένα ταξίδι στην Ιερουσαλήμ της Ορθοδοξίας

     Είναι η δεύτερη φορά που επισκέπτομαι τον Άθω.
Η τύχη το έφερε να τον επισκεφτώ και τις δύο φορές Άνοιξη και σε ένα χώρο σαν το Άγιο Όρος που βασιλεύει «συνεχώς»η Άνοιξη μέσα στις καρδιές των μοναχών ο καιρός έχει και αυτός την σημασία του για τους επισκέπτες.
Το τραίνο από την Αθήνα έφευγε στις 7 μ.μ. Συνταξίδευα με δύο ωραίους Ιταλούς. Ο ένας από αυτούς ήταν αρχιτέκτονας  γνώστης της Βυζαντινής τέχνης και αισθητικής. Λεπτοκαμωμένος, ερωτικός, με δύο μικρά μπλε ματάκια που κρύβονταν πίσω από ένα στρογγυλό σκελετό γυαλιών, θύμιζε λιγάκι Γκράμσι. Είχε την ηδυπάθεια που χαρακτηρίζει τους μεσόγειους ερωτικούς χαρακτήρες, αφού μπολιαστούν από τον μυστικισμό του Βορρά. Του μίλησα για την καθ’ ημάς Ανατολή και τους Πατέρες της Ορθοδοξίας, που τότε μελετούσα με πάθος. Και έτσι κουβεντιάζοντας, όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου χτύπησαν το παράθυρο του τραίνου και μας καλημέρισαν είχαμε φτάσει στην Θεσσαλονίκη.
      Η διαδρομή από την νύμφη του Θερμαϊκού έως την Ουρανούπολη είναι περίπου δυόμισι ώρες. Έβγαλα εισιτήριο και περίμενα να ξεκινήσει το λεωφορείο έχοντας συντροφιά το βιβλίο «Ζώον Θεούμενον» του Παναγιώτη Νέλλα, του πρώτου εκδότη του περιοδικού «Σύναξη».
Μετά από μία ήρεμη διαδρομή φτάσαμε στην Ουρανούπολη.
Εκεί, γνωρίστηκα με δύο Έλληνες τον Αλέξη και τον Νίκο. Ο Αλέξης έρχονταν για πρώτη φορά στο Περιβόλι της Παναγίας όπως αρέσει στους μοναχούς να αποκαλούν το Όρος, γνώστης των Ανατολικών Θρησκειών και δοξασιών και ο Νίκος για εικοστή.
    Εδώ στην Ουρανούπολη σταματάει το ανθρώπινο και αρχίζει το θείο. Εδώ πληρώνεις τον βαρκάρη όχι με νόμισμα αλλά με την ερημιά σου. Η κάθαρση έρχεται σιγά-σιγά, καθώς επιβιβάζεσαι στο πλοίο για την Δάφνη, σε άλλους κρατάει μια ζωή σε άλλους μέχρι να πατήσουν τα χώματα του Άθω.
     Στο πλοίο, γνωρίστηκα με έναν Φιλοθεϊτη μοναχό τον Φιλόθεο, κρατούσε στο χέρι του ένα βιβλίο του Γιώργου Βέλτσου. Ανοίξαμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω στο θέμα «Θρησκεία και Επικοινωνία». Ήταν ψηλός, λεπτός με κορακίσια μαλλιά και μαύρα καθαρά μάτια, είχε την αθωότητα και την ζωντάνια ενός μικρού παιδιού. Ήταν πληθωρικός ακόμα και μέσα στην σιωπή του. Σε μια στιγμή γυρίζει και μου λέει:
«Γιώργη, το Άγιο Όρος θα σε διδάξει πολλά και θα σου λύσει αρκετές από τις απορίες, αν το θελήσεις. Όμως θα χρειαστείς χρόνο. Πίστη και υπομονή να έχεις για φυλαχτό. Εύχομαι η Χάρις του Θεού να είναι βοηθός σου».
      Καθώς το καράβι έσκιζε με ηρεμία θανάτου τα γαλάζια νερά του Αιγαίου, μου ήρθε στο νου ο συγκλονιστικός στίχος του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου:
«Ελθέ ο μόνος προς μόνον, ότι μόνος ειμί καθάπερ οράς. Ελθέ ο χωρίσας και ποιήσας μόνον επι της γης».
Σκεπτόμουν ότι εκείνο που διδάσκεσαι μέσα στην μεγάλη αγκαλιά της Ορθοδοξίας ή ένα από το πολλά που διδάσκεσαι είναι ότι δεν αγιάζει τόσο ούτε ο χώρος ούτε ο άνθρωπος, αλλά ο τρόπος. Ο τρόπος της σχέσης και της επικοινωνίας σου με τους άλλους ανθρώπους και την Φύση, δηλαδή με τον Θεό.
      Ο πρώτος σταθμός του καραβιού είναι η μονή Ξενοφώντος. Αυτός ο βιγλάτορας της ορθόδοξης πίστης μέσα στην θάλασσα. Είναι του 10ου αιώνα, κοινοβιακή, με θαυμάσιες μωσαϊκές εικόνες των αγίων Γεωργίου και Δημητρίου και αρκετά κειμήλια. Στο άγιο Βήμα του ιερού της μονής βρίσκεται το μικρό ψηφιδωτό που παριστάνει τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Οι ψηφίδες του είναι κολλημένες  με μαστίχα της Χίου, όπως λένε οι καλόγεροι.
     Μετά την Ξενοφώντος και πριν το μικρό λιμανάκι της Δάφνης συναντάς έναν άλλον πέτρινο φρουρό, το Ρώσσικο ή τον Άγιο Παντελεήμονα. Κτίστηκε τον 12ο αιώνα και ως το 1875 ήταν ελληνική μονή. Θεωρείται από τις πλουσιότερες του Αγίου Όρους. Λέγεται ότι στις αρχές του 20ου αιώνα είχε πάνω από 2000 Ρώσσους μοναχούς. Είχε ένα συγκρότημα πολυώροφων επιβλητικών κτιρίων, που περιβάλλεται από άλλες χαμηλότερες οικοδομές, εργαστήρια και ξενώνες. Στη μέση της μονής δεσπόζει ο πελώριος ναός της, που ιδρύθηκε το 1888 και είναι αφιερωμένος στον Αλέξανδρο Νιέφσκη και χρυσή εικόνα του αγίου, δώρο από τον τσάρο Αλέξανδρο το Γ΄ . Η τράπεζά της είναι τεράστια. Στην παραλία έχει ξενώνα και νοσοκομείο., περιβάλλεται ακόμα από 12 μικρά παρεκκλήσια μέσα στη μονή και 13 έξω από αυτήν. Ένα πλήθος τρούλων και επίχρυσων σταυρών, καθώς και το κωδωνοστάσιο με τις πολλές και μεγάλες καμπάνες του κοσμούν τη μονή. Οι χρυσαφένιοι τρούλοι των ορθόδοξων εκκλησιών μοιάζουν με καταυγάζουσες σφαίρες, που μια αόρατη  δύναμη έχει συγκρατήσει, μόλις πριν εκραγούν για να σφηνωθούν στα ύψη.
Στο Ρώσσικο, από ότι έμαθα υπάρχει και η μεγαλύτερη και πιο βαρειά καμπάνα του Όρους, η οποία ζυγίζει περίπου 10 τόνους. Αντικρίζοντας τον όγκο και το μέγεθος της καμπάνας, φέρνεις στο νου μια άλλη καμπάνα, αυτή του Κρεμλίνου από την ταινία του Αντρέϊ Ταρκόφσκυ.
      Μετά από ένα γαλήνιο και εντυπωσιακό ταξίδι φτάσαμε στη Δάφνη. Εκεί είχες να διαλέξεις ανάμεσα σε ένα μικρό και παμπάλαιο λεωφορείο-παρόμοιο του είχα δει ένα στην Αμοργό, όταν επισκέφτηκα το μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιότισσας, και το μικρό εκκλησάκι στην παραλία της Αγίας Άννας-και στον πεζόδρομο. Μια απόσταση περίπου 3 ωρών. Επιμένοντας λιγάκι, πήραμε τον χωματόδρομο για τις Καρυές. Η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Έχεις την αίσθηση ότι ανεβαίνεις τη σκάλα του Ιακώβ. Από την μία απλώνεται μπροστά σου το Αιγαίο σαν πελώριο τεντωμένο τόξο και από την άλλη ο θεόρατος, ανθοτρεφής και πάντοτε χιονισμένος Άθως. Ανεβαίνοντας νομίζεις ότι ο ίδιος ο Θεός σε παίρνει από το χέρι και σου λέει:
«Σε περίμενα, έλα να σε φιλέψω. Κάτσε να κουβεντιάσουμε τα ντέρτια και τους καημούς σου. Κάτσε να κλάψουμε μαζί, να πονέσουμε μαζί, να μοιραστούμε την μοναξιά μας. Εγώ της Αγιότητάς μου κι εσύ των αμαρτιών σας. Έλα να σε ξεναγήσω στα μποστάνια, τις σκήτες και τα μοναστήρια μου. Έλα να ανακαλύψουμε ξανά τις χιλιάδες μυστικές ομορφιές της Φύσης, αλλά και τις απόκρημνες βουνοκορφές του εαυτού σου».
      Μετά από μια μαγευτική και γλυκιά κούραση φτάσαμε στις Καρυές.  Στις Καρυές επικρατεί ένας πνευματικός αλλά και εμπορικός οργασμός. Βρίσκονται σε μια παραμυθένια τοποθεσία  με άφθονα νερά και πάμπολλες καστανιές, σε υψόμετρο 370  μέτρων.
Εδώ στο Πρωτάτο, εκτός από την μονή Κουτλουμουσίου (απέχει περίπου 5 λεπτά, με τις φοβερές και φρικτές τοιχογραφίες της από την κρίση των νεκρών), κάθε μονή διατηρεί κι ένα κονάκι (αντιπροσωπείο), όπου διαμένει ο αντιπρόσωπός της. Στο κέντρο της Πλατείας βρίσκεται ο ναός του Πρωτάτου, με τις θαυμάσιες και σημαντικής καλλιτεχνικής αξίας αγιογραφίες του Μανουήλ Πανσέληνου, του σημαντικότερου αγιογράφου της Μακεδονικής Σχολής (13-14ος αιώνας), και την ιστορική φορητή εικόνα «Άξιον εστί», έργο του κελλιώτη μοναχού Χρυσοστόμου. Απεικονίζει την Παναγία την Βρεφοκρατούσα που περιβάλλεται από 20 μικρές εικόνες, όπου παριστάνονται οι σφραγίδες των 20 μονών του Όρους.
Σε απόσταση 5 λεπτών από τις Καρυές υπάρχει η Ρώσσικη σκήτη του Αγίου Ανδρέα, που ανήκει στην μονή Βατοπεδίου.
Κτίστηκε ανάμεσα στα 1857-1900. Το 1867 ο μέγας δούκας της Ρωσσίας Αλέξανδρος Αλεξάνδροβιτς θεμελίωσε τον τεράστιο και επιβλητικό σε όγκο ναό του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, που έχει μήκος 60 μέτρα, πλάτος 33 μέτρα, και ύψος 23 μέτρα. Προσαρμοσμένος στη ρώσσικη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, ο ναός επιστέφεται από ένα συγκρότημα μολυβοσκεπασμένων τρούλων, που φέρουν στην κορυφή τους κατάχρυσες σφαίρες. Πάνω σε αυτές ορθώνονται μεγάλοι καλλιτεχνικοί χρυσοί σταυροί. Όταν το φως του ήλιου πέσει πάνω τους προκαλείται μια ανταύγεια εκτυφλωτική.
Επίσης, σε κοντινή απόσταση προς το βόρειο μέρος βρίσκεται και το κελλί του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, ενός μοναχού από την Νάξο, ο οποίος συγκέντρωσε και εξέδωσε δεκάδες κείμενα της Ορθόδοξης πατερικής παράδοσης την «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών» καθώς και άλλα πατερικά κείμενα.
     Πήραμε τις ταυτότητες από το Μέγαρο-Διοικητήριο των Καρυών, και ξεκινήσαμε για την μονή Φιλοθέου. Σε τρείς ημέρες είχε πανηγύρι. Ακολουθήσαμε τον κεντρικό δρόμο που περνάει μπροστά από την μονή Ιβήρων. Ένα μικρό κάστρο μέσα στην θάλασσα. Η μονή είναι ιδιόρρυθμη, κτίστηκε το 980 από τον Ιωάννη τον Ίβηρα και τον Νέο Χρυσόστομο, όπως λέει ο Συναξαριστής, γιό του Οσίου Ευθυμίου. Το 1865 καταστρέφεται από πυρκαγιά. Ανοικοδομείται ξανά το 1900.
Έχει 14 μικρά παρεκκλήσια όπου σε ένα από αυτά φυλάσσεται η περίφημη εικόνα της Παναγίας της Πορταϊτισσας. Η βιβλιοθήκη της έχει σπάνια βιβλία, κώδικες και περγαμηνές του 12ου και 13 αιώνα.
   Εδώ στην Ιβήρων, αλλά και γενικά σε όλο το Όρος, η Παναγία είναι η μόνη θηλυκή συντροφιά των μοναχών. Είναι το ζεστό φιλί της ζωής, το απάγκιο των προβλημάτων τους, η μεγάλη αγκαλιά και το τρυφερό χάδι μέσα στην φουρτούνα των σκέψεών τους και την ταραγμένη ψυχή τους. Είναι η μόνη θηλυκή ύπαρξη που λατρεύεται στο Όρος.
     Από το πίσω μέρος της μονής, υπάρχει ένα μικρό μονοπάτι, που οδηγεί στην Φιλοθέου. Το ακολουθήσαμε. Ο μόνος ήχος που ακούγονταν ήταν από τα τρεχούμενα νερά, τα αηδόνια, και κάποτε-κάποτε το «ευλόγησον» κάποιου μοναχού που συναντούσαμε στον δρόμο. Η βλάστηση ήταν πλούσια. Το χρώμα των φύλλων μαλακό και εύπλαστο, σε ξεκούραζε σωματικά και ψυχικά. Το χώμα είχε και αυτό την δική του ζεστασιά. Εδώ το φως του ήλιου, δεν έχει την σκληράδα των πόλεων. Εδώ όλα παίρνουν μια άλλη διάσταση. Όλα φιλιώνουν και διαχέονται μέσα στο μαβί της θάλασσας.
      Η μονή Φιλοθέου, είναι κτισμένη πάνω σε ένα οροπέδιο κι έτσι έχεις έναν συγκερασμό από βουνό και θάλασσα. Μοιάζει με κάστρο, όπως όλες σχεδόν οι μονές. Είναι κοινοβιακή, ιδρύθηκε τον 10ον  αιώνα από τον μοναχό Φιλόθεο, σύγχρονο του Αθανασίου του Λαυριώτη. Την ονομάζουν και μονή Φτέρης. Στην μονή φυλάσσεται ένα μέρος από το σκήνωμα του ιεράρχη Θεοδοσίου και άλλα ιερά λείψανα.
Εδώ επίσης, έμεινε για ένα μεγάλο διάστημα το «μεγάλο δέντρο», ο ισαπόστολος και ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός.
     Σε αυτήν την μονή κυριαρχούν τα μπαλκόνια, τα μικρά παράθυρα και η καθαριότητα. Στην μέση της δεσπόζει ο ναός, με ζωντανές και έντονες τοιχογραφίες που τουλάχιστον στην εξωτερική όψη του ναού, δεν είναι αποκλειστικά Βυζαντινής τεχνοτροπίας. Υπάρχει επίσης μια θαυμάσια εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας, που κατά την παράδοση, είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.
      Φιλοξενηθήκαμε σε ένα μικρό αλλά περιποιημένο κελλί, με ωραία θέα. Η διακόσμηση ήταν λιτή και καλαίσθητη καθώς και ο εξωτερικός διάκοσμος. Στην πανήγυρη όλοι ήσαν επί ποδός. Ένα μικρό μελισσολόι δούλευε ακατάπαυστα για την γιορτή. Πλήθος επισκεπτών κατέφθανε συνέχεια από τα άλλα μοναστήρια και από έξω. Πήγαμε να βοηθήσουμε, μας δέχθηκαν με ευχαρίστηση μια και η κούραση ήταν μεγάλη. Ο ηγούμενος, ένας μικροκαμωμένος άγιος άνθρωπος φρόντιζε για όλα. Πολύ δραστήριο άτομο, αεικίνητο. Συμβούλευε, επέβλεπε, ορμήνευε για το τυπικό της γιορτής. Βοηθούσε σχεδόν σε όλα τα διακονήματα. Τον φέρνω στο νου μου να κάθεται μπροστά στις σκάλες της κουζίνας με μια ποδιά μπροστά του ένα σκουφάκι στο μικρό του κεφάλι, και να καθαρίζει ψάρια. Αν τον έβλεπε ένας ξένος εκείνη την στιγμή, ούτε που θα σκεφτόταν ότι ο λερωμένος και βρώμικος αυτός μοναχός είναι ο ηγούμενος της μονής. Αυτός που διοικεί εδώ και αρκετά χρόνια το μοναστήρι, με αγάπη αλλά και πυγμή.
     Ο Φιλοθείτης μοναχός που γνωρίσαμε στο πλοίο μας ξενάγησε σε όλη την μονή πολύ πρόθυμα και χαρούμενα. Στο πίσω μέρος της μονής και σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, υπάρχει ένας μικρός αλλά πανέμορφος καταρράκτης. Αν παρατηρήσεις για λίγο τα τρεχούμενα νερά και αμέσως κοιτάξεις τους γύρω βράχους , έχεις την εντύπωση ότι οι βράχοι ανέβαιναν προς τον ουρανό. Παλαιότερα εκεί κοντά βρίσκονταν το ξυλουργείο της μονής.
     Ανάμεσα στους μοναχούς, ξεχώριζε ένας αγιορείτης πάνω από 20 χρόνια στο Όρος που εξωτερικά τουλάχιστον, έμοιαζε με ήρωα του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ο Μακάριος, ένα ατίθασο και ελεύθερο πνεύμα, που συνεχώς ήξερε να ανανεώνεται. Νόμιζες ότι μόλις ακόμα χθες πάτησε το πόδι του στο Όρος. Ένας άλλος μοναχός στο τηλεφωνείο ήταν μια αθώα και καλοκάγαθη ύπαρξη, με ένα παιδικό χαμόγελο, μια ζεστασιά και χάρη, που σπάνια συναντά κανείς στον έξω κόσμο, στις πολύβουες μεγαλουπόλεις.
      Στην μονή λόγω της πανήγυρης, είχαν έρθει προσκυνητές και από άλλα μοναστήρια, είτε λαϊκοί είτε μοναχοί. Υπήρχαν ορισμένοι, που το μόνο που τους ενδιαφέρον ήταν όχι πως θα έφταναν πιο ταπεινά στην άλλη ζωή που έλεγαν ότι πίστευαν, αλλά πως θα αποθανατιστούν με δόξα στην παρούσα. Μοναχοί, που το πιστεύω τους και η ζωή τους σταματούσε στο διακόνημά τους. Κοσμικοί και αδιάφοροι, κακεντρεχείς και αδαείς, κατηγορούσαν επώνυμα άλλους μοναχούς ή λαίκούς θεολόγους ή καθηγητές πανεπιστημίων, με την ίδια ευκολία που προσέρχονταν στην θεία Ευχαριστία. Με ενόχλησε τόσο ο υπεροπτικός τους τρόπος όσο και η μικρολογία τους. Δεν σκέφτονταν ίσως, ότι μπροστά στον Θεό είμαστε όλοι το ίδιο βεβαρημένοι με τις αστοχίες μας. Παντού τα πάντα.
     Στην μονή γνωρίστηκα και με έναν αγιογράφο μοναχό τον Νικόδημο, ο οποίος έγραφε και ωραία ποιήματα. Ένα τίμιο και αξιόλογο πρόσωπο με στέρεο και ακλόνητο πιστεύω. Με μια αυθεντική απλότητα και καλοσύνη, μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε ένα βαθύ και ειλικρινή αυτοέλεγχο της ζωής και του πιστεύω του. ήταν αυτό που ονομάζαμε καλή πάστα ανθρώπου, μοναχικός και διαβασμένος, Η όλη του εμφάνιση μαρτυρούσε την πάλη αλλά και την γαλήνη του εσωτερικού του κόσμου. Στις αγιογραφίες του, παρατήρησα όταν επισκέφτηκα το κελί του, ότι έδινε μεγάλη προσοχή στο πρόσωπο και ιδιαίτερα στα μάτια.
Εμβόλιμη νεότερη παρένθεση πέρα από το δημοσιευμένο κείμενο.
     Το ίδιο θα μπορούσα να πω και για μια από τις πολλές φορές που επισκέφτηκα το Όρος και για τον μοναχό Συμεών τον Περουβιανό με αυτές τις καταπληκτικές μικρές σαν βινιέτες ποιητικές του μαρτυρίες. Αντίθετα δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση, μάλιστα έχω πολύ αλγεινή εικόνα για αυτόν, ο μοναχός Παϊσιος, ένα πολύ παράξενο λεπτοκαμωμένο και μάλλον «κακό» ανθρωπάκι που μετά την εκδημία του τρέχουν να πάρουν την ευλογία του, ας είναι.
     Στις δέκα περίπου μέρες που φιλοξενήθηκα στην μονή Φιλοθέου, είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ και την μονή Καρακάλλου.
     Απέχει μισή ώρα με το πόδι από την μονή Φιλοθέου. Είναι μικρή κοινοβιακή μονή, λίγο απομονωμένη από τις άλλες. Κτίστηκε τον 11ο  αιώνα. Έχει καθολικό με ωραίες τοιχογραφίες, στις οποίες δεσπόζει η μεγάλη εικόνα των Αγίων Αποστόλων, έργο του γνωστού αγιογράφου Διονυσίου του εκ Φουρνά της περιοχής των Αγράφων το 1722. Εδώ αγίασε και ο οσιομάρτυρας Γεδεών. Αρχοντάρης ήταν ένας αγγελόμορφος νεαρός μοναχός, πάρα πολύ φιλόξενος και ντροπαλός.
     Αφού αποχαιρέτησα με κάποια λύπη την Φιλοθέου, ξεκίνησα για την ιερά μονή Σταυρονικήτα.
     Η μονή Σταυρονικήτα απέχει μία ώρα από τις Καρυές. Είναι και αυτή μικρή μονή και έχει υποστεί πολλές ζημιές λόγω των αλλεπάλληλων σεισμών. Ο χώρος που είναι κτισμένη-πάνω σε έναν βράχο-είναι τόσο άγριος, τόσο απότομος που σου δημιουργεί μια έντονη αίσθηση θανάτου.
Ο θάνατος δεν είναι μόνο μέσα μας, αλλά και γύρω μας, έρχεται από τη μεριά της θάλασσας, του γκρεμού, απλώνεται σαν σκοτεινό πέπλο και σε καλεί κοντά του, με μια μαγεία όπως στα κινηματογραφικά έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
     Η μονή είναι κοινοβιακή, κτίστηκε και αυτή τον 10ο αιώνα από τον Ιωάννη τον Τσιμισκή. Το καθολικό της έχει τοιχογραφίες του Κρητός Θεοφάνη (1546). Είναι η τελευταία περίοδος του ζωγράφου. Η πρώτη είναι αποτυπωμένη στην μονή της Μεγίστης Λαύρας. Υπάρχει ακόμα, και η ψηφιδωτή εικόνα του αγίου Νικολάου του Στρειδά.
    Η φιλοξενία στην Σταυρονικήτα είναι άψογη και τυπική. Υπάρχει ένας προγραμματισμός άκαμπτος. Μια λεπτή ομίχλη επικρατεί ανάμεσα στους επισκέπτες και τους μοναχούς. Φυσικά οι μοναχοί εκεί, και ιδιαίτερα ο ηγούμενος-ο Βασίλειος ο Γοντικάκης-είναι από τους πιο μορφωμένους του Όρους. Όμως αυτή η άκαμπτη τάξη και ευσέβεια που επικρατούσε, τόσο μέσα στην μονή όσο και έξω από αυτήν, κάπου με φόβιζε και με απωθούσε. Σου άφηνε την αίσθηση της τάξης και της υπακοής που πηγάζει από ένα καθήκον και όχι από μια αυταπάρνηση. Ένοιωθες την αρετή ορισμένων μοναχών, ενώ σε άλλους έναν υπεροπτικό τρόπο θρησκευτικής ζωής. Σαν να μην μπορούσαν να αφήσουν τον εαυτό τους έκθετο στον αγιασμένο αυτό χώρο.
    Μια οικεία και ανθρώπινη ζεστασιά απέπνεε ο μοναχός από την Κω, που φρόντιζε με τόση επιμέλεια την τραπεζαρία της μονής και τον κήπο. Ο άλλος από την Κρήτη με εκείνο το κόκκινο (μια και τα γένια του ήταν κόκκινα) και ζωηρό χαμόγελο, που δούλευε με σβελτάδα στο μποστάνι της μονής και ορισμένοι άλλοι καλοκάγαθοι μοναχοί.
    Εδώ στην Σταυρονικήτα, έμαθα για τον θάνατο του «Αγίου» Ζαν Ζενέ κατά τον Ζαν Πωλ Σαρτρ. Στον εσπερινό το σούρουπο προσευχήθηκα για την ψυχή του.
      Μια ώρα από την Σταυρονικήτα, είναι η μονή Παντοκράτορος. Κτισμένη και αυτή σε απόκρημνα βράχια της βόρειο-ανατολικής ακτής του 14ου αιώνα πολύ μεταγενέστερη από τις άλλες.
Στην πόρτα, μας υποδέχθηκε η Παναγιά η Γερόντισσα. Όμορφη μονή, σαν μικρή φωλιά που είναι έτοιμη να σε δεχθεί να χουχουλιάσεις μέσα της. Ο Προηγούμενος ήταν πρόσχαρος και δραστήριος. Με φωνή τενόρου και την εξυπνάδα ενός καλλιεργημένου ατόμου μας ξενάγησε στην μονή. Στην εκκλησία βρίσκεται η Παναγία με ανοιγμένα τα χέρια, χωρίς τον Χριστό στην αγκαλιά της.
Μια παρόμοια εικόνα με άδεια την αγκαλιά της Παναγίας είχα δει στην Νέα Μονή της Χίου, όταν επισκέφτηκα το νησί, την μονή και την βιβλιοθήκη του Γιώργου Θεοτοκά.
Το τέμπλο και οι αγιογραφίες στην Παντοκράτορος  ήταν σκεπασμένα από την κάπνα των κεριών και των λαμπάδων.
     Βλέποντας την αργή καταστροφή των ναών και των μοναστηριών σε έπιανε θλίψη για την αδιαφορία της κρατικής μέριμνας. Ανεξάρτητα από τα όποια θρησκευτικά ή όχι πιστεύω του καθένα μας, μερικά πράγματα είναι μέσα στην συλλογική μας κληρονομιά τόσο δεμένα μεταξύ τους, που, αν αρχίσουν να καταστρέφονται θα παρασύρουν μαζί τους και όλη την υπόλοιπη κληρονομιά μας.
Τα Μοναστήρια, όπως και ο Παρθενώνας, οι Δελφοί, οι Βυζαντινές εκκλησίες, οι πύργοι και τα γεφύρια και άλλα ελληνικά αρχιτεκτονήματα μέσα στην διάρκεια του χρόνου, αποτελούν μια οργανική ενότητα μέσα στο εκφραστικό σύνολο της Ελληνικής παράδοσης. Πέρα από την οποιαδήποτε σκοπιμότητα, θρησκευτική ή πολιτική, τα κτίσματα αυτά αποτελούν μια έκφραση ζωής και μιας αισθητικής αντίληψης ενός κοινωνικού σώματος.  Μπορεί να είναι αντίθετη ή διαφορετική από την δική μας ή τα σημερινά μας βιώματα, δεν παύει όμως να είναι μια έκφραση και ένας τρόπος ζωής αληθινής και καρποφόρας για εκείνους που την πιστεύουν. Ακριβώς επειδή είναι διαφορετικά, αλλά αληθινά αυτά βιώματα, αξίζει να καταβληθεί προσπάθεια να βοηθηθούν και να σωθούν από την φθορά του χρόνου.
Γιατί νομίζω, ότι ο γνήσιος πολιτισμός δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε πολιτικό ή θρησκευτικό, κοινωνικό ή ατομικό, παλαιό ή καινούργιο, αγκαλιάζει εξίσου τα πάντα, τα οποία μπορεί να αφομοιώσει με συμπάθεια και κατανόηση.
     Έχοντας συντροφιά το βιβλίο «Εισοδικόν» του ηγουμένου της μονής Σταυρονικήτα. Άφησα την Παντοκράτορος για το Βατοπέδι.
     Η απόσταση είναι περίπου τέσσερις ώρες. Την ομορφιά που έχει το Βατοπέδι δεν την έχει νομίζω άλλη μονή από όσες μέχρι τώρα έχω επισκεφτεί.
   Έχει την όψη της πολίχνης-φρουρίου και θεωρείται η πολυτελέστερη, η πλουσιότερη και πιο σύγχρονη μονή του Αγίου Όρους. Αυτό το τεράστιο κτιριακό συγκρότημα, παρότι δεν έχει αρκετούς μοναχούς για να το φροντίσουν, καταφέρνει από μόνο του να είναι τόσο επιβλητικό, τόσο ζωντανό αλλά και τόσο έρημο, που πρέπει να αλλάξεις την μέχρι σήμερα αισθητική σου για να γιομίσεις με την χάρη του. Γιατί να πρωτομιλήσεις.  Για το κιόσκι και το πηγάδι έξω από την μονή; Για το «κινέζικο» σύμβολο του Γιανγκ-Γινγκ που έχει στην πρόσοψή της; Τους τεράστιους διαδρόμους της, την πανέμορφη και ζεστής ατμόσφαιρας αυλή της, ιδίως όταν βασιλεύει ο ήλιος; Τα παρτέρια της, τα μικρά γεμάτα λουλούδια μπαλκόνια, τα ωραία καφασωτά της, την τρίκρουνη βρύση με τις επιγραφές της; Την μεγάλη της τραπεζαρία με τις τόσο γλαφυρές και έντονες αγιογραφίες της, αλλά και χάρμα οφθαλμών λαϊκές ζωγραφιές της; Τα ψηφιδωτά με τις γαλήνιες μορφές των αγίων της; Την καθαρότητα του ουράνιου θόλου της; που είναι ένας νυχτερινός παράδεισος όταν έχει πανσέληνο. Την τεράστια και άβατη παραλία της; Στο Βατοπέδι νιώθεις ότι δεν αρκούν οι αισθήσεις σου. Έρχεται η στιγμή να φωνάξεις ότι δεν αντέχεις τόση ομορφιά, τόση γαλήνη γύρω σου.
Μια μυστική φυσική ομορφιά, ομορφιά του καθαρού φωτός, που μόνο στην Οία της Σαντορίνης είχα ξανανιώσει.
     Ο δρόμος της επιστροφής, φέρνει στις Καρυές. Και Καρυές χωρίς Πανσέληνο και τον γέροντα που έχει το ομώνυμο βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις δεν γίνεται.
Ο Πανσέληνος οδηγεί με τις παραστάσεις του τον άνθρωπο στην  ένθεο ζωή και ο γέροντας Ιερόθεος κρατά μακριά από τις Καρυές και το κελλί του τους δαίμονες του φανατισμού και της αγνωσίας. Το λεπτό του χαμόγελο και οι κοφτές, όλο σοφία λέξεις του σε κάνουν να τον χαίρεσαι και να θέλεις την συντροφιά του. Η αγάπη του για τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες γνώσεις, την τέχνη και την παιδεία γενικότερα και η βαθειά και στερεή πίστη του ταυτίζονται σε ένα σύμβολο μοναχού. Ένα σπινθηροβόλο πνεύμα, που συμπαραστέκεται αντί να ηθικολογεί. Μια ισχυρή προσωπικότητα, που έχει επίγνωση ότι πατάει πάνω σε χώματα που αγίασαν χιλιάδες πρόσωπα πριν από αυτόν. Είναι ο καλόγερος που τον ορθολογισμό του και την πίστη του δεν την έχει ξεκρέμαστη και γιομάτη δηλητήριο για τις πράξεις των άλλων, αλλά εικονοστάσι γεμάτο πείρα και εμπειρία για να σηματοδοτεί αυτούς που τον πλησιάζουν. Είναι μπολιασμένος από την χάρη της ανθρώπινης συμπόνιας  και της θρησκευτικής εμπειρίας. Κοντά του ο πατήρ Κύριλλος, μικρασιάτης στην καταγωγή με την φιλοξενία και την ζεστασιά του ανθρώπου που κουβαλά μέσα του τον πόνο του ξεριζωμού της φυλής του, αλλά και την προγονική πίστη.
Ένας ήρωας που θα έβγαινε αβίαστα από τις αναμνήσεις του Στρατή Δούκα ή του Ασημάκη Πανσέληνου.
Δίπλα τους ακόμα ένας νέος μοναχός γύρω στα 25 ο Ανδρέας, που φλέγεται σαν λαμπάδα από τον φανατισμό της πίστης του. Απροσπέλαστος και άκαμπτος, όπως και πολλοί άλλοι μοναχοί στον Άθω.
Ίσως γιατί ακόμα δεν έχουν βρει την απαιτούμενη ισορροπία του θείου φωτός και της ανθρώπινης συμπόνιας, που χρειάζεται ο χριστιανός για να αφήνεται στους άλλους.
     Γιατί πιστεύω ότι η αλήθεια της πίστης μας φανερώνεται από το βαθμό βοήθειας που προσφέρουμε στους άλλους. Πολλές φορές η πίστη σκέτη όχι μόνο δεν βοηθάει τον άνθρωπο αλλά δεν αληθεύει εν αγάπη.
Γιατί μόνο τότε σωζόμαστε ή νομίζουμε ότι σωζόμαστε, όταν το Εγώ γίνει Εμείς και το Εμείς Εσείς.
     Αφήνοντας την αιωνιότητα του Αγίου Όρους στην αταραξία της, πήρα το καράβι από την Δάφνη για τον δρόμο της επιστροφής, έχοντας κατά νου και πάλι ένα στίχο του Συμεών του Νέου Θεολόγου:
«Αγάπη πηγή πυρός, όσον αναβλύζει τοσούτον τον διψώντα καταφλέξει».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό
«Σύναξη», τεύχος 26/ Απρίλιος-Ιούνιος 1988, σελίδες 73-78.

Σημείωση: Γράφοντας αυτό το κείμενο 25 χρόνια αργότερα για τον Η/Υ δεν μπορώ να μην σταθώ σε ορισμένα πράγματα.
Ασφαλώς μετά από 20 φορές που επισκέφτηκα το Όρος, τώρα πια δεν νομίζω ότι τουλάχιστον εμένα έχει κάτι να μου πει. Εκτός ίσως το ότι θα ξαναέβλεπα παλαιά αγαπημένα πρόσωπα τώρα που τα χρόνια παρήλθαν. Δυστυχώς έζησα την καταστροφή του φυσικού του περιβάλλοντος και τις νοοτροπίας των μοναχών. Την τελευταία φορά που το επισκέφτηκα, και πήγα σε διάφορα κελιά, ντράπηκα όταν γύρισα σπίτι μου και είδα που μένω εγώ και πως διαβιώ.
Έπειτα άτομα αγράμματα, αστοιχείωτα, φανατισμένα και επικίνδυνα για το ίδιο το Όρος πρώτιστα, μοναχοί βλάκες και αδαείς, πήγαν και έσβησαν όπως έμαθα το σύμβολο του Γιαν και του Γιν που πρώτος εγώ παρατήρησα και έγραψα σε αυτό το οδοιπορικό. Αν ήξερα ότι θα πήγαιναν να το ασβεστώσουν δεν θα το ανέφερα καθόλου, κρίμα. Όπως δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι μιλώντας για το Βατοπέδι δεν αναφέρομαι σε κανέναν μοναχό, δεν είναι καθόλου τυχαίο, περιγράφω μόνο τον χώρο.
Και κλείνοντας, προσέθεσα την παράγραφο που αναφέρομαι στον γέροντα Παίσιο. Ένα άτομο που ακόμα και σήμερα δεν θα ξεχάσω την πάρα πολύ άσκημη συμπεριφορά του, για  άτομο της δικής του ηλικίας.
Ας είναι, Το Άγιο Όρος δεν ανήκει μόνο στους μοναχούς, ανήκει σε όλους μας, και αποτελεί αν δεν κάνω λάθος τμήμα του Ελληνικού εδάφους ακόμα.

Πειραιάς, Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

                                                                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου