Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΛΟΓΙΑ


Μνήμη 91 αδικοχαμένων Ελλήνων και Ελληνίδων σε περίοδο ειρήνης στην χώρα μας

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΛΟΓΙΑ
          Ι
Τι απογίνονται οι αναμνήσεις των νεκρών
πού μένουν μέσα μας; Τα πρόσωπά τους
κρατούν μελαγχολίας έκφραση,
σα να ρωτούν, γιατί δεν έζησαν μαζύ μας;
Ο θάνατος είν’ απειράριθμος,
είναι οι νεκροί πολλοί και λησμονούμε,
όμως εκεί πού δεν το περιμένουμε, θυμούμαστε,
θυμούμαστε πολύ, με πόνο
και δεν μπορούμε να καταλάβουμε το θάνατο
που κλείνει η ζωή.
          ΙΙ
Αγαπημένα πρόσωπα, χαμένα, κανένα
Δε θα μείνει απ’ αυτά, ούτε
μεσ’ στην καρδιά μας, ίσως.
Γι’ αυτό λυπούνται οι νεκροί.
Ξέρουν μεσ’ στην οδυνηρή γαλήνη τους,
στην ησυχία την τρομακτική
πού τους ξαπλώνει, ξέρουν την αποσύνθεση
απ’ την μορφή τους την περαστική,
απ’ την μοναδική, δική τους παρουσία
και πιο πολύ λυπούνται που θα χαλάσει
η εμορφιά τους, στη δική μας τη ζωή.
          ΙΙΙ
Τους πεθαμένους σκέφτομαι βιαίως,
εκείνους πού πέθαναν, δίχως να θέλουν
να τελειώσει η ζωή τους, εκείνους
πού να ζήσουν ήθελαν ακόμα
κι’ όμως έχασαν τη ζωή τους.
Είναι αυτοί, που ζούνε μέσα μας.
Κρατούμε τη ζωή τους, μέσα μας
απήχηση οδυνηρή, βάρος
απάνω στην ψυχή απ’ το σώμα μας
η ζωή τους, που τη φανταζόμαστε καλή
και ξέρουμε πως δεν την έζησαν.
Γίνονται οι κινήσεις που δεν έκαναν
μέρος της ζωής μας και σταματούν.
Τα μάτια μας πασκίζουν
να τους κοιτάζουν, τι θα έκαναν,
θέλουν να τους ιδούν. Έτσι τους αγαπούν.
Πασκίζουν να μη λησμονήσουν τις κινήσεις,
που οι πεθαμένοι θα έκαναν,
ώσπου πιά λησμονούν.
          IV
Θέλουμε να νικήσουμε το θάνατο,
που κουβαλούμε μέσα μας.
Δίχως εξήγηση, τι θ’ απογίνουν
οι νεκροί, που ζούνε μέσα μας;

     Ες βάθρον, ρέε δ’ αίμα κελαινεφές’ αι δ’ εγέροντο
     ψυχαί υπέξ ερέβης νεκύων κατατεθνηώτων.
……………………………………………………..
     οι πολλοί περί βόθρον εφοίτων άλλοθεν άλλοι
     θεσπεσίη ιαχή…
                                        Οδύσσειας Α.
Ώ, πόσο τη ζωή, αποζητούν οι πεθαμένοι!
Εκείνοι, που πέθαναν, κοιτάζουν
τους ζωντανούς και τους επιθυμούν.
Είν’ απαγορευμένοι αυτοί στα Ηλύσια.
Είναι οι χωριστοί, οι αποχωρισμένοι πιά,
οι πεθαμένοι,-καθώς έχουν πεθάνει
βλέπουν,- μά δεν μπορούν
να πουν τίποτα πιά πραγματικά
στους ζωντανούς. Πόσο τους θέλουν,
τους αγαπούν, ζητούν να παν κοντά τους,
μαζύ τους να σταθούν, απ’ όλα πιο πολύ,
την αγάπη νοσταλγούν οι πεθαμένοι,
την αγάπη απ’ το σώμα πού πλησιάζει,
όμως το ξέρουν, πώς δεν μπορούν να πλησιάσουν,
πού μένουν δίχως σώμα πιά,
κι’ αυτό, το νοσταλγούν και το θυμούνται
τ’ ωραίο σώμα των ανθρώπων της ζωής.
Είν’ η τυράννια τους πικρή,
ξέρουν κι’ αν τους επιτραπεί
να πλησιάσουν τους αγαπημένους
ωραίους ανθρώπους, που ζουν
κι’ αν πάν να τους αγγίξουν, κοντά τους,
αυτοί δε θα αισθανθούν το άπιαστο άγγιγμά τους
και δεν θα βρούν απάντηση οι άφαντοι πεθαμένοι.

Ζωή Καρέλλη (1901-16/7/1998), 
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ τόμος πρώτος (1940-1955), εκδόσεις ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1973, σ.70-, από την συλλογή «Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ» (1948)

ΥΓ. Δυστυχώς, προσπάθησα να βρω στις εφημερίδες ή στο διαδίκτυο τα ονόματα των αδικοχαμένων για να τα παραθέσω και δεν τα βρήκα.
Πειραιάς 6 Αυγούστου 2018    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου