Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

INGMAR BERGMAN


ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
INGMAR BERGMAN
(Ουψάλα Σουηδία 14/7/1918-Faro Σουηδία 30/7/2007)

      Κινηματογράφος, η τελευταία και πιο σύγχρονη από τις δημιουργικές Τέχνες του ανθρώπου στην εξέλιξη της πολιτιστικής του διαδρομής. Μια ανθρώπινη εφεύρεση του προηγούμενου αιώνα που βασίστηκε στην αδυναμία του ανθρώπινου ματιού να αντιληφθεί ξεχωριστά μια σειρά από εικόνες του φυσικού περιβάλλοντος που διαδέχονται η μία την άλλη με υπερβολική ταχύτητα σε απειροελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου που είναι στην ουσία τους ίδιες. Αυτή η φυσική ανεπάρκεια του ανθρώπινου οφθαλμού αναπληρώθηκε από την ονειρική μαγεία της έβδομης τέχνης. Μια μαγεία που βασίζεται σε 42 ανά μέτρο τον αριθμό μικρών ορθογώνιων εικόνων ενός διάτρητου φιλμ που χωρίζονται η μία εικόνα από την άλλη από μια μαύρη γραμμή. Όταν η μηχανή που είναι τυλιγμένη η μπομπίνα του διάτρητου φιλμ τεθεί σε κίνηση οι μικρές αυτές ασπρόμαυρες ή έγχρωμες εικονίτσες διαδέχονται η μία την άλλη σε χιλιοστά δευτερολέπτου παράγοντας την ψευδαίσθηση της κίνησης πάνω στο άσπρο πανί της οθόνης. Δικαιούμαστε να μιλάμε για μαγευτική ψευδαίσθηση, μια και τα στιγμιότυπα που εξελίσσονται μέσα στα μικρά αυτά εικονίδια είναι στατικά. Αυτή η «καγκελοφραγμένη-φακελωμένη» (δανείζομαι τις λέξεις από τον ισπανό σκηνοθέτη Λουϊς Μπουνουέλ) ονειρική στιγμιαία αστραπή φωτός γέννησε την μόνη ιστορική αθανασία του ανθρώπινου είδους μέσα στο Σύμπαν στο διάβα της Ιστορίας του. Μας λέει ο Λουίς Μπουνουέλ: «Ο Οκτάβιο Παζ έχει πει: «αν κάποιος αλυσωμένος θάκλεινε τα μάτια, ο κόσμος θα γινόταν κομμάτια». Και γω θα μπορούσα να πω: αν το άσπρο βλέφαρο της οθόνης ανακλάσει το πρεπούμενο φως, το Σύμπαν θα καιγότανε ολάκερο. Για την ώρα όμως μπορούμε να αναπαυόμαστε «εν ειρήνη»: το φως του κινηματογράφου είναι κατάλληλα φακελωμένο και καγκελοφραγμένο.», στο «ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΥΜΙΕΡ ΣΤΟΝ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ» Οι απόψεις τριάντα σκηνοθετών, εκδόσεις Κάλβος 1971, εισαγωγή Harry M. Geduld,  μετάφραση Πολύκ. Πολυκάρπου. Αυτή η εφεύρεση, δημιούργησε ένα καινούργιο «Σύμπαν» που μέσα του κινούνται, ζουν, μεγαλώνουν, αναπνέουν, δημιουργούν, δημιουργούν φιλίες, συνάπτουν συνεργασίες, οικοδομούν οικονομικές αυτοκρατορίες και προβαίνουν σε δεκάδες δοσοληψίες χιλιάδες άτομα. Στον μαγευτικό, σαγηνευτικό και πολύχρωμο κόσμο του σινεμά κυοφορούνται κοινωνίες σχέσεων, (αληθινές ή μη), ιδανικά ελευθερίας, εκπληρώνονται ατομικές φιλοδοξίες, υλοποιούνται πρότυπα ζωής, εξελίσσονται ερωτικά πάθη, εξιστορούνται ιστορικά γεγονότα, οικογενειακές τραγωδίες, δράματα κοινών ανθρώπων, και πράξεις και ανδραγαθήματα ηρώων. Πάνω στην οθόνη αναδεικνύονται κρυφές πρακτικές και συμπεριφορές πολιτικών ανδρών, επιστημόνων, θρησκευτικών ηγετών, καλλιτεχνών. Γράφονται σενάρια βασισμένα σε προσωπικές εξομολογήσεις, σε μυθιστορήματα, σε αφηγήσεις ατόμων, χιλιάδες χαρακτήρες ανθρώπων αποτυπώνονται πάνω στην λευκή οθόνη, κάθε πτυχή του ανθρώπινου βίου και της κοινωνίας, ζητήματα και θέματα που έχουν σχέση με ότι ονομάζουμε ζωή, πολιτισμό, τέχνη, ιστορία, πολιτική η κινηματογραφική γλώσσα μας τα φωτίζει με απλό, κατανοητό, εύληπτο τρόπο, μια τεχνική ψυχαγωγίας που κάνουν εμάς τους θεατές να στεκόμαστε ενεοί μπροστά στο ονειρικό θαύμα που συντελείται μπροστά στα μάτια μας για δύο περίπου ώρες. Μέσα στην σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου, πάνω στο πανί της λευκής οθόνης εξελίσσονται δραματικά συμβάντα, χαροποιά γεγονότα, στιγμιότυπα ζωής ανθρώπων από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, κάθε θρησκείας και έθνους, πολιτισμού και φυλής. Ανθρώπινα όνειρα και φανταστικές ιστορίες, αληθινά γεγονότα και οραματικές φιλοδοξίες που εξιστορούνται από τον κινηματογραφικό φανό, πράξεις της κινηματογραφικής τέχνης που αληθεύουν της ανθρώπινης ζωής και «ανατρέπουν» ίσως, πολλές από τις κατεστημένες σταθερές της εθιμικής ιστορίας του πολιτισμού μας, μετασχηματίζουν κοινωνικά στερεότυπα, αλλάζουν ανθρώπινες συμπεριφορές και συμπληρώνουν χαρακτήρες, οικοδομούν τις νέες ταυτότητες του προσώπου του ανθρώπινου είδους στην εξέλιξή του. Παράγουν ή αναπαράγουν τις πολλαπλές εαυτότητες των σύγχρονων ατόμων των απομυθοποιημένων σε όλα τα επίπεδα εποχών μας. Φωτίζονται οι σχέσεις αντρών και γυναικών, η διαπάλη μεταξύ τους και μεταξύ των μελών των οικογενειών, το φαινόμενο του έρωτα με τα πολλαπλά του πρόσωπα και επιλογές και τα δεκάδες πάθη του, καταγράφονται οι υπαρξιακές αγωνίες των ανθρώπων, τα οντολογικά τους ερωτήματα. Περιγράφονται οι τρόποι, οι εκδηλώσεις, οι συμπεριφορές με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το φαινόμενο του θανάτου, οι ισχυροί δεσμοί της παράδοσης και των κοινωνικών κανόνων πάνω στις συνειδήσεις των ατόμων, Το φαινόμενο της θρησκευτικής πίστης, η ένταξη των ανθρώπων σε μια εκκλησία, σε ένα δόγμα, σε μια θρησκευτική σέχτα, και στο πως η πίστη επηρεάζει καταλυτικά και δραματικά, θετικά ή αρνητικά τις ζωές των ανθρώπων, των οικογενειών τους, των κοινωνικών τους επιλογών, των ερωτικών τους προτιμήσεων, πως ποδηγετεί συνειδήσεις και απαγορεύει επιλογές, πως καθορίζει το υπόλοιπο του βίου τους. Η παιδική ηλικία και τα όποια τραύματά της, το συναίσθημα του φόβου και του θάρρους, η ζήλεια και η εκδίκηση, οι φυσικές καταστροφές και τα ξαφνικά ατυχήματα, όλα όσα αφορούν και έχουν σχέση με τον άνθρωπο και τις κοινωνίες, το περιβάλλον που ζει και εργάζεται, οι αντιξοότητες και τα αμέτρητα προβλήματα και αδιέξοδα της ζωής των ανθρώπων, δεν άφησαν αδιάφορο τον κόσμο του κινηματογράφου. Η πολιτική και η Ιστορία επίσης και τα διαχρονικά γεγονότα τους. Ο Κινηματογράφος καθρεπτίζει κάθε πτυχή της ζωής του ανθρώπινου είδους, και των συμπεριφορών του και αντιδράσεών του, προσφέροντάς του την εφήμερη ιστορική μοναδική αθανασία. Τα πρόσωπα της Οθόνης είναι υπαρκτά, κινούνται ανάμεσά μας, μιλούν, γελούν, θυμώνουν, αναπνέουν, κατόρθωσαν να ξεγελάσουν τον θάνατο, που σημαίνει την λήθη. Δεν χρειάζονται την μεταφυσική αναπνοή για να υπάρξουν, την ζωογόνα ελπιδοφορία της θρησκευτικής πίστης, η αθανασία τους, στηρίζεται στον χειρισμό ενός απλού φακού, στην τεχνική και δεξιοτεχνία ενός έμπειρου ατόμου που θα κάνει το μοντάζ, στο ευαίσθητο βλέμμα ενός σκηνοθέτη που θα αποφασίσει να σε διατηρήσει στην αιωνιότητα, να αποτυπώσει την μορφή σου, τις κινήσεις σου, την φωνή σου, σε μια ορισμένη χρονική στιγμή μέσα στην αιωνιότητα του χρόνου και μία μέρα. Αυτή η μία μέρα της σύλληψης της κινηματογραφικής αναπαράστασης είναι η ιστορική αθανασία της έβδομης τέχνης, που προσφέρει απλόχερα το προϊόν της χωρίς απαγορεύσεις στο ανθρώπινο είδος και στα επιτεύγματά του, ο κινηματογραφικός φανός. Η ιστορική αθανασία που στηρίζεται σε μια απλή, μικρή, ορθογώνια εικονίτσα του διάτρητου φιλμ. Μικρές ορθογώνιες εικονίτσες φυλάγουν μέσα στην ψευδαίσθηση της κίνησής τους την αθανασία μας, και μας προσφέρουν τον παράδεισό τους ή το κολασμένο τοπίο τους χωρίς Θεϊκές απαγορεύσεις, δίχως προφητικούς διχασμούς. Ο Κινηματογράφος, έχει την δική του ιερότητα, την δική του μαγεία, είναι ένας Κόσμος που ευτυχώς δεν απομαγεύτηκε. Και ανατροφοδοτεί όσο υπάρχει την γυμνή και ανυπεράσπιστη Μοίρα του ανθρώπου. Το κενό που δημιουργήθηκε μέσα στις ζωές των ανθρώπων μετά την απομάκρυνση και τον θάνατο του Θεού, της ψευδαίσθησης της χαμένης ύπαρξης του που μας παράσχει εδώ και χιλιετίες η θρησκεία, το γέμισε η Τέχνη, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η Τέχνη του Κινηματογράφου. Η ανταμοιβή του φόβου της εδώ ζωής που πρόσφερε η θρησκεία, αντικαταστάθηκε με την ατομική ή ομαδική ψυχαγωγία της εφήμερης ελπίδας. Η αιωνιότητα της θρησκευτικής δικαίωσης και της πίστης με την παρηγοριά της Τέχνης και την επίγνωση των χαμένων ευκαιριών του βίου μας.
     Η κινηματογραφική γλώσσα, είναι η πλέον αναγνωρίσιμη και κατανοητή αλλά και ερμηνεύσιμη παγκοσμίως. Από τον πλέον μορφωμένο άνθρωπο έως τον πιο αγράμματο μπορεί με λίγη προσπάθεια να κατανοήσει το μήνυμα του κινηματογραφικού φανού. Οι κινηματογραφόφιλοι των οικονομικών ανθηρών και πλούσιων τάξεων και οι κινηματογραφόφιλοι των πλέον φτωχών, μπορούν να απολαύσουν και να χαρούν τον μαγευτικό Κόσμο του Cinema. Όλοι δύνανται να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, χαρακτηριστικές αντιδράσεις των ίδιων και των διπλανών τους. Μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, παραβατικοί και νομοταγείς, πιστοί ενός δόγματος και αγνωστικιστές, συνειδητοί πολίτες και αδιάφοροι, μπορούν να παρευρεθούν στην κοινή πνευματική και καλλιτεχνική παννυχίδα που συντελείται μέσα σε μία σκοτεινή αίθουσα για δύο περίπου ώρες. Να μαγευτούν και να ονειρευτούν με αυτά που διαδραματίζονται πάνω στην άσπρη οθόνη και αφορούν στιγμές της ζωής τους, της ατομικής τους περιπέτειας, συμπεριφορές του χαρακτήρα τους.  Οι άνθρωποι μιμούνται τους πρωταγωνιστές της οθόνης με μεγαλύτερη ευκολία και άνεση από ότι θα μιμηθούν έναν άγιο αν διάβαζαν το συναξάρι του βίου του. Από όσο θα μιμηθούν έναν ήρωα της ιστορίας διαβάζοντας την βιογραφία του και τα δοξασμένα κατορθώματά του. Τα παλαιά πρόσωπα των ηρώων βρίσκονται πλέον κρεμασμένα στους τείχους των μουσείων, όπως οι εικόνες των αγίων βρίσκονται περίκλειστες μέσα στις εκκλησίες, στους σύγχρονους δρόμους συναντά ήρωες της κινηματογραφικής τέχνης, κινηματογραφικά πρότυπα. Τα πρότυπα του κινηματογράφου είναι ισχυρότερα και από εκείνα της Ιστορίας, της όποιας Θρησκείας, της όποιας Εκκλησίας, έχουν την ίδια επίδραση στις συνειδήσεις των σύγχρονων ανθρώπων. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι ο άνθρωπος της Ιστορίας, ο άνθρωπος της Πολιτικής, ο άνθρωπος της Θρησκείας ή Εκκλησίας, είναι ο άνθρωπος του Κινηματογραφικού φακού και ότι αυτός αποτυπώνει και ανιχνεύει. Ανετότερα αντιγράφονται οι χειρονομίες των πρωταγωνιστών των ταινιών παρά αυτές των ηρώων των μυθιστορημάτων. Η κινηματογραφική εικόνα ενός Μεγάλου Ναπολέοντα και τα διλήμματά του στην μάχη του Βατερλώ συγκινεί περισσότερο από τις σελίδες ανάγνωσης δεκάδων ιστορικών βιβλίων. Βλέπε τον ηθοποιό Ρον Στάιγκερ. Ένας κινηματογραφικός Γιάννης Αγιάννης λατρεύεται περισσότερο από τον ήρωα του λογοτεχνικού έργου του Βίκτορος Ουγκώ. Βλέπε τον ηθοποιό Ζαν Γκαμπέν. Τα κινηματογραφικά πάθη του Χριστού του Φράνκο Τζεφιρέλι συγκινούν περισσότερο από την ανάγνωση της εξιστόρησης των συνοπτικών Ευαγγελιστών. Και μάλιστα, αυτά τα δακρύβρεχτα και μελιστάλαχτα Θεϊκά πάθη, συγκινούν πολύ περισσότερο από το Κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Περισσότερο χριστιανοφέρνουν και σαρακοστεύουν σήμερα οι άνθρωποι με τους ήρωες που υποδύονται τα θρησκευτικά πρόσωπα σύμβολα παρά με την πίστη τους στα ίδια τα σύμβολα και πρόσωπα.
 Η κινηματογραφική ποίηση αντικατέστησε την ποίηση του λόγου και της πίστης.
     Από την στατικότητα της φιλοσοφίας της φωτογραφίας την προηγούμενη χιλιετία έως την εν εξελίξει και κινούμενη φιλοσοφία του φακού, ο δρόμος δεν ήταν ούτε εύκολος ούτε χωρίς δυσκολίες και αδιέξοδα. Εργάστηκαν άοκνα χιλιάδες επώνυμα και ανώνυμα άτομα, ταλαντούχα και ευφυέστατα πρόσωπα για να χτιστεί το κινηματογραφικό θαύμα. Απλοί τεχνίτες σκηνικών και μακιγιέρ, ηλεκτρολόγοι φωτισμού και αξεπέραστοι σκηνοθέτες, άτομα που ασχολούνται με το μοντάζ και ηθοποιοί, φωτογράφοι και σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι και σεναριογράφοι, συγγραφείς και παραγωγοί, διανομείς και φροντιστές, και δεκάδες άλλες ειδικότητες ταλαντούχων επαγγελματιών, δημοφιλών ατόμων, εργάστηκαν για να ικανοποιήσουν αυτό που κριτικοί του κινηματογράφου ονομάζουν σε ορισμένες περιπτώσεις «νεύρωση του θεατή». Ή για να το διατυπώσουμε ποιητική αδεία παραφράζοντας τον λόγο του ποιητή Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς για την τέχνη της ρητορικής (αν θυμάμαι σωστά), ο κινηματογράφος είναι η ανθρώπινη «θέληση που προσπαθεί να κάνει το έργο της φαντασίας» πραγματικότητα. Να συνενώσει το τώρα με το χθες και το αύριο σε μια ενιαία χρονική γραμμή. Από τον βουβό στον ομιλούντα κινηματογράφο, από τον ασπρόμαυρο στον έγχρωμο, από τον πληθωρικό στον αφαιρετικό όλα ένα μαγευτικό παιχνίδι της ανθρώπινης επινόησης και θέλησης για να φτάσει στα μάτια εκατομμυρίων ανώνυμων και άγνωστων θεατών το κινηματογραφικό θαύμα. Το θαύμα της εν κινήσει ανθρώπινης ιστορικής αθανασίας που συντελείται μέσα στο Σύμπαν του Cinema και που δεν γίνεται ούτε να σταματήσει ούτε να γυρίσει πίσω τον ανθρώπινο ιστορικό χρόνο. Το επίτευγμα έγινε δρόμος αναζήτησης, ανοίχθηκαν οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ του χθες και του αύριο. Εμείς όλοι οι θεατές θαυμάζουμε και ονειρευόμαστε.
     Ο ευρωπαίος, σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, υπήρξε ένας από τους λατρεμένους και πολυσυζητημένους μύθους της έβδομης τέχνης για τους κινηματογραφόφιλους της γενιάς μας, γενιάς του 1980, αλλά όπως καλά γνωρίζουμε, και των προηγούμενων ελληνικών γενεών που αγάπησαν την κινηματογραφική μαγεία και της αφοσιώθηκαν πιστά. Το κινηματογραφικό του έργο λειτούργησε θα τολμούσαμε να γράφαμε με βεβαιότητα, σαν ένας φακός ανίχνευσης των σκοτεινών εσωτερικών αντικρουόμενων δυνάμεων της ψυχής του ανθρώπου, της αναγνώρισης και ίσως αποδοχής των δαιμονικών δυνάμεων και των αντίστοιχων αγγελικών του εσωτερικού, χαώδους και διαρκώς εναλλασσόμενου εσωτερικού μας κόσμου. Ίσως, ότι είναι τα βιβλία και οι μελέτες του πατέρα της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόυντ για την κατανόηση και διερεύνηση των σκοτεινών και αντιφατικών δυνάμεων της ανθρώπινης συνείδησης, των άγνωστων και για πολλούς ανερμήνευτων περιπετειών της ανθρώπινης προσωπικότητας, του ανθρώπινου χαρακτήρα, ήσαν τα έργα του Ingmar Bergman για τους λάτρεις των ταινιών του. Μια βαθειά, διαρκή και συστηματική καταβύθιση στην ψυχή του ανθρώπινου όντος, ένα ταξίδι στις πιο απόκρημνες πλευρές της ανθρώπινης προσωπικότητας, στα πλέον αχαρτογράφητα σκοτεινά σημεία του ανθρώπινου χαρακτήρα που δεν είναι εύκολο να αναδυθούν στην επιφάνεια και να επιφέρουν την λύτρωση, και βρίσκονται καθηλωμένα στο βάθη της ανθρώπινης συνείδησης και σαν σαράκι κατατρώγουν αργά και σταθερά τις ζωές των ανθρώπων, διαμορφώνουν τις φυσιογνωμίες τους και προσανατολίζουν τις επιλογές τους. Σχηματικά θα μπορούσαμε να σημειώναμε ότι τέσσερεις είναι οι μεγάλοι κύκλοι που απασχόλησαν τον σουηδό σκηνοθέτη. Ο κύκλος της απουσίας και της σιωπής του Θεού. Ο κύκλος της ερμηνείας του Θανάτου. Οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, οι σχέσεις των ζευγαριών μεταξύ τους και αυτών που αναπτύσσονται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Η διαχρονική πάλι μεταξύ του άντρα και της γυναίκας μέσα στον γάμο. Και, η ίδια η τέχνη και τεχνική του κινηματογράφου μέσα στον κινηματογράφο. Τα προβλήματα, η ιδέες και η φιλοσοφία του κινηματογράφου μέσα στον κινηματογράφο. Οι κεντρικοί αυτοί κύκλοι σπουδής του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι που επανέρχονται διαρκώς μέσα στις ταινίες του και που ασφαλώς μας βιογραφούν τον ίδιο, την προσωπική του πορεία και την οικογενειακή του ιστορία και καταβολές.     Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν πρωτίστως εξετάζει τον τεράστιο και καθοριστικό ρόλο και την επιρροή που έχει η θρησκεία, το θρησκευτικό φαινόμενο, στις ζωές, τις συνειδήσεις, τον χαρακτήρα, τις πρακτικές, τις εκδηλώσεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων της εποχής του. Είναι ίσως ο μοναδικός σκηνοθέτης που ασχολήθηκε τόσο επισταμένα τόσο συστηματικά και τόσο ουσιαστικά με το θέμα αυτό. Ψήγματα ενδιαφερόντων συναντάμε και σε παλαιότερους σκηνοθέτες, αλλά ο Μπέργκμαν είναι η αφετηρία για όσους ερευνούν το ζήτημα. Έχουν τέτοιο εύρος και βάθος οι ερμηνείες των έργων του που αποτελούν σπουδή για θεολογικά εργαστήρια, για κοινωνιολογικές αναλύσεις, μαθήματα για εκκλησιαστικές ερμηνείες, αλλά και σπουδές για ψυχαναλυτικές έρευνες. Είναι ένας σκηνοθέτης που θεολογεί ανοιχτά και απροκάλυπτα. Εκφράζει τις υπαρξιακές του αγωνίες, τις φοβίες του, τις οντολογικές του αναζητήσεις και ερωτήματα, ερωτήματα των σύγχρονων ανθρώπων του καιρού του, τολμώντας να μας δώσει τις δικές του απαντήσεις, όσο σκληρές και τρομακτικές και αν είναι αυτές. Όσο και αν οι απαντήσεις που μας δίνει αποδομούν το δικό μας παραδοσιακό οικοδόμημα πίστης. Όσο και αν εισαγάγουν μέσα στον ευδαιμονικό κόσμο μας το ζιζάνιο της αμφισβήτησης, το μικρόβιο της απιστίας. Κάθε υποψία βεβαιότητας, μεταφυσικής πίστης ή παρηγοριάς ανατρέπεται. Κάθε ελπίδα μεταφυσικής σιγουριάς τορπιλίζεται από τα ίδια τα υποκείμενα της πίστης και τις αδίσταχτες συμπεριφορές τους. Η αμφισβήτηση κυριαρχεί όχι ως αίρεση ή ως αμαρτία, αλλά, ως αυτονόητο επακόλουθο δικαίωμα του ανθρώπου, που σύγχρονοί του ερμηνευτές της πίστης του, τον έριξαν μέσα στις κολασμένες ενοχές τους, στα δικά τους αδιέξοδα. Ο Μπέργκμαν ανιχνεύει τις θρησκευτικές και κοινωνικές ενοχές των ανθρώπων και αυτές φωτογραφίζει και ερμηνεύει με μαεστρία, κινηματογραφική τεχνολογία και «ιδεολογική» συνέπεια. Προσπαθεί να γεμίσει το κενό των ανθρώπων μετά την απουσία και σιωπή του Θεού. Μια κινηματογραφική καταβύθιση και εξερεύνηση στις αιχμηρές και σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συνείδησης είναι το έργο του. Ένα έργο έντονα θεολογικό αλλά και ρεαλιστικό. Είναι ο σύγχρονος θεολογικός λόγος των αιώνων μας μετά την απομάγευση του Κόσμου. Η Φύση Κόσμημα έδωσε την θέση της στην Φύση Κόλαση αυτή είναι η σύγχρονη πραγματικότητα και δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας σε αυτό το γεγονός. Και αυτό το κολασμένο περιβάλλον που δεν έχει ανάγκη την παρουσία του Θεού-μια και δεν αληθεύει στις σχέσεις και τις ζωές των ανθρώπων, δεν κοινωνεί στις μεταξύ τους συμπεριφορές-κάνει φανερό ο κινηματογράφος του Μπέργκμαν. Ένας Θεός σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα ήταν και ο ίδιος εξίσου κολασμένος, δηλαδή άχρηστος. Ο Κόσμος απομαγεύτηκε τραγικά, και από την στιγμή αυτή, άρχισε και η πτώση της χαμένης παρουσίας του Θεού. Ο πελασγικός Κρόνος τα παλαιά χρόνια αντικαταστάθηκε από τον εθνικό Δία, ο Θεός των χριστιανών αντικατέστησε τον Δία, και αυτός με την σειρά του αντικαταστάθηκε από την Επιστήμη, την Τεχνολογία, την Τέχνη, την αληθινή βίαιη και ανελέητο ρεαλισμό της Ιστορικής πραγματικότητας. Ο κύκλος ολοκληρώθηκε με επίκεντρο τον άνθρωπο και τα επιτεύγματά του.
Ο Λόγος μέσα στην Ιστορία συνεχίζεται με άλλες μορφές.
     Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, εθεωρείτο από πολλούς έλληνες της γενιάς μου των δεκαετιών μετά το 1980 και λίγο νωρίτερα, σαν ένα είδος «γέροντα» που μας μιλούσε διαρκώς για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού. Ήταν ο θεολόγος που με το έργο του έπαναπροσανατόλιζε την οπτική μας στο χώρο της μεταφυσικής, επαναπροσδιόριζε την πίστη μας ή την αναζήτησή πίστης, και εμπλούτιζε τους νεανικούς μας προβληματισμούς με ερωτήματα πρωτόγνωρα, άγνωστα, συγκλονιστικά, τραγικά, ουσιαστικά, επικίνδυνα ίσως, αλλά καίρια και ρεαλιστικά, που αφορούσαν όχι ιδέες ή θεωρητικά σχήματα θεολογικών κειμένων αναγνωρίσιμων θεολόγων του γραφείου, όχι αρές μοναχών που ενώ δεν κατόρθωσαν να ηρεμήσουν τους δικούς τους εφιάλτες εξαπέλυαν κατάρες και μύδρους καταδικαστικούς για τους άλλους, όχι λόγια ιερωμένων που δεν κατανοούσαν ούτε τα αδιέξοδα ούτε τον ουσιαστικό πόνο των ανθρώπων και τα σύγχρονα προβλήματά του, παρόλα αυτά καταδίκαζαν μετά βδελυγμίας ότι ήταν ανθρώπινο δυνατόν και πρόσφερε σιγουριά και παρηγοριά και ακολουθούνταν, όχι ιερεμιάδες από τα χείλη αρχιερέων που ήσαν ετοιμοπόλεμοι αναμένοντας τους άθεους Κουρσάρους να καταλάβουν τα προπύργια της πίστης και της παράδοσής τους όπως ήθελαν να πιστεύουν, αλλά την ίδια μας την ύπαρξη. Την αυθεντικότητα της ζωής μας και των αληθειών του βίου μας με τα συν και τα πλην του, με τα θετικά και τα αρνητικά του, με τις ερωτήσεις και τις αμφιβολίες του, τις αρνήσεις και τις αποδοχές του. Η ζωή μας δηλαδή, στο τραγικό της μεγαλείο, χωρίς θρησκευτικούς δογματισμούς και θεολογικές αγκυλώσεις. Οι ταινίες του μας έθεταν οντολογικά ερωτήματα, υπαρξιακά ερωτήματα, ερωτήματα που αφορούσαν τις σχέσεις μας με το φαινόμενο της ίδιας της ζωής και της απουσίας της. Μας μιλούσαν για την δυναστική παρουσία του Θεού ως Πατέρα τιμωρού και εκδικητή, ζηλόφθονου των χαρών των ζωών μας, των μικροχαρών των σχέσεών μας, των ανθρώπων που δεν έπαψαν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο. Τα έργα του αναφέρονταν στην απουσία του Θεού, στην μη παρουσία του ως σχέση αγάπης μέσα στις ανθρώπινες κοινότητες, στην οικογένεια, στις διαπροσωπικές σχέσεις. Μια απουσία που δεν μπορούσαν ούτε να κατανοήσουν ούτε να ερμηνεύσουν οι άνθρωποι καθώς τον αναζητούσαν με πολλούς τρόπους. Καθώς ήλπιζαν στην ανακουφιστική και ελπιδοφόρα παρουσία του. Ο Μπέργκμαν μας σκιαγράφησε την αναζήτηση ενός Θεού που ούτε λέγει ούτε δεν λέγει, αλλά και ούτε σημαίνει. Παραμένει μια σταθερή διαρκής Σιωπηρή Απουσία. Μια Απουσία ανερμήνευτη για τον άνθρωπο. Μας μίλησε για την αναζήτηση ενός Θεού που επαναπαύονταν μέσα στην ευδαίμονα αδιαφορία του, την αινιγματική Σιωπή του. Η Σιωπή του Θεού στον σουηδό σκηνοθέτη οικοδομούσε τις συνειδήσεις του νέου κόσμου. Τους απελευθέρωνε ή τους σκλάβωνε. Δεν ήταν ο νεκρός Θεός των μοντέρνων χρόνων του γερμανού φιλόσοφου Φρειδερίκου Νίτσε, ήταν η Σιωπή ενός ανωτάτου όντος που δεν γνώριζε ο άνθρωπος αν εκπορεύονταν από ένα ζωντανό ή έναν νεκρό εδώ και αιώνες Θεό. Το Θεολογικό σύμπαν του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν το αρνητικό ισοδύναμο του κινηματογραφικού θεολογικού σύμπαντος του δανού σκηνοθέτη Κάρλ Ντράγιερ. Βλέπε την ταινία «Ο Λόγος» και άλλες. Η φανέρωση της πίστης και του αποκαλυπτικού θαύματος στο έργο του Κάρλ Ντράγιερ, με την ανάσταση νεκρών, βρίσκεται στον αρνητικό αντίποδα του θεολογικού σύμπαντος του Ίνγκμαρ  Μπέργκμαν, που όχι μόνο δεν κυοφορούνται θαύματα, αντίθετα μάλιστα, το μόνο διαρκές θαύμα που αναγνωρίζουμε είναι η παντελής απουσία θείας πρόνοιας στις σχέσεις των ανθρώπων και η συνεχής επακόλουθη αμφισβήτησής της. Η απουσία του Θεού τροφοδοτούσε τον φόβο και την μοναξιά των ανθρώπων που επιτείνονταν από την σταθερή Σιωπή του. Ο Θεός φανερώνονταν μόνο και αποκλειστικά με την σκοτεινή Σιωπή του. Οι ήρωες του Μπέργκμαν αδυνατούν έστω και για ελάχιστες στιγμές του βίου τους να ψηλαφήσουν το Πρόσωπο του Θεού, να κατανοήσουν την δικαιοσύνη του, την αδιαφορία του, την έλλειψη ενδιαφέροντος για τα όντα της στιγμής-τους ανθρώπους-που Εκείνος σύμφωνα με την πανάρχαια παράδοση των πολιτισμικών Μύθων δημιούργησε. Ο Μπέργκμαν, δεν πιστεύει όπως ο ρώσος σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι, που βλέπει την φανέρωση του Θεού μέσα στα δεκάδες μυστικά και χαρές του φυσικού κόσμου. Δεν αναγνωρίζει εμπειρικά το μεγαλείο της θείας πρόνοιας μέσα στην Φύση. Οι ταινίες του Μπέργκμαν είναι κλειστοφοβικές θα σημειώναμε μάλλον. Σαν τα θεατρικά έργα δωματίου. Είναι σκοτεινές, παράλογες και παράτολμες, όπως η «Έβδομη Σφραγίδα», όπου ο Θάνατος παίζει σκάκι με τον σταυροφόρο ιππότη. Δεν υπάρχει συγκλονιστικότερη εικόνα όχι στην ιστορία του κινηματογράφου, αλλά της ανθρώπινης ιστορίας, κατά την γνώμη μου. Ο Μπέργκμαν διανοείται περί Θεού, ο Ταρκόφσκι βιώνει την ύπαρξή του με δεκάδες τρόπους. Για τον σουηδό είναι μια σκοτεινή αράχνη πάνω στον τοίχο, η σκιά της πλέκει στον ιστό της την ανθρώπινη Μοίρα. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι ο καλλιτέχνης που ενστερνίζεται πιστά-και ας μην τον γνωρίζει, ας μην έχει διαβάσει τον αλεξανδρινό ποιητή, «Και πάλι μεσ’ την τέχνη μου ξαναγυρίζω από την δούλεψή της». Ο σουηδός σκηνοθέτης δημιουργεί ταινίες και μέσα σε αυτές γυρίζει άλλες ταινίες, ή υποτυπώδεις θεατρικές παραστάσεις. Θέτει προβλήματα κινηματογραφικής τεχνικής και θεματικής οπτικής μέσα στην ταινία που διαπραγματεύεται. Μια ταινία μέσα σε μια άλλη ταινία, όπως ορισμένοι ζωγράφοι μας παρουσιάζουν έναν πίνακα που σαν θέμα του έχει την παρουσία ενός άλλου ζωγράφου και το έργο του μέσα στον πίνακα, που αναγνωρίζουμε τα εικαστικά του ίχνη σαν μότο μέσα στον πίνακα ενός άλλου εικαστικού. Κινηματογράφος μέσα στον κινηματογράφο, αυτή είναι η ονειρική μαγεία του Μπέργκμαν. Ο κινηματογραφικός φακός του σουηδού σκηνοθέτη στέκεται και στο φαινόμενο του θανάτου, δες «Άγριες Φράουλες» Στο πως τον εκλαμβάνουν, πως κατανοούν το μυστήριό του, τον Θάνατο ως ζώσα πραγματικότητα, τις κοινωνικές επιπτώσεις που έχει πάνω στις συνειδήσεις των ανθρώπων, στους νεότερους και στους γεροντότερους. Ο Μπέργκμαν δεν μας αφηγείται απλώς τα γεγονότα αλλά μας δίνει και τις προσωπικές του απαντήσεις, θέτει ερωτήματα πα΄νω σε ζητήματα διαχρονικά και αιώνια και δίνει τις δικές του απαντήσεις και ερμηνείες. Το Πρόσωπο του Θεού που αναζητά ο Μπέργκμαν, αυτό το Πρόσωπο που δυναστεύει τους πάντες και τα πάντα, οριοθετεί ατομικές και κοινωνικές εκδηλώσεις ανθρώπων μέσω των ιερέων κειμένων του και των εκπροσώπων του, εντός και εκτός της οικογενειακής εστίας, δεν ανήκει σε εθιμικές παραδόσεις αλλά στην ίδια την Κοινωνία. Είναι ο συνεκτικός δεσμός που διαμορφώνει το Πρόσωπό της. Είναι η αναζήτηση της συλλογικής μυθικής συνείδησης ενός Κόσμου που αλήθευε μέσα στο Φυσικό περιβάλλον, που προέρχονταν από το Φυσικό περιβάλλον πριν σχηματιστούν οι πρώτοι πυρήνες της οργανωμένης Κοινωνίας. Πριν ο άνθρωπος κατακτήσει τον χώρο που τον γέννησε και τον τρέφει ακόμα. Η απουσία του Θεού, δηλώνει και το κόψιμο του ομφάλιου λώρου του ανθρώπου από το θαύμα που τον δημιούργησε. Το κενό αυτό, η Σιωπή αυτή γεμίζει με τους πειραματισμούς της Τέχνης, της δημιουργίας των ανθρώπων που παλεύουν πλέον στα τυφλά και μόνοι. Ο κόσμος του Μπέργκμαν δεν έχει να κάνει με την πολιτική, με αυτό που ονομάζουμε πολιτικές διεργασίες και ιδεολογικές αψιμαχίες μέσα στην κοινωνία, και σε αυτό το επίπεδο διαφέρει από το κινηματογραφικό έργο του ιταλού σκηνοθέτη Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που σε ορισμένες από τις ταινίες του συνδέει αρμονικά την Πολιτική με την θρησκευτική Πίστη. Ο Παζολίνι βασανίζεται περισσότερο από πολιτικά διλήμματα παρά από θρησκευτικά, παρά τα θρησκευτικά υποστρώματα των ταινιών του, ο Μπέργκμαν βασανίζεται αντίθετα από θεολογικά ερωτήματα και διλήμματα και καθόλου από πολιτικά. Η πολιτική του καιρού του δεν υπάρχει άμεσα και δραστικά μέσα στο έργο του, υπάρχει μόνο σαν γενική αίσθηση στις προσωπικές αντιδράσεις και κοινωνικές συμπεριφορές των ανθρώπων καθώς αναζητούν τρόπους επικοινωνίας μεταξύ τους και τρόπους να απαλλαγούν από τα ασφυχτικά δεσμά της θρησκείας και του περιβάλλοντός της. Και για να κάνουμε ένα μάλλον θεμιτό άλμα, ούτε η Ιδεολογία απασχολεί τον Μπέργκμαν όπως απασχόλησε τον σοβιετικό Σεργκέι Αϊζενστάιν στα έργα του, ή τον δικό μας Θόδωρο Αγγελόπουλο. Η ήττα των ανθρώπων στον Μπέργκμαν είναι θεολογική, οντολογική, ενώ στους άλλους δύο πολιτική, στράτευσης ή ιδεολογική. Όσον αφορά τα ζητήματα της αισθητικής που συναντάμε στις ταινίες του Λουκίνο Βισκόντι, μάλλον μόνο στην ταινία «Φάννυ και Αλέξανδρος» βλέπουμε στον Μπέργκμαν. Η τεχνική και η μέθοδος η κινηματογραφική απασχόλησε περισσότερο τον σουηδό σκηνοθέτη. Τα πλάνα του είναι στυλιζαρισμένα για να εκφράσουν με τον καλύτερο τρόπο τα υπαρξιακά αδιέξοδα του ανθρώπου και όχι την αισθητική των αδιεξόδων αυτών. Ένα στοιχείο που έχει ασφαλώς θιχτεί από τους κριτικούς του, είναι η διαχείριση της γυναικείας παρουσίας μέσα στις ταινίες του, το πώς μεταχειρίζεται την γυναικεία μορφή και προσωπικότητα σε σχέση με την αντρική. Ένα επίσης στοιχείο είναι η γυναικεία ομοφυλόφιλη αίσθηση που αναγνωρίζουμε μέσα σε ταινίες του, δες «Κραυγές και Ψίθυροι» και σε άλλες. Οι γυναικείες συντροφικότητες είναι ισχυρότερες από αυτές των αντρών ή των αντρών με των γυναικών. Ο ίδιος έκανε πάνω από έξι γάμους στην προσωπική του ζωή, παρόλα αυτά, δεν έπαψε να τον απασχολεί ο γάμος σαν ένας κοινωνικός θεσμός με τα θετικά και τα αρνητικά του. Η επιρροή του θεατρικού συγγραφέα Αύγουστου Στρίνμπεργκ σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων είναι κάτι παραπάνω από φανερή στις ταινίες του Μπέργκμαν, χωρίς να λείπουν και οι Ιψενικές επιρροές και τα συνεπακόλουθα των σχέσεων.
Διληματικά τα ζητήματα που μας θέτουν οι ταινίες του σουηδού σκηνοθέτη, με ή χωρίς απαντήσεις, επηρέασε καταλυτικά τους πολιτικοποιημένους νέους και νέες της γενιάς μου, του 1980 που έβγαιναν από μια επτάχρονη δικτατορία, επισκέπτονταν το Περιβόλι της Παναγίας αναζητώντας μια άλλη εκκλησιαστική έκφραση και φωνή της παράδοσής τους, άκουγαν ομιλίες που διοργάνωναν οι λεγόμενοι τότε Νεορθόδοξοι, διάβαζαν νηπτικούς και μυστικούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς της ορθόδοξης γραμματείας, άνοιγαν συνομιλίες μεταξύ της εκκλησιαστικής γραμματείας και της θύραθεν παιδείας, παρακολουθούσαν παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας. Ανίχνευαν τα ίχνη του αρχαίου ελληνικού φιλοσοφικού λόγου της αρχαίας ποιητικής γραμματείας, των μηνυμάτων της αρχαίας τραγωδίας, μέσα στο διασωθέν έργο χριστιανών ορθόδοξων συγγραφέων, που θεωρούνταν συνεχιστές του ελληνικού τρόπου ζωής των παλαιών εθνικών ελλήνων, του τρόπου θέασης του Κόσμου του αρχαίου εθνικού έλληνα και πως αυτός ο τρόπος αλήθειας ζωής και καθημερινού βίου, πέρασε στον κόσμο των βυζαντινών και από αυτούς σε εμάς μέχρι των ημερών μας. Σαν ένας ενιαίος αδιάρρηκτος δεσμός καταγωγής, παράδοσης, συμπεριφοράς, εκδηλώσεων, συμπεριφορών, αντιδράσεων μέσα στο ιστορικό διάβα της διερεύνησης της ελληνικής ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας.
Το έργο του σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman (14/7/1918-30/7/2007) με τις δεκάδες διακυμάνσεις της προσωπικής του ζωής, που φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την γέννησή του στάθηκε ένας φάρος ανίχνευσης της δικής μας ταυτότητας όσο αφορά τα ζητήματα που έθετε, τα προβλήματα που τον απασχόλησαν, το πώς διαπραγματεύτηκε θέματα ουσιαστικά και καίρια, ζητήματα ζωής και θανάτου, σχέσεων διαπροσωπικών και οικογενειακών θεμάτων, σχέση πατέρα με τον γιό, μάνας με την κόρη, πιστού με τον Θεό του, την Σιωπή του. Με τρόπο σοβαρό, καθαρό, έντιμο, κατανοητό στις μεγάλες μάζες.(και ας λέει ο στίχος του τραγουδιού «ότι είδα και του Μπέργκμαν την Σιωπή και δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει»). Οι ταινίες του δεν δημιουργούν προβλήματα κατανόησης στον θεατή όπως παραδείγματος χάρη οι ταινίες του πολύ νεότερού του γάλλου Ζαν Λυκ Γκοντάρ, δεν κουράζουν σε στιγμές του όπως οι ταινίες του Βίμ Βέντερς με αυτά τα ατέλειωτα ταξίδια των μεγάλων έρημων δρόμων, δεν δυσανασχετούν όπως τα μακρόσυρτα και αργόσυρτα πλάνα του δικού μας Τεό (δες «Μέγας Αλέξανδρος»), χρειάζονται προσοχή και υπομονή για να ξεκλειδώσεις τον μαγευτικό τους κόσμο, το αινιγματικό περιβάλλον τους. Ασφαλώς δεν είναι όλες αισιόδοξες, δεν υμνούν τις χαρές της ζωής και του έρωτα όπως η «Πηγή των Παρθένων» όμως, περιέχουν αλήθειες και καταθέτουν ερωτήματα που όλοι μας κινηματογραφόφιλοι και μη σε μια στιγμή της ζωής μας θέτουμε στον εαυτό μας. Είναι σπαραχτικές και όχι μιούζικαλ. Είναι δραματικές και όχι αστυνομικές περιπέτειες. Είναι οντολογικές και όχι διασκεδαστικές και ανάλαφρες. Είναι επαναστατικές στην σύλληψή τους και όχι επικαιρικές. Είναι ενδοστρεφείς και όχι εξωστρεφείς. Είναι αινιγματικές όπως είναι η ίδια η ζωή και όχι επιφανειακά εύκολα αναγνωρίσιμες. Μας δίνουν την παραμυθία της αμφιβολίας και όχι της σιγουριάς. Την καδραρισμένη μοναξιά της ζωής και όχι την σκόρπια μονοδιάστατη ελπιδοφορία. Είναι ερωτικές αλλά και καταγράφουν την διάλυση των ερωτικών δεσμών και όρκων. Υμνούν την γυναίκα και ταυτόχρονα την βασανίζουν. Είναι γεμάτες χαροποιό γυναικεία αφέλεια (δες τις τροφαντές υπηρετριούλες των έργων του) αλλά και αλαζονική αντρική σκοτεινότητα. Βλέπε το «Μάτι του διαβόλου» (Ο Δον Ζουάν) Είναι πάμπολλες οι εσωτερικές δυνάμεις που συνυπάρχουν και αντιμάχονται μεταξύ τους μέσα στις ταινίες του. Ένας κόσμος αιχμαλωτισμένων συνειδήσεων και ζωών από τους ανθρώπους και την Σιωπή του Θεού. Οι ήρωές του είναι κατά κάποιον τρόπο θα σημειώναμε ανέστιοι δες τον «Σπασμένο Καθρέπτη», τους «Κοινωνούντες», «Περσόνα» όπου οι ήρωες περιπλανούνται ή μένουν σε εξοχικές κατοικίες, άλλοι είναι περιφερόμενοι θίασοι, ηθοποιοί που στήνουν υπαίθριες παραστάσεις. Ίσως επίσης το μόνο ξεκάθαρα πολιτικό έργο του Μπέργκμαν είναι το «Αυγό του φιδιού». Όπως και να έχει πάντως, ο σουηδός σκηνοθέτης μας μάγεψε παλαιότερα και εξακολουθεί να μας μαγεύει ακόμα και σήμερα με το απαράμιλλο ταλέντο του, τον αρμονικό συνδυασμό των προβληματισμών του, τα ερωτήματα που μας έθεσε και τις προσωπικές απαντήσεις που μας έδωσε. Τις αγωνίες και τις αμφιβολίες του. Την ψηλάφηση των εσωτερικών μας πληγών.
     Υπάρχει μια ταινία του γάλλου συγγραφέα και ποιητή Ζαν Κοκτώ που αγαπούσε ο Μπέργκμαν, είναι η γνωστή μας το «Αίμα του Ποιητή». Σε αυτήν ο Κοκτώ μας δείχνει τα διάφορα προσωπεία του εαυτού του ιεροκρυφίως και εν τάχει. Βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα να σκοντάφτει στους διαδρόμους ενός ξενοδοχείου και καθώς προχωρά βλέπουμε πίσω από τις μισάνοιχτες πόρτες δωματίων τα διαδραματιζόμενα στιγμιότυπα που αφορούν τον ίδιο τον κεντρικό ήρωα, στιγμιότυπα που σπονδυλώνουν την προσωπικότητα του Ζαν Κοκτώ. Έτσι αν δεν κάνω λάθος είναι και οι ταινίες του σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Κάθε ταινία του είναι και ένα κομμάτι του παζλ που σχηματίζει την δική του προσωπικότητα και ζωή.
Οι ταινίες του, εξακολουθούν να είναι ένα σπουδαστήριο ζωής του ομιλούντος κινηματογράφου, όπως αντίστοιχο σπουδαστήριο ζωής είναι οι βουβές ταινίες του Τσάρλυ Τσάπλιν.     

Ελάχιστες πληροφορίες
• Μ. Α., Κυριακάτικη Αυγή 28/9/2003, Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΝΕΑΡΟΣ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. «Σκέφτομαι ότι γεννήθηκα με τον φόβο»
«Το όνομα του Μπέργκμαν επιστρέφει συχνά-πυκνά τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα. Κι ο «αποκλεισμένος», με δική του φυσικά απόφαση, στο νησί Φαρό, δημιουργός έρχεται άθελά του ίσως στο προσκήνιο….»
• Έρση Βατού: επιμέλεια, Ελευθεροτυπία Τρίτη 14/7/1998, σ.27. Ο Μπέργκμαν γίνεται 80 χρονών. «Όποιος μου ευχηθεί θα τον… πυροβολώ»
«Ξυπνώ στις έξι, παίρνω πρωινό κι έπειτα ακούω μουσική μόνος. Δεν μιλώ με κανέναν. Άλλωστε στο υπόλοιπο νησί δεν υπάρχει και κανένας για να μιλήσω. Στη συνέχεια γράφω ως το μεσημέρι. Κοιμάμαι μέχρι τις 3 και μετά κάθομαι να παρακολουθήσω παλιές ταινίες. Τρέφω ένα διεστραμμένο ενθουσιασμό για τις βουβές ταινίες, για να μην πω ειδικότερα για τις σουηδικές της δεκαετίας του ’30 που πάντοτε υποτιμούσα. Στα 80 μου όμως, είναι θεμιτό να αλλάζω ιδέες». «Όταν το σινεμά δεν είναι ντοκιμαντέρ, είναι όνειρο: γι’ αυτό, ο Ταρκόφσκι είναι ο καλύτερος και τον αγαπώ».
• Κώστα Γαλανόπουλου, Τα Νέα 8/4/1996, Ο Μπέργκμαν.
«… έχει δηλώσει «τέλος οι ταινίες». Αλλά στο θέατρο, είπε, «όσο στέκει όρθιος» θα δουλεύει. «Το θέατρο δεν είναι σκληρή δουλειά όπως ο κινηματογράφος. Είναι τρόπος ζωής, ο πιο ωραίος». Για τον θεατρικό Ίνγκμαρ Μπέργκμαν κυκλοφορεί τώρα ένα βιβλίο δύο Καναδών, που έφτασε και στην Ευρώπη (Lise-Lone e Frederic Marker: Ingmar Bergman, tutto il teatro”, Ubulibri, Roma” και που παρακολουθεί τον μεγάλο δημιουργό σε όλη τη θεατρική διαδρομή του….»
• Δημήτρης Δανίκας, Το Βήμα 26/11/2000, Ρόι Άντερσον, «Σιγά, μη μας ακούσει ο Μπέργκμαν». Ο «άγνωστος» σουηδός σκηνοθέτης μιλάει για τις διαδρομές του στη μεγάλη οθόνη και για τη ταινία του «Τα τραγούδια από τον δεύτερο όροφο»…
-Ο Μπέργκμαν είναι φίλος σας;
«Μα σας είπα, ο άνθρωπος δεν έχει φίλους».
-Σωστά, τον… φοβούνται.
«Ακριβώς. Τον φοβούνται γιατί ελέγχει τα πάντα στο θέατρο και στον κινηματογράφο».
-Του διαφύγατε…
«Με τα λεφτά μου. Μάζευα δεκάρα δεκάρα από τα γιαούρτια, τις μπύρες και την Air France».
-Σαν να λέμε, εκμεταλλευτήκατε το σύστημα και στη συνέχεια το «γκρεμίσατε» στην οθόνη.
«Τι να γίνει, διαφωνώ με τον Μπέργκμαν».
-Τι σχέση έχει αυτό;
«Σιχαίνεται την πολιτική. Πιστεύει ότι η τέχνη δεν πρέπει να αναμειγνύεται με την πολιτική. Είναι και αυτός ένας από τους βασικούς λόγους που όλοι οι παράγοντες της εξουσίας στην Σουηδία παριστάνουν τους φίλους του. Φυσικά δεν τον αγαπούν αλλά τον φοβούνται».
• Δημήτρης Δανίκας, Το Βήμα 10/12/2000, Το δημόσιο «στριπτίζ» του Μπέργκμαν. Ο 82χρονος σκηνοθέτης υπαινίσσεται στο σενάριο της ταινίας της Λιβ Ούλμαν “Trolosa” («Απιστία») ότι μπορεί να υπήρξε άφιλος, άπιστος, παντελώς αδιάφορος για την οικογένειά του και ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας φίλου του.
«Είναι αλήθεια ότι τα έφτιαξε με τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου και ότι εξαιτίας αυτού του καπρίτσιου εκείνος οδηγήθηκε στην αυτοκτονία. Είναι αλήθεια ότι κατέστρεψε τη γυναίκα του φίλου του και τη μικρή του κόρη; Και είναι επίσης αλήθεια ότι εγκατέλειψε στη μοίρα τους τη νόμιμη συμβία του και τα δύο τους παιδιά και ότι για σειρά ετών, αν και διάσημος, δεν έβαζε το χέρι στην τσέπη για να συνεισφέρει έστω και μία σουηδική κορόνα στον οικογενειακό κορβανά;
     Μετά το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στο «Φάνι και Αλέξανδρος» (1982) ο Μπέργκμαν διακόπτει κάθε σχέση με τον κόσμο των κινηματογραφικών γυναικών του. Όχι ακριβώς με αυτόν, αλλά εν γένει με την κινηματογραφική σκηνοθεσία. Στη συνέχεια βέβαια διέψευσε την απόφασή του, αλλά οι ταινίες που γύρισε προορίζονταν για την τηλεόραση. Ανακοινώνει λοιπόν ότι θα κρεμάσει τη μηχανή του και θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στα βιβλία του και στον Στρίντμπεργκ (θέατρο). Εκείνη τη στιγμή ουδείς μπορούσε να φανταστεί ότι μέσα του είχε ωριμάσει η απόφαση ενός δημόσιου στριπτίζ. Δέκα χρόνια αργότερα διαπράττει τα δύο πρώτα.»…
• Δημήτρης Δανίκας, Τα Νέα-Πρόσωπα 21ος Αιώνας τχ.93/16-12-2000, σ.7-, ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, «Περιμένω με ενδιαφέρον τον θάνατό μου». Η τελευταία συνέντευξη του INGMAR BERGMAN
«Ο μεγαλύτερος, εν ζωή, δραματουργός του κινηματογράφου είναι ένας αποτυχημένος άνθρωπος. Το δηλώνει άνευ περικοκλάδων. Και αισθάνεται την ζωή του σαν ένα μεγάλο, ανυπόφορο βάρος. Πώς εξηγείται αυτή η διάσταση, αυτή η κολοσσιαία αντίφαση, αυτό το χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη; Ίσως μόνο το δικό μας μυαλό, το μυαλό «φυσιολογικών» κοινών θνητών να εκλαμβάνει όλα αυτά σαν χάσμα, σαν σχίσμα ανάμεσα στον καλλιτέχνη-Άγγελο και τον άνθρωπο-Διάβολο. Αν μικρός ήταν όμορφος. Αν από νωρίς έκανε παρέα με κορίτσια. Αν ο πατέρας του δεν ήταν τόσο άκαμπτος και ήταν ας πούμε παπουτσής και όχι ταγμένος πάστωρ της εκκλησίας των διαμαρτυρομένων. Αν δεν είχε συσσωρευτεί μέσα του τόσος θυμός και τόση οργή. Αν δεν «έπνιγε» κάποιον Κριτικό. Αν όλα αυτά που εξομολογείται και πολλά άλλα που θα τα πάρει στον τάφο του δεν είχαν συμβεί στην τρικυμιώδη ζωή του, τότε ίσως η μεν κυρία Έλσε να κέρδιζε έναν απολύτως υγιή και αφοσιωμένο σύζυγο, εμείς όμως να χάναμε την ευλογία μιας «Περσόνα». Τα πράγματα στην ζωή και την Τέχνη δεν είναι αγγελικά πλασμένα. Στην περίπτωση μάλιστα του Μπέργκμαν θα έλεγα πως είναι εντελώς… σατανικά καμωμένα! Μερικές ιδιοφυΐες της Τέχνης προκύπτουν από παρά… φύση καπρίτσια.»  
• Κώστα Ζαλίγκα, Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής 26/10/2008, σ.38. «Παντρεύτηκε πέντε φορές και απέκτησε οκτώ παιδιά. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει: «Δεν έχω ταλέντο στο γάμο. Αλλά ακόμα πιστεύω σε αυτόν»
• Μαρία Κατσουνάκη, Η Καθημερινή 31/7/2007, Εμείς και ο Μπέργκμαν.
«…Ψυχοσωματικές συγκρούσεις, μοναξιά, άγχος, βαθιά υπαρξιακή αγωνία, αναζήτηση του νοήματος της ζωής, της ευτυχίας, κατάδυση στη μνήμη, στο παρελθόν, γεύση αποστέρησης, συνείδηση θανάτου. Η σιωπή του Θεού. Ό,τι ταλανίζει τον περασμένο αιώνα, δύστροπο, περίπλοκο και μελαγχολικό, βρίσκει την πιο αυστηρή διατύπωσή του στο έργο του Μπέργκμαν. Το σινεμά του δεν ήταν μαγευτικό…».
 • Tom Donnelly, The Washington Post-ΤΟ ΒΗΜΑ 15/12/1974
«ΕΙΜΑΙ ΡΑΝΤΑΡ, ΓΝΩΜΗ ΔΕΝ ΕΧΩ»

ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΩ ή γυρίζω μια ταινία, βρίσκομαι μέσα σε ένα είδος προστατευτικού κέλυφους, λέει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. «Δεν αναλύω τι κάνω ή γιατί το κάνω. Αργότερα μόνο σκέφτομαι λογικά. Ποια όμως ήσαν τα κίνητρά μου, αυτό είναι κάτι που καταλαβαίνω ακόμα πιο αργά. Θα είμουν πολύ ευτυχής εάν μπορούσα να πω: «Τότε αισθάνθηκα αυτό, τότε έκανα εκείνο, ακολούθησα εκείνη τη γραμμή, και την συνέχισα σε κείνο ή σε τούτο το σημείο, και τέλος ολοκλήρωσα την ιδέα μου. Αλλά με μένα δεν συμβαίνει ποτέ κάτι τέτοιο. Έχω ακολουθήσει ένα περίπλοκο δρόμο ανάμεσα, σε κάθε είδους υπολογισμούς, πιθανότητες και απιθανότητες»
Το παραπάνω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Μπέργκμαν μιλά για τον Μπέργκμαν» στο οποίο δημοσιεύονται μια σειρά από γοητευτικές και συχνά αποκαλυπτικές συνεντεύξεις με τον διάσημο Σουηδό σκηνοθέτη.
     Συχνά ο Μπέργκμαν απορρίπτει μερικές από τις πιο γνωστές του ταινίες. Αποκαλεί την «Πηγή των Παρθένων» μια άθλια απομίμηση του Κουροσάβα: Εκείνη την εποχή ο θαυμασμός μου για τον Γιαπωνέζικο κινηματογράφο βρισκόταν στο κορύφωμά του. Είμουν σχεδόν ο ίδιος σαμουράϊ».
     Τις συνεντεύξεις πήραν τρείς Σουηδοί κριτικοί κινηματογράφου. Η πρώτη έγινε τον Ιανουάριο του 1968, η τελευταία τον Απρίλιο του 1970. Σε ερώτηση για το πώς «γεννήθηκε το ενδιαφέρον του για τον κινηματογράφο και το θέατρο», ο Μπέργκμαν λέει ότι θυμάται την έντονη εντύπωση που του έκανε η πρώτη ταινία που είδε. Ήταν «Η Μαίρη Καλλονή» και θα την είχε δή γύρω στο 1924 όταν ήταν 6 ετών. Υπήρχε μια σκηνή με μια μεγάλη φωτιά και ο Μπέργκμαν ακόμα θυμάται τον ενθουσιασμό του. Απόκτησε την πρώτη του μηχανή προβολής όταν ήταν 10 ετών και χρειάσθηκε να δώση σε αντάλλαγμα τους μισούς μολυβένιους του στρατιώτες, για να την πάρη από τον αδελφό του ο οποίος την είχε λάβει ως χριστουγεννιάτικο δώρο.
     Όταν ο Μπέργκμαν έμαθε πώς να συγκολλά διάφορα κομμάτια από φιλμ, άρχισε να επινοή πλοκές και να παρουσιάζη το έργο του σ’ ένα κοινό ενός θεατού, την αδελφή του. Δύο χρόνια αργότερα του χάρισαν ένα παιδικό θέατρο και άρχισε «να ανεβάζη έργα του Στρίντμπεργκ».
     Οι ειδικοί πάνω στο έργο του Μπέργκμαν έχουν υπογραμμίσει πώς, αντίθετα με άλλους καλλιτέχνες που δούλευαν γύρω στα 1940, ο σκηνοθέτης δεν φαίνεται να επηρεάσθηκε καθόλου από αυτό που ονομαζόταν τότε «η νέα κοινωνική συνείδηση». «Είναι αλήθεια», λέει ο Μπέργκμαν. «Δεν ενδιαφερόμουν για πολιτικά ή κοινωνικά θέματα. Είμουν τελείως αδιάφορος. Μετά τον πόλεμο και την αποκάλυψη των στρατοπέδων συγκεντρώσεως και με την διάλυση της πολιτικής συνεργασίας ανάμεσα στους Ρώσους και τους Αμερικανούς, παραιτήθηκε τελείως: Η ένταξή μου έγινε κυρίως θρησκευτική. Ενδιαφερόμουν για τις ψυχολογικές , τις θρησκευτικές τάσεις… Δεν είχα κανένα πολιτικό πάθος».
     Η βασική άποψή μου για τα πράγματα είναι να μην έχω βασική άποψη για τα πράγματα».
     Ένας από τους κριτικούς-ο Τζόνας Σίμα-υποδεικνύει πώς ο Μπέργκμαν έχει επονομασθή «ένας ποιητής για την εποχή μας», επειδή έχει έναν τρόπο να εξετάζη τις ηθικές αξίες των κοινωνικών συμβάσεων.
      Ο Σίμα ισχυρίζεται πως είναι μάλλον γελοίο για τον Μπέργκμαν να λέη: «Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει γνώμες». Ο Μπέργκμαν απαντά: «Είμαι ένα ραντάρ, συλλαμβάνω κάτι και το αντικατοπτρίζω σαν καθρέφτης μαζί με αναμνήσεις, όνειρα και ιδέες. Μια ανάγκη και μια θέληση να σχηματίσω κάτι».
      Το τελευταίο έργο του Μπέργκμαν «Σκηνές από έναν γάμο» παρουσιάσθηκε στη Σουηδική τηλεόραση σε έξη επεισόδια…..»

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 4 Αυγούστου 2018
Πειραιάς 4/8/2018


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου