Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ


ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΑΛΗ
ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΑΛΗ
Τρίτη έκδοση
ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΑΘΗΝΑ 1971, σ. 36, δραχμές 80
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΝΩΕ. Αλκιβιάδου 143
ΜΟΡΦΗ ΠΡΩΤΗ
1
Εκεί πού πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Πού με τά μάτια μιάς παρθένας άνοιγε ο καιρός
Καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλατάνου λεβέντικου
Και μια σημαία πλατάγιαζε ψηλά γή και νερό
Πού όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Μά όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της ΄
Μέσ’ στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια ΄
Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Τά όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.
2
Τώρα μεσ’ τα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει ΄

Ο άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Κάνει εμετό τη σκόνη του
Τα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
Η γη κρύβει τις πέτρες της
Ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Την ώρα που μεσ’ από τα ουράνια θάμνα
Το ούρλιασμα της συνεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι’ ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Κι’ ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Κι’ ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετήσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με τη φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Κακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Μόνο άς προσευχηθούν μακρυά του οι μενεξέδες!
3
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λυώναν το σίδερο, μασσούσανε τη γής
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο-κι’ η μοίρα ό,τι θέλει ας πεί.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι’ ηύρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλλα μεσ’ τον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετραα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια πού άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλισε από την αριστερή μερηά…

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι’ η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Μά η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μεσ’ τα δόντια ο θάνατος-
Κι’ ύστερα χύθηκε με μιάς ως ρα χλωμά του νύχια!
4
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλιασμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές πού τούφυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι πού το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόϊ αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπαν «γειά παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι’ η απορία μαρμάρωσε…

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή ΄
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Χωρίς άλλα κεριά
Κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη ΄
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
Στο πλάϊ το μισοτελειωμένο μπράτσο
Κι’ ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια-
Μικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ώ μην κοιτάτε ώ μην κοιτάτε από πού του-
Από πού τούφυγε η ζωή. Μην πήτε πώς
Μην πήτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη,
Κι’ ο ήλιος ο παντοτεινός έτσι μέ μιάς τον κόσμο!
5
Ήλιε δε είσουν ο παντοτεινός;
Πουλί δεν είσουν η στιγμή χαράς πού δεν καθίζει;
Λάμψη δε είσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι’ εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Κι’ εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μεσ’ στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι’ ένας τρελλός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυό μάτια πάνε να δακρύσουν-
Γιατί, ρωτάει ο αετός, πούναι το παλληκάρι!
Κι’ όλα τ’ αητόπουλ’ απορούν πούναι το παλληκάρι!
Γιατί ρωτάει στενάζοντας η μάννα, πούναι ο γυιός μου;
Κι’ όλες οι μάννες απορούν πού νάναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
Κι’ όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού νάναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Πάν να δαγκάσουνε ψωμί κι’ εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακρυά τον ουρανό κι’ εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεστάνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί πού πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!
…………………………………………………………
--   
Το «Ηρωικό και πένθιμο άσμα στον ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»

ΙΠΠΟΣ, περιοδικό «ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ» αρ. φύλλου 1, περίοδος 8, Σεπτέμβρης 1945

     Το Ηρωικό και πένθιμο άσμα στον ανθυπολοχαγό της Αλβανίας που στην πρώτη μορφή του δημοσιεύτηκε στο «Τετράδιο», είναι ένα από τα τρία εκτεταμένα ποιήματα που έγραψε ο Ελύτης την άνοιξη του 41, όταν επέστρεψε από το μέτωπο, με έμπνευση και θέμα τον Αλβανικό πόλεμο. Ποίημα καθαυτό λυρικό, ξεκινώντας μόνο από τα πραγματικά γεγονότα, βρίσκεται πιο κοντά στη γνώριμη τεχνοτροπία του ποιητή. Αντίθετα τα άλλα δύο μέρη, η «Βαρβαρία» και η «Αλβανιάδα» δένονται πολύ σφιχτά με την αλβανική πραγματικότητα του 40-41, και ακολουθούν μια καινούργια τεχνική. Τρία άλλα παρεμφερή ποιήματα αποτελούσαν τμήματα του «Ήλιος ο Πρώτος» αλλά τελικά τα σταμάτησε η λογοκρισία. Και χωρίς όμως αυτά, μέσα στο «Ήλιος ο Πρώτος» βρίσκεται η πρώτη γνήσια ποιητική φωνή για την Αλβανιάδα, γεγονός που οι κριτικοί του δεν μπόρεσαν τότε να τονίσουν και τώρα έχουνε, ως επί το πλείστον, κάθε λόγο για να μη το θυμούνται. Γιατί υπάρχει αυτό το πικρότατο φαινόμενο, Έλληνες διανοούμενοι να διαγράφουν με μια κοντυλιά την πιο σημαντική σελίδα της νέας μας ιστορίας, όπως ακριβώς γίνεται και με μια μερίδα στην πολιτική. Ο ελληνικός αγώνας αρχίζει γι’ αυτούς στα 42.
     Οι φυγάδες, οι εστέτ, οι αδιάφοροι, πόσο περίεργο είναι αλήθεια να βρεθούν αυτοί και σχεδόν μόνο αυτοί απ’ τους νέους μας ποιητές και καλλιτέχνες, στις πρώτες γραμμές. Ο Εγγονόπουλος είταν εκεί. Ένας «Μπολιβάρ» είναι ίσως γι’ αυτόν η ανταμοιβή για τους έξη σκληρούς μήνες. Ο Σαραντάρης έμεινε εκεί για πάντα. Είναι θλιβερό που κανένας μας δε θυμήθηκε τον άξιο αυτό ποιητή. Ο Αντρέας Νομικός πολέμησε, εθελοντής, στα μακεδονικά οχυρά. Ο Τσαρούχης είταν στην Αλβανία. Ο Ελύτης ήταν εκεί. Τρείς μήνες, διμοιρίτης στο δεύτερο τάγμα του 24ου Συντάγματος (Άγιοι Σαράντα-Νιβίτσα-Μπούμπαρι-Κιάφα-Κούτσι) και γραμμή Αμύνης. Καλλαράτες-Μπολένα. Άλλο ενάμιση μήνα, τελευταίες μέρες του πολέμου, είταν στο νοσοκομείο Ιωαννίνων, με τύφο. Ο Ανδρέας Καμπάς πολέμησε στη μάχη της Κρήτης.
     Όλοι αυτοί σχεδόν δεν είχαν δράση στα χρόνια της κατοχής. Και μια μεγάλη μερίδα, η μεγαλύτερη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας που έχουν στις οργανωμένες πιά τάξεις τους λίγους αγωνιστές της κατοχής, βγήκαν με απομνημονεύματα, συνεντεύξεις και παντοειδείς ρεκλάμες να εισπράξουν την πιο μικρόψυχη αμοιβή της υπηρεσίας τους προς την πατρίδα. Και χλευάζουν και συκοφαντούν τους άλλους, αρνούμενοι σ’ αυτούς το δικαίωμα να έχουν δεχτεί, σαν άνθρωποι και σαν καλλιτέχνες, τον αντίκτυπο των γεγονότων. Ποτέ η συνείδηση του προορισμού ενός πνευματικού εργάτη που του επιβάλλει να μείνει μακρυά από κάθε πολιτική εξάρτηση και κατεύθυνση, δε συνάντησε μια τέτοια θλιβερή παρανόηση. (Είναι λυπηρό που εδώ πρέπει να γίνει η εξής παρατήρηση: Είναι η αγωνία της μετριότητας να αναρριχηθεί στην επιτυχία, χρησιμοποιώντας παράγοντες. Τραγική προσπάθεια. Στην αξιολόγηση των καλλιτεχνικών αξιών δεν πετυχαίνει τίποτα η αξιωματική κριτική και η οργανωμένη πρόγκα. Την ελληνική επανάσταση την κράτησε ο Σολωμός μέσα στους στίχους του, γραμμένους μακρυά, σ’ ένα αγγλοκρατούμενο νησί, κι’ όχι οι Φαναριώτες με το Σούτσο τους).
     Οι γραμμές αυτές που ξεκίνησαν απ’ το μικρό ιστορικό της «Ωδής» του Ελύτη, δεν έχουν σκοπό να δημιουργήσουν νέους ήρωες (κατά το γνωστό πρότυπο). Στην Αλβανία είταν ο Βρεττάκος, ο Ξεφλούδας και ίσως κι’ άλλοι. Ούτε θέλουν να εντοπίσουν τον ελληνικό αγώνα στο 40-41, όπως άλλη τυφλωμένη από πάθος μερίδα κάνει στην πολιτική. Ο ελληνικός αγώνας άρχισε τον Οκτώβρη του 40 και τελείωσε τον Οκτώβρη του 44. Από κεί και πέρα αρχίζει η πολιτική. Καλή ή κακή, είναι ζήτημα που ενδιαφέρει τους ανθρώπους μάλλον σαν πολίτες της χώρας παρά σαν καλλιτέχνες.
ΙΠΠΟΣ.

Σημειώσεις:
     Πάνε αρκετές δεκαετίες τώρα, μετά την τελευταία δικτατορία στην χώρα μας που αγόρασα την ποιητική συλλογή του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη «Άσμα Ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» στην τρίτη της έκδοση, αυτή του 1971, από το Πνευματικό Κέντρο «ΝΩΕ» στον Πειραιά.  Ένας πνευματικός χώρος εκδηλώσεων, οργανώσεων εκθέσεων ζωγραφικής, ομιλιών, που είχε πάγκους με βιβλία που ο επισκέπτης μπορούσε να αγοράσει βιβλία. Συνήθως, αν θυμάμαι σωστά, είχε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα πειραιωτών συγγραφέων, θεατρικά και πολιτικά-αριστερά βιβλία, τα λεγόμενα αντικαπιταλιστικά πχ. «Αμερική η διεφθαρμένη χώρα», οι «Αμερικάνικες επεμβάσεις ανά τον κόσμο», «Ο ρόλος της CIA και η σχέσεις της με την ελληνική δικτατορία», και άλλα θεωρητικά κομμουνιστικά βιβλία που εμείς οι τότε επαναστάτες νέοι τα διαβάζαμε απνευστί πιστεύοντας ταυτόχρονα, ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο, θα φέρουμε τα πάνω κάτω, Upside down που τραγουδούσε τότε η περίφημη Diana Ross και χορεύαμε στις disco της εποχής, ή δίναμε ραντεβού στο σταθμό στο Μοναστηράκι να πάμε μεταμεσονύχτια να ακούσουμε την Μαρινέλλα στο «Ζουμ». Τις Κυριακές συνήθως είχαμε αργία από τις επαναστατικές μας γυμναστικές, τα κόκκινα λάβαρα και τα άλλα ευγενή μέταλλα, εκτός αν υπήρχε καμιά μεγάλη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη, με εμβατήρια και ταμπούρλα, και ανεβαίναμε είτε για το «Χάραμα» να ακούσουμε τον Βασίλη Τσιτσάνη, είτε για το «Αχ Μαρία» αν θυμάμαι καλά να απολαύσουμε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στα Εξάρχεια. Η επανάσταση, η ανατροπή του κακού και εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού καθεστώτος μπορούσε να περιμένει ένα διήμερο. Από Δευτέρα και βλέπουμε. Εξάλλου, μετά από λίγα χρόνια, είδαμε και το φως  το αληθινό, διαβάζαμε το περιοδικό “DIALOGOS”. Ένα αξιόλογο περιοδικό που εκδίδονταν στα ελληνικά από την πρεσβεία νομίζω των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, με χορηγό την αμερικάνικη υπηρεσία πληροφοριών, και που παρουσίαζε όλα τα σύγχρονα-τότε- ρεύματα στην αμερικάνικη κοινωνία (στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην ιατρική, στην βιολογία, στην ιστορία, στις μεθόδους σύγχρονης απασχόλησης, στην φιλοσοφία, στις εικαστικές τέχνες, στις λογοτεχνικές εκδόσεις και ένα σωρό άλλα σύγχρονα θέματα στην Αμερική). Ένα ιλουστρασιόν περιοδικό μεγάλου μεγέθους που αποστέλλονταν δωρεάν σε όποιον ενδιαφερόμενο και που σου γνώριζε το σύγχρονο και μοντέρνο πρόσωπο της αμερικάνικης ηπείρου. Μιλάμε πάντα για την Βόρεια Αμερική, και όχι την Νότια, την ήπειρο του Χιλιανού προέδρου Σαλβαντόρ Αλλιέντε, την πατρίδα του ποιητή Πάμπλο Νερούντα, που η Δανάη η τραγουδίστρια είχε μεταφράσει στα ελληνικά το «Κάντο Χενεράλε» που είχε εκδοθεί σε τρείς τόμους από τις εκδόσεις Gutenberg, και είχαμε παρακολουθήσει την εκτέλεσή του στο στάδιο στο Φάληρο σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη, με τον Πέτρο Πανδή και τον Μάνο Κατράκη, (θυμάσαι Άγγελε και Ιουστίνη;) την χώρα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που, τα «Εκατό χρόνια Μοναξιάς» του, χρειαζόσουν τηλεφωνικό κατάλογο για να γράψεις τα πολλά ονόματα για να μην τα ξεχάσεις. Και τον πολυδιαβασμένο εκείνη την εποχή συγγραφέα Κάρλος Καστανιέτα που μέσα στα μυθιστορήματά του, αναφέρονταν σε χημικές ουσίες που κάπνιζαν οι συμπατριώτες του. Και το πασίγνωστο, όπως το αδιάβαστο από τους επαναστάτες «Κεφάλαιο" του παππού Καρόλου-όχι του ΦΙΞ (οι γνώσεις σου στα οικονομικά έπρεπε να ξεπερνούν αυτά του πρώην έλληνα υπουργού των οικονομικών, του κυρίου «Ουάου» για να κατανοήσεις τι θέλει να πει το τρίτομο αυτό ογκώδες έργο), «Το Τρίτο Μάτι» του Λόψα Ράμπα.
Σε αυτόν, επανερχόμενος, τον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο της πόλης μας, αγόρασα την συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη όπως δείχνει η αχνή σφραγίδα του βιβλίου. Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης καθώς και ο λίγο παλαιότερος ο Γιώργος Σεφέρης, με τις Δοκιμές και τα Ημερολόγιά του παραμάσχαλα, και φυσικά, οι παλαιοί Κωστής Παλαμάς και Άγγελος Σικελιανός, ήσαν οι αγαπημένοι ποιητές της εποχής μου. Διαβάζαμε το έργο τους και ότι βρίσκαμε μπροστά μας και τους αφορούσε. Σε δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες, σε αρχεία, σε σπίτια φίλων, σε στέκια που συχνάζαμε και όλο και κάποια ποιητική τους συλλογή θα βρίσκονταν. Ποίηση και Επανάσταση μαζί, όπως θάλεγε και ο σύντροφος Μαγιακόφσκι, αγκαλιασμένοι χέρι-χέρι με τα νιάτα. Μετά, γηρατειά και πολιτική αποχαύνωση Αλέξη και Πάνου ομού. Και το απολυτίκιο της πεσούσης οσίας πρώτης φορά αριστεράς, να το διαβάζει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολύχρωμα-μπλε λαμπιόνια ο Πάκης. Μέχρι και οι δεξιοί κεφαλαιοκράτες μας λυπούνται και μας συμπαραστέκονται. Εξ ου, και οι χορηγίες κατά Σόρρος μεριά. Γιαυτό κατέφυγε στην λεβεντογέννα Κρήτη να κρυφτεί στο σπήλαιο που κρύφτηκε ο Δίας, ο πρώην υπέξ, μην τον βρει ο πλανητάρχης Κρόνος.
     Την βιωματική-τραυματική για τα ελληνικά νιάτα και την πατρίδα μας, ποιητική σύνθεση, αποτελείται από ΙΔ μέρη, του Οδυσσέα Ελύτη, είχαν τη τύχη να την ακούσουν για πρώτη φορά από τα χείλη του εν μέσω Κατοχικής περιόδου οι «τέσσερεις-πέντε φίλοι, στενά δεμένοι μεταξύ μας από τα εφηβικά μας χρόνια» και συναγωνιστές του, όπως γράφει ο κριτικός Αντρέας Καραντώνης στο σπονδυλωτό μελέτημά του «ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ», εκδόσεις Δημήτριου Ν. Παπαδήμα 1980, σελίδα 132, όπου αναφέρεται και εξετάζει τα πρώιμα στάδια της μετέπειτα συλλογής έτσι όπως αυτά τα συναντάμε στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη, Η «Αλβανιάδα». Η παρέα αποτελούνταν από τους Οδυσσέα Ελύτη, τον ποιητή και στιχουργό Νίκο Γκάτσο, τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη που χάθηκε νεότατος στον ελληνοιταλικό πόλεμο, τον νευρολόγο Αδριανό Χάγερ, τον επιχειρηματία Γιάννη Χειλαδάκη και τον δημοσιογράφο Άρη Μακροχωρίτη. Γράφει ο Αντρέας Καραντώνης:
 «Το σπίτι του Σιμόπουλου, (Ο Τάκης Σιμόπουλος ήταν δικηγόρος και στενός επίσης φίλος της νεανικής συντροφιάς) ένα μεγάλο τριώροφο χτίριο, γωνία Ιθάκης και Πατησίων που ανατινάχτηκε από τους «δεκεμβριστές» του 1944 ήταν το καταφύγιό μας. Σχεδόν πάντα πεινασμένοι και τρέμοντας από το κρύο, μαζευόμασταν στην πιο μικρή κάμαρα και ανταλλάζαμε τις ιδέες μας για τον πόλεμο, τις ελπίδες μας για τη νίκη, τους φόβους μας για τον επερχόμενο εσωτερικό διχασμό, τις μεταλλαγές των πολεμικών επιχειρήσεων. Όλ’ αυτά κατάληγαν σ’ έναν απροσδιόριστο τρόμο για την ζωή μας, τη δική μας και των αγαπημένων μας, μά και τη ζωή της Ελλάδας. Και κοιτάζαμε πώς να απαλύνουμε αυτόν τον τρόμο μ’ εκείνο το εύθυμο πνεύμα νιότης, που τόσο πιο πολύ εξάπτεται όσο περισσότερο και βαθύτερα το κεντρίζουν οι λογής εναντιώσεις της ζωής….» σ.132, και συνεχίζει:
«Δεν έχω κρατήσει σημειώσεις εκείνης της εποχής του τρόμου και της ποίησης, και δεν ξέρω αν τότε μας διάβασε ο Ελύτης το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο» που πρωτοδημοσιεύτηκε  στο περιοδικό «Τετράδιο Δεύτερο», Αύγουστος-Σεπτέμβριος του 1943. Ίσως στο σπίτι του Σιμόπουλου να μας διάβασε αποσπάσματα ή και ολόκληρο το ποίημα. Θυμάμαι όμως καθαρά πως εκεί μας μίλησε για μια σειρά επικολυρικών ποιημάτων, σχετικών με τον πόλεμο και την κατοχή, για τα οποία μάλιστα είχε επινοήσει το γενικό τίτλο «Βαρβαρία».  Αυτός ο τίτλος, αυτή η «Βαρβαρία», που έμοιαζε με ονομασία κάποιου μυθικού μά αποτρόπαιου κράτους, απειλητικού πάντα για τη μικρή και φτωχή μά ηλιόχαρη χώρα μας που ήδη σφάδαζε κάτω από τα σιδερένια πέλματα των Ευρωπαίων βαρβάρων, μου είχε ανοίξει ορίζοντες μαγικών ποιητικών υποσχέσεων. Και κάθε φορά δεν έπαυα να ρωτώ και να ξαναρωτώ τον Ελύτη για τη μοίρα της «Βαρβαρίας». Κι εκείνος μου απαντούσε πάντα με αόριστα χαμόγελα και με μισόλογα, δίνοντάς μου να καταλάβω πώς αυτή η «Βαρβαρία» κυοφορούνταν μέσα του ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αβεβαιότητα που τόσο καλά την γνωρίζουν οι γόνιμοι ποιητές-δηλαδή οι ποιητές πού την ίδια στιγμή τους κεντρίζουν πολλά «ετεροθαλή» ποιητικά θέματα και προπλάσματα, χωρίς να αποφασίζουν μια προτίμηση, με κίνδυνο να σβήσουν μια μέρα από τον κατάλογο της φαντασίας τους όλα αυτά τα νεφελώδη σχεδιάσματα των «αγέννητων ψυχών», όπως θα έλεγε-και όπως είπε-ο Παλαμάς των «Βωμών».
      Η δημοσίευση και η θριαμβευτική, η αληθινά «εθνική επιτυχία» του «Ανθυπολοχαγού της Αλβανίας» (1945) δεν επέτρεψε να «κάνει τύχη» το κατοπινό ποίημα του Ελύτη «Η καλοσύνη στις Λυκοποριές», που δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος του περιοδικού «Τετράδιο» (1947) και πού, βέβαια, παρά τις αρετές του, φάνηκε πώς δεν είχε να προσθέσει τίποτε το καινούργιο στην συναρπαστική ατμόσφαιρα του «Ανθυπολοχαγού». Ένα τρίτο ποίημα, της ίδιας υφής με τα προηγούμενα, η «Αλβανιάδα», που είχε μια ιδιότυπη ιστορία, μας επιτρέπει σήμερα να υποθέσουμε πώς μέσα σ’ αυτή την τριλογία εξαντλήθηκε η αρχική έμπνευση της «Βαρβαρίας». Και δεν υπάρχει αμφιβολία, πώς αυτή τη τριλογία (την ονομάζω τριλογία, χωρίς να ξέρω αν βρίσκονται στα χαρτιά του Ελύτη και άλλα σχεδιάσματα ή ολικά ή αποσπασματικά επιτεύγματα σχετικών πολεμικών επεισοδίων) αναχωνεύτηκε ολόκληρη και πήρε μια τελική και σφαιρική, όσο και πλαστική συνθετική μορφή στο «Άξιον Εστί», που με τη συγκατάθεση του μεγάλου αναγνωστικού κοινού και τα θαυμαστικά χειροκροτήματα της μεταπολεμικής, κυρίως, κριτικής αξιολογήθηκε σαν το κορυφαίο και το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα του Ελύτη. Χωρίς να χάσει την επίσημα πιά αναγνωρισμένη εθνική του τοποθέτηση-τοποθέτηση σε βασιλικό θεωρείο-μπροστά στο «Άξιον Εστί», χλώμιασε κάπως και ο πατροπαράδοτος πιά, σαν εθνικό εορταστικό ποίημα, «Ανθυπολοχαγός». Μα, κατά την γνώμη μου, ο «Ανθυπολοχαγός», καθώς και ο στίχος του Παλαμά «μεθύστε με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα», είναι ό,τι καλύτερο και καθαρότερο σαν ποιητικό μήνυμα μας έδωσε η λογοτεχνία που ξεπήδησε από τον ιταλο-ελληνικό πόλεμο του 1940.
 Όσο για το «Άξιον Εστί», τον δεύτερο ιστορικό σταθμό της ποιητικής μοίρας του Ελύτη, αν και περιστρέφεται με κάθε του λέξη γύρω από τον εθνικοφυλετικό άξονα του νέου ελληνισμού, είναι δημιούργημα μιάς καθολικής «ελληνικότητας», που επέχει θέση παγκόσμιας καλλιτεχνικής και ηθικής αξίας, με το έργο αυτό-είχε βέβαια προηγηθεί το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη, αλλά αυτό ήταν μια σύνθεση αποσπασματική βαθύφωνα χαμηλού τόνου-η ποίησή μας έπαψε να είναι αόριστα και ανερμάτιστα «μοντέρνα».  Γιατί το «Άξιον Εστί» ξεπετάχτηκε σαν γερό κλαρί μέσα από τον κορμό της διαιώνιας ελληνικής παράδοσης, που αρχίζει από τον Όμηρο για να φτάσει ως τον Παλαμά και τον Σικελιανό. Έτσι, η «μοντέρνα ποίηση», που κύρια πηγή της είχε τον υπερρεαλισμό με το «Άξιον Εστί» απόκτησε μια γνήσια ελληνική ιθαγένεια. Αυτή η ιθαγένεια αυτόματα της έδωσε μια θέση υπεροχής σε σχέση με πολλές άλλες «μοντέρνες ποιήσεις» που η όποια τους παγκοσμιότητα έχει κάτι το επικαιρικό, κοινότυπο, το άχρωμο και το αόριστο.»….., σ. 133-135.
     Παρέθεσα όχι τυχαία, τα απόσπασμα αυτό του κυριότερου αν όχι του πιο έγκυρου κριτικού της γενιάς του 1930 του Αντρέα Καραντώνη, ο οποίος εκτός από την μεγάλη πείρα και εμπειρία που διέθετε πάνω στην πορεία και την εξέλιξη της ελληνικής ποίησης-παραδοσιακής και μοντέρνας-υπήρξε και προσωπικός φίλος πολλών από των δημιουργών της γενιάς αυτής, ποιητών και πεζογράφων. Ο Καραντώνης στα μελετήματα αυτά για τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, μας δίνει την ατμόσφαιρα τόσο του πολέμου όσο και την πνευματική μέσα στις οποίες ανδρώθηκε η δική του γενιά. Η στενές φιλικές σχέσεις που δημιούργησε με ποιητές όπως ο Ελύτης-και άλλους-δίνει μεγάλη εγκυρότητα στις κρίσεις που εκφέρει και στις πληροφορίες που μας κομίζει. Γνωρίζει τα πράγματα από μέσα θα σημειώναμε και από πρώτο χέρι. Το κείμενο αυτό, που ασχολείται με την περιπέτεια και την τύχη της «Αλβανιάδας» (μέρους της τριλογίας όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει) μας δίνει και το στίγμα, τις επιρροές και από πού προήλθε η πρωταρχική «πηγή» του Ανθυπολοχαγού». Τα πρώτα σχεδιάσματα, οι πρώτες συλλήψεις, τα πρώτα βιωματικά συμβάντα, τα πολεμικά ανδραγαθήματα και ερεθίσματα, οι ατομικές του κακουχίες καθώς και αυτές των ελλήνων συστρατιωτών του ποιητή, του τροφοδότησαν την φαρέτρα των κατοπινών εξιστορήσεων και ποιητικών του αφηγήσεων, που βρίσκονται διάσπαρτες σε διάφορες ποιητικές του συλλογές και στα δοκίμιά του. Και πως οι βιωματικές αυτές εμπειρίες, αυτό υλικό του πολέμου και των κακουχιών, πέρασε μέσω της μνήμης στην ποίησή του. Πως δηλαδή αισθηματοποιήθηκε τεχνικά και καλλιτεχνικά και έγινε ποιητικός λόγος αναφοράς.  Ας μην μας διαφεύγει ότι ο ποιητής, κινδύνευσε να χάσει την ζωή του, και ότι άλλοι συνομήλικοί του σχεδόν ποιητές, φίλοι του και συμπολεμιστές του όπως ο Γιώργος Σαραντάρης έχασαν την ζωή τους στο ελληνοιταλικό μέτωπο. Το επικό και λυρικό αυτό έργο ολοκλήρωσε τους προγενέστερους ποιητικούς σχεδιασμούς του Ελύτη όπως όλοι οι κριτικοί του αναγνωρίζουν. Ένα έργο, που έχει το προβάδισμα στην μοντέρνα ποίηση στην χώρα μας.  Όσον αφορά την θρυλική του «Αλβανιάδα» το πρώτο της μέρος δημοσιεύτηκε στο προδικτατορικό αριστερό περιοδικό «Πανσπουδαστική» τεύχος 41/22-10-1962, στην τελική της μορφή. Ο πρώτος της σχεδιασμός είχε αρχίσει στα 1944 και ολοκληρώθηκε οριστικά οκτώ χρόνια αργότερα το 1952, ενώ δημοσιεύτηκε μετά δέκα έτη στο ως άνω περιοδικό.
Η «Αλβανιάδα» όπως την έχω διαβάσει στην γνωστή ανθολογία, αν δεν κάνω λάθος θυμίζει ηχητικά την Ιλιάδα ή την Αινειάδα. Δηλαδή ενέχει μέσα της τα στοιχεία ενός έπους που εκφέρεται με τον αρχαίο ελληνικό τρόπο της ποίησης, τον λυρικό. Ο Ελύτης, όπως ο αρχαίος ποιητής ο Όμηρος ή ο ρωμαίος Βιργίλιος προσπαθεί μέσα στην λυρική αυτή σύνθεσή του, με σύγχρονα μέσα και σε ελληνικό καθαρά κλίμα και ατμόσφαιρα, να αναδείξει το ηρωικό πνεύμα, το θυσιαστικό φρόνημα, την αυταπάρνηση του έλληνα στρατιώτη στον πόλεμο που και ο ίδιος συμμετείχε. Ο Ελύτης όμως δεν είναι μόνο ένας ελληνοκεντρικός ποιητής, μια ελληνική φωνή που δοξολογεί τα κλέη των ελλήνων ηρώων στρατιωτών, αλλά μια οικουμενική φωνή ελευθερίας και παγκόσμιας δικαιοσύνης. Το «Άξιον Εστί» (1959) που ολοκληρώνει την πρώτη αυτή κατά κάποιον τρόπο ποιητική του περίοδο,  συμπεριλαμβανομένης και της συλλογής του «Ήλιος ο πρώτος» (1943) παρά την συγγένεια της ατμόσφαιρά της με τους υπερρεαλιστικής ατμόσφαιρας «Προσανατολισμούς του» (1940), είναι ένα επικό συνθετικό έργο που αφορά την συλλογική μοίρα ενός ολόκληρου έθνους και κατ’ επέκταση της ανθρωπότητας. Οι ιστορικοί του συμβολισμοί είναι διπλοί. Αφορούν τόσο την ελληνική ιστορική διαχρονικά επικράτεια όσο όμως και τον υπόλοιπο κόσμο. Τους αγώνες και τις θυσίες των ανθρώπων για ελευθερία και δικαιοσύνη, για εθνική ανεξαρτησία και υπερηφάνεια. Είναι εθνικός και συνάμα παγκόσμιος όπως ο λόγος του Ανδρέα Κάλβου. Ο ποιητικός λόγος όπως βλέπουμε και στην συλλογή του «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» λειτουργεί σαν πολυεστιακός φακός της ιστορίας. Τόσο της μικροιστορίας των αγωνιστών συμπατριωτών του και του ιδίου, όσο και της μακροιστορίας της φυλής του, του ελληνικού έθνους διαχρονικά. «Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο σε λένε Άθω…» μας λέει στο «Άξιον Εστί». Η φωνή του ώριμη και κατασταλαγμένη μας δίνει την ταυτότητα της ρωμιοσύνης σε όλο της το δοξαστικό ιστορικό μεγαλείο. Αν το «Γενικό Τραγούδι» του Πάμπλο Νερούδα είναι το Έπος των λαών της νοτίου Αμερικής, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι προηγούμενες συνθέσεις του Οδυσσέα Ελύτη που προετοίμασαν και οικοδόμησαν το «Άξιον Εστί» δεν είναι παρά το σύγχρονο έπος της ελληνικής φυλής. Αυτό, που συγκεφαλαιώνει σταθμούς διαχρονικούς της ελληνικής ιστορικής περιπέτειας. Αυτό, που συνδυάζει την μεγαλόφωνη επική φωνή του Πινδάρου με την λυρική υμνολογία του Ρωμανού του Μελωδού. Στον «Ανθυπολοχαγό» συναντάμε επίσης ελεύθερους στίχους αλλά και παραδοσιακούς, στίχοι που ξεφεύγουν από τους κανόνες της παράδοσης, μάλλον γλιστρούν προς την μοντέρνα εκφορά. Βλέπουμε λυρικά του κομμάτια που μας θυμίζουν μοιρολόγια. Ο βουβός πόνος του θανάτου και των κακουχιών που μας παρουσιάζεται μέσα από έναν ρόλο άλλοτε φανερό και άλλοτε συγκεκαλυμμένο λαϊκού μοιρολογιού. Σαν και αυτά που διαβάζουμε στα δημοτικά μας τραγούδια. Κάτι που μας φανερώνει το φυσικό και αυθεντικό δέσιμο της σύνθεσης του Οδυσσέα Ελύτη με την παράδοση και τον δεκαπεντασύλλαβο παρά τους ελεύθερους στίχους που συναντάμε. Εκείνο που όλοι οι αναγνώστες του ποιητικού έργου του Οδυσσέα Ελύτη γνωρίζουν, αλλά ας το επαναλάβουμε, είναι η ορθή αρχιτεκτονική των ποιητικών του συνθέσεων. Εικόνες, λέξεις, νοήματα, εκφράσεις, σημεία στίξεως, ρυθμολογία, τονισμοί, ήχοι, αριθμοί συλλαβών, περπάτημα στίχων, μουσική συγκίνηση, λέξεις δάνειες από άλλα ελληνικά έργα της παράδοσης ή ξένων δημιουργών, όλα είναι σοφά αρχιτεκτονημένα. Όλα συνηγορούν αρμονικά στον κεντρικό οραματισμό του ποιητή. Σαν ένα καλοκουρντισμένο ποιητικό ρολόι, που σου δίνει την εντύπωση, ότι μάλλον δουλεύει από μόνο του εξαρχής. Συναντάμε μια οικειότητα των λέξεων αλλά και μια αριστοκρατικότητα που φέρουν μέσα τους από την χρήση τους στην εξελικτική πορεία της παράδοσης. Δεν είναι παγερά ωραία κτερίσματα, ψυχρά, παγωμένα, και ορισμένες φορές ξεθωριασμένα μέσα στον χρόνο όπως είναι ορισμένες λέξεις, μεγαλειώδες λέξεις, ένδοξες λέξεις, του Κάλβου, που ξενίζουν παράξενα αλλά κουβαλούν τα προικιά της παράδοσής τους με θάρρος. Δεν έχει την ευκολογραφία του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου, που κάθε λεκτικό υλικό το κάνει ποιητικό. Ο Ελύτης, δεν επιμερίζει τον οραματικό του σκοπό, όπως μάλλον έπραξε ο Άγγελος Σικελιανός, ο τελευταίος έλληνας μύστης ποιητής-όπως τον ήθελαν οι αρχαίοι και οι ρομαντικοί-και υπερβαίνει τόσο την ερωτική πεζολογία του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη όσο και την αποσπασματικότητα των Σολωμικών οραματισμών. Ο Ελύτης αρτιώνει ότι οι άλλοι άφησαν μάλλον μισοτελειωμένο ή το διαμερισματοποίησαν ίσως αρνητικά. Η Καβαφική θυμοσοφία και φιλοσοφική ματιά δεν έχει θέση στο έργο αυτό. Η ιστορία είναι παρούσα φωτισμένη και στις θετικές και στις αρνητικές της στιγμές. Ο Καρυωτακικός πεσιμισμός πάλι, η λεπτή ειρωνεία του βλέμματός του, δεν μπορεί να σταθεί σε ένα έργο όπως η «Μαρία Νεφέλη» ένα πολιτικό μάλλον καθαρά έργο. Ο βυζαντινός μυστικισμός, όχι όμως ο δογματικός της εκκλησιαστικής δογματικής, αλλά ο ερωτικός που προέρχεται από την υμνωδιακή έκσταση αποτρέπει τον Ελύτη να διολισθήσει σε μανιχαϊκές θέσεις όπως έχουν αρκετοί έλληνες ποιητές και ποιήτριες. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για την πολιτική. Ο Ελύτης από την φύση του, δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει πολιτική ποίηση, όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Ρίτσος, ο Τίτος Πατρίκιος, και άλλες ελληνικές πολιτικές ποιητικές μας φωνές. Ο Ελύτης βλέπει την ιστορία όχι με πολιτικά κιάλια αλλά με ποιητικά. Και αυτό δεν σημαίνει άρνηση της ιστορίας, υποτίμησή της για να αναδειχθεί η ποιητική ατμόσφαιρα ή η ερμηνεία της, αλλά σημαίνει με έναν τρόπο το ερωτικό της εκ των υστέρων πλησίασμα, έτσι όπως μας μίλησε ο ιστορικός Κωστής Μοσκώφ. Αν ο Καβάφης δανείζεται ή χρησιμοποιεί ιστορικά παλαιά πρόσωπα, ή γόνους δυναστειών για να εκφράσει τις πολλαπλές ερωτικές του μάσκες, και τις άλλες σύγχρονες διακυμάνσεις της συνείδησής του, ο Ελύτης είναι ένας και ο αυτός, σε αυτό το παιχνίδι των λέξεων και των αισθήσεων. Περισκοπεί την ελληνική ιστορία με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να κοιταχτεί διαφορετικά. Η σύντομη θητεία του στον υπερρεαλισμό τον βοήθησε να κατανοήσει μάλλον καλύτερα την λυρική όψη της παράδοσής του και αυτήν ανέδειξε. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας Οδυσσέας Ελύτης, που η γυναίκα είναι το μόνο κέντρο ερωτικής του αναφοράς, που κάθε σπιθαμή του σώματός της υμνείται με ποικίλους τρόπους και εικόνες, λέξεις και ύφη, μπόρεσε να νιώσει και να μεταφράσει το έργο ενός λυρικού ισπανού συγγραφέα όπως ο ισπανός ομοφυλόφιλος ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, να μεταφράσει τις Δούλες του Ζαν Ζενέ, ενός εκατό τις εκατό ομοφυλόφιλου συγγραφέα.  Όμως για να είμαστε προσεκτικοί και δίκαιοι, το καθαρό βλέμμα των αισθήσεων του Ελύτη, είναι και το καθαρό και ασκίαστο ερωτικό βλέμμα της ελληνικής παράδοσης. Το ερωτικά οντολογικό βλέμμα του έλληνα ανθρώπου που  περισκοπεί τόσο την ίδια του την ιστορία, όσο και την φύση, τα διαχρονικά του πάθη όσο και τις δόξες αλλά και τις πτώσεις του.
Ας αφουγκραστούν οι αισθήσεις μας, ας ανοίξει η φαντασία μας με λέξεις κα φράσεις από τον «Ανθυπολοχαγό» όπως : «αστραφτογεννιέται», «γαλαζοβόλησε», «ψίχες τ’ ουρανού», «συννεφολύκαινας», «φρουμάζοντας», «μουλαροτόμαρο», « Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!», «κι απορία μαρμάρωσε….», «Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!», «νεραντζοκόριτσα», «το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής», «Ακροκεραύνια», «καταπροσωπήσει», «από τους Ευβοϊκούς του ονείρου», «Και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του», «χωριατομουσμουλιά», «ημέρα πάλλαμπρη», «Αγιάζει ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του».  Δεν χρειάζεται να ανοίξουμε λεξικό για να κατανοήσουμε την σημασία τους, δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε περισπούδαστες αναλύσεις για να κατανοήσουμε το νόημα των λέξεων και των φράσεων αυτών. Καταυγάζουν από μόνες τους. Κάθε λέξη και μια φωτερή εικόνα. Το φως το λέξεων. Αρκεί μόνον να είμαστε πρόθυμοι να αισθανθούμε. Αυτό ζητάει ο ποιητής. Πως αλλιώς θα μπορούσε η Ιστορία να εξιστορήσει τα γεγονότα τα τόσο προσωπικά και ανεπανάληπτα των ανθρώπων, αυτών των στιγμών;
Από την «ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ» (1971-1992) που συνέταξε ο ποιητής και συγγραφέας Δημήτρης Δασκαλόπουλος, έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων Αθήνα 1993, σ.36-, μαθαίνουμε ότι μετά την πρώτη δημοσίευσή του 1962, αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα τχ. 54/1-11-1946, στο περιοδικό Ηώς περίοδος Τρίτη 10, 1961, στο περιοδικό της Τράπεζας Ελλάδος Κύκλος τόμος Δ΄ Οκτώβριος 1964,  και μεταγενέστερα και αλλού.
Να σημειώσουμε εδώ, ότι στο περιοδικό Κύκλος της Τραπέζης Ελλάδος, συναντάμε μεταξύ άλλων ποιημάτων και πολλά ποιήματα της ποιήτριας Κικής Δημουλά.
Ο Ανδρέας Καραντώνης έγραψε για το έργο στο περιοδικό Ραδιοπρόγραμμα, 660/20/26-Ιανουαρίου 1963, ο κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας Αλέξανδρος Αργυρίου στο μελέτημά του «Διαδοχικές αναγνώσεις ελλήνων υπερρεαλιστών» εκδ. Γνώση 1983,. Ο Κωνσταντίνος Δ. Μαλαφάντης, στο μελέτημά του «Ο πόλεμος στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη» εκδ. Γρηγόρη 2005, συνοδεύεται με πρόλογο του ομότιμου καθηγητή πανεπιστημίου Μιχάλη Μερακλή. Ο καθηγητής πανεπιστημίου Καρυοφίλης Μητσάκης, εξέδωσε στα 1980 το μελέτημά του για την συλλογή: «THEHEROIC AND ELEGIAL SONG FOR THE LOST SECOND LIEUTENANT OF THE ALBANIAN CAMPAIGNBY ODYSSEAS ELYTIS”, μετάφραση και στα ελληνικά εκδόσεις «Ελληνική Παιδεία» Αθήνα 1980 στην σειρά νούμερο 6 Μεσαιωνικές και Νεοελληνικές Μελέτες..  Βλέπε επίσης Κ Μητσάκης, «ΕΝΩΤΙΑ ΠΑΜΦΑΝΟΩΝΤΑ» ΕΞΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Ο. ΕΛΥΤΗ» ΕΚΔ. Ινστιτούτο του Βιβλίου Α. Καρδαμίτσα 1998.Το άρθρο της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας-Η λυρική μεταρσίωση της ιστορίας. Βλέπε Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο στην Κω, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Ο ποιητής και οι ελληνικές πολιτισμικές αξίες, εκδόσεις Γκοβόστη 2000, σ.301-.(βλέπε και περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας τχ. 1/11,12,1995-1,2,1996, σ. 138-.). Το μελέτημα της Μαρίας Χατζηγιακουμή, «Η «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ο. Ε.» εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004. Το βιβλίο της Δήμητρας Σοφιανού-Γεωργούση, «Ο. Ε. Ανατρεπτικός και Ελπιδοφόρος», εκδ. Φιλιππότης 1996. Επίσης, το κείμενο του Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη, «Ο αντίκτυπος του αλβανικού έπους στην ποίησή μας» Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, στο «ΟΡΟΙ ΤΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΎ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ» εκδ. Κέδρος 1980.  
Τα αποσπάσματα του ποιήματος τα ερανίστηκα από το περιοδικό ΤΕΤΡΑΔΙΟ τόμος α τετράδια 1-3/1945 έκδοση Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο-Αθήνα 1981. Γιαυτό έχουν αρίθμηση και όχι γράμματα. Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού σε ανατύπωση του ΕΛΙΑ, ο Ελύτης μεταφράζει ποιήματα του γάλλου ποιητή Paul Eluard, «Ζωγραφισμένα λόγια» που είναι αφιερωμένα στον ισπανό ζωγράφο PABLO PICASSO.  Ξεχωρίζει το κείμενο του Νίκου Εγγονόπουλου Πικασσό, το κείμενο του Δημήτρη Καπετανάκη για τον Ντοστογιέφσκυ, του Κ. Θ. Δημαρά για τη «Βοσκοπούλα».
Το ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ του Μάνου Χαριτάτου, την ίδια χρονιά, στην σειρά Τα Ελληνικά περιοδικά, ανατύπωσε σε μικρότερο μέγεθος τα Τετράδια β 1-3/1947.  Στο τεύχος αυτό διαβάζουμε τα ποιήματα από τη σειρά «Η ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ», σ.3-14. Επτά ενότητες ποιημάτων:
«Ποίηση άγουρο νεράντζι μου
Κάτω από τους καταρράχτες του ήλιου
Ιριδίζοντας
Ένα μεσημέρι σ’ άφησα
      Η καρδιά μου ακόμα γαλανή
Απ’ το τρέξιμο στην άμμο και τον έρωτα
Έτρεμε
Αλλά τα πουλιά στο ρέμμα τ’ ουρανού
Έβλεπαν κιόλας ν’ ανεβαίνει ένα ακέφαλο άλογο
Χύνοντας απ’ τον αδειανό λαιμό του μαύρα φύκια…..
       Επιβοηθητικά, αντέγραψα και το κείμενο της κριτικής από τον ΙΠΠΟΚΑΜΠΟ.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 27/10/2018
Πειραιάς 27 Οκτωβρίου 2018
ΥΓ. Και μια πληροφορία, είχα σκεφτεί να αντιγράψω ένα κομμάτι από το «Ημερολόγιο» του δικτάτορα πρωθυπουργού που είπε το ΟΧΙ μαζί με τον ελληνικό λαό. Και αυτό φαίνεται από τα γραφόμενά του. Αντί αυτού για όσους αγαπούν την ελληνική Ιστορία και μάλιστα την πρόσφατη, των γονιών μας, αν θέλουν, να αγοράσουν-κοστίζει λίγα μόνο ευρώ- τα απομνημονεύματα του Γεωργίου Τσολάκογλου, εκδόσεις HISTORIA 2017. Ανεξάρτητα τι πιστεύουμε για την κατοχική αυτή κυβέρνηση-ασφαλώς στεκόμαστε αρνητικά απέναντί της-αξίζει να διαβάσουμε και την δική τους άποψη. Τι τον ώθησε δηλαδή, ποια κριτήρια τον έκαναν ενώ η ελληνική κυβέρνηση είχε διαφύγει στο εξωτερικό, ένας έλληνας στρατιωτικός να συνεργαστεί με τους κατακτητές και να σχηματίσει την κυβέρνηση των δοσίλογων. Παρουσιάζει ενδιαφέρον τα διάφορα πρόσωπα και οι επιστολές που στέλνει. Η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από την μία πλευρά, ούτε πρέπει να ακούγεται μόνο η μία πλευρά, οφείλουμε-και μάλιστα μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, που εμείς οι νεότεροι νεοέλληνες δεν είδαμε ούτε πόλεμο, ούτε κατοχή, ούτε λοιμό, ούτε φυλακίσεις, εξορίες, σκοτωμούς, να διαβάζουμε και την από εκεί πλευρά. Τουλάχιστον εγώ, δεν είχα ξαναδιαβάσει απομνημονεύματα δοσίλογων ελλήνων πολιτικών. Είναι ίσως δύσκολο να κατανοήσουμε τα κίνητρα. Αξίζει όμως να διαβαστεί και η δική του πλευρά, αν μη τι άλλο, για να εδραιώσουμε περισσότερο την απέχθειά μας στον ναζισμό και τον φασισμό. Πάντως αρκετές πολιτικές προσωπικότητες της εποχής από όλο το πολιτικό φάσμα εξέφρασαν την γνώμη τους για την κυβέρνηση αυτή των συνεργατών. Τα ονόματα είναι πολλά και σημαντικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου