Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Πηνελόπη Δέλτα, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Αττίκ, Κωστής Παλαμάς


Το κουαρτέτο των «νικημένων»
28η Οκτωβρίου
Παλαμάς-Αττίκ-Λαπαθιώτης-Δέλτα
Της Ματίνας Καλτάκη,
εφημερίδα Ο κόσμος του Επενδυτή Έργα-Ημέρες Σάββατο 23 Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2004, σ. 04

Το 1941 ξεκίνησε δυσοίωνα για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Στις μέρες που ακολούθησαν ο γερμανικός στρατός εξουδετέρωσε την αντίσταση των ελληνικών στρατευμάτων. Στις 2 Μαϊου οι εφημερίδες έγραφαν για τη σύλληψη 5.000 Άγγλων αιχμαλώτων στην Πελοπόννησο από τις μηχανοκίνητες δυνάμεις του Ράϊχ. Την επομένη διαβάζουμε ότι «Άπαντες οι Έλληνες αιχμάλωτοι, ή οπλίται, οπουδήποτε κι αν ευρίσκωνται εις την υπό κατοχήν χώραν αφίνονται ελεύθεροι» και κάπου στα ψηλά μαθαίνουμε για το θάνατο της μεγάλης Ελληνίδας, της «φιλάνθρωπης δέσποινας» Πηνελόπης Δέλτα (1874-1941),
     Η εθνικά και κοινωνικά ευαίσθητη συνείδηση της Πηνελόπης Δέλτα, που με την έναρξη του ελληνοιταλικού πολέμου αφυπνίστηκε δυναμικά για μια ακόμη φορά (διέθεσε μεγάλα ποσά για την περίθαλψη των τραυματιών), δεν άντεξε στην προοπτική της γερμανικής κατοχής. Η είδηση της εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα ήταν η αφορμή για να πάρει τη μεγάλη απόφαση: να αυτοκτονήσει. Σ’ αυτή συντέλεσε σίγουρα το γεγονός ότι από το 1923 είχε αρχίσει βαθμιαία να παραλύει.
     Διαβάζοντας τις «Αναμνήσεις» της, βέβαια, κατανοούμε ότι η ζωή της δεν υπήρξε ευτυχής κι ο θάνατος φάνταζε γι’ αυτή λυτρωτικός. Είχε μάλιστα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δύο φορές, όταν έβλεπε ότι ο απελπισμένος έρωτας που τη συνέδεσε με τον Ίωνα Δραγούμη, όντας παντρεμένη με τον Στέφανο Δέλτα και μητέρα τριών κοριτσιών, δεν μπορούσε να έχει αίσια έκβαση.
     Ο Δραγούμης δολοφονείται το 1920. Η Πηνελόπη Δέλτα δεν τον ξέχασε ποτέ. Τον Απρίλιο του 1940 ο αδερφός του Φίλιππος της φέρνει χαρτιά και ημερολόγια του Ίωνα που συνδέονται με την ίδια. Παρότι η υγεία της την ταλαιπωρεί, κάθεται και γράφει 1000 σελίδες για την ιστορία της αγάπης τους. Σταματά απότομα στη μέση μιάς πρότασης-ίσως ήταν η ημέρα που δηλητηριάζεται, ενόσω οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Ο θάνατος την συνάντησε πέντε μέρες αργότερα. Στο τελευταίο σημείωμα προς τις κόρες της έγραφε: «Παιδιά μου, ούτε παππά ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνον αφού βεβαιωθεί ότι δεν ζω πιά. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά. Π. Σ. Δέλτα». Έγινε το θέλημά της. Την ακολουθία διάβασε ο παλιός της φίλος Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Στον τάφο της χαράχθηκαν μόνον η λέξη «Σιωπή».
Το κρασί του ‘21
     Ο Κωστής Παλαμάς, τρείς μέρες μετά την κήρυξη του ελληνοαλβανικού πολέμου, απευθύνεται στους νέους της χώρας με τους γνωστούς στίχους  «… αυτό το λόγο θα σας πω/δεν έχω άλλο κανένα/ μεθύστε με τ’ αθάνατο/ κρασί του Εικοσιένα». Είναι ήδη 83 ετών και όπως αφηγείται η Άννα Σικελιανού, οι στερήσεις της Κατοχής τον είχαν καταβάλει: «Η υγεία του όλο και χειροτέρευε από κακοπέραση και εξάντληση, και είναι ν’ απορείς για την αντοχή αυτού του μικρού κορμιού. Κείτεται σ’ ένα κρεβατάκι σχεδόν παιδικό με τρεμάμενη φωνή από την πείνα…». Στις 9 Φεβρουαρίου έχασε τη γυναίκα του με την οποία μοιράστηκε τη ζωή του. Δεν άντεξε-δεκαοχτώ μέρες αργότερα, στις 27 Φεβρουαρίου, ο ποιητής εγκαταλείπει τα εγκόσμια. Η Άννα Σικελιανού γράφει: «[…] Το μικρό σπιτάκι της οδού Περιάνδρου είχε γεμίσει κόσμο σα ‘ναταν πανηγύρι, ένα αληθινό πανηγύρι, με τον άγιό του, με λουλούδια, στεφάνια, πολλούς ανθρώπους, γνωστούς και άγνωστους-όλοι θερμοί κι επίσημα αδελφωμένοι, με πρόσωπα ευφρόσυνα από την κληρονομιά που του άφηνε ο Μεγάλος Νεκρός την ώρα της συμφοράς τους…».
     Η ανταπόκριση του κόσμου στην είδηση του θανάτου ήταν υπεράνω κάθε προσδοκίας και στο Α΄ Νεκροταφείο γινόταν το αδιαχώρητο: «Κόσμος, χιλιάδες κόσμος, πλήθος που συντάχθηκε από μόνο του απ’ όλες τις γειτονιές, χωρίς επιτροπές και αντιπροσωπείες και ξέσπασε σαν φουσκωμένο κύμα και σκόρπισε όπου έβρισκε τόπο να σταθεί, κι ανάμεσα στους τάφους ακόμη, σα να δίνανε το παρών κι εκείνοι που είχαν φύγει πρωτύτερα περιμένοντας αυτή τη μέρα της Δόξας για να δικαιωθούν κι αυτοί!».
     Τον επικήδειο ανέβαλαν ο Σωτήρης Σκίπης και ο Άγγελος Σικελιανός-όταν ο τελευταίος είπε: «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα», όλος ο κόσμος συγκινήθηκε βαθιά κι αργότερα, την ώρα της ταφής, μπροστά στο Γερμανό αντιπρόσωπο και στον κατοχικό πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο, άπαντες έψαλλαν τον εθνικό ύμνο. Γι’ αυτό η αντίδραση του κόσμου που συνόδεψε τον ποιητή στην τελευταία του κατοικία θεωρήθηκε η πρώτη συλλογική πράξη εθνικής αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής.
Πείνα και κακουχίες
     Τα σκληρά χρόνια της κατοχής, η πείνα και οι κακουχίες, σε συνδυασμό με προσωπικές δοκιμασίες, τσάκισαν το ηθικό και ψυχικό σθένος πολλών ανθρώπων, αλλά είναι μοιραίο το φως της δημοσιότητας να βλέπουν μόνον οι περιπτώσεις διακεκριμένων. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο εστέτ ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης (γεννημένος το 1888), ο οποίος αυτοκτόνησε στις 8 Ιανουαρίου του 1944. Βρέθηκε από τον φίλο του Κώστα Χριστοδούλου νεκρός επί της κλίνης του-«επί του στήθους του νεκρού έκειτο το όργανον διά του οποίου ο ατυχής ποιητής είχεν αυτοκτονήσει»-γράφει το «Ελεύθερον Βήμα» της 9ης Ιανουαρίου 1944. Ο Λαπαθιώτης, enfant gate του στρατηγού πατέρα του και κυρίως της λατρευτής του μητέρας, δεν άντεξε αφενός τη σχετικά πρόσφατη απώλεια των γονιών του, αφετέρου την κατάσταση της συνολικής παρακμής στην οποία είχε βρεθεί ο ίδιος. Οι καταχρήσεις, τα ναρκωτικά, οι ομοφυλοφιλικοί έρωτες και η φτώχεια που αντιμετώπιζε τσάκισαν την ασθενική του κράση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα του «Ελεύθερου Βήματος», η αστυνομία έμαθε από τους φίλους του ποιητή ότι «είχε περιέλθει τελευταίως εις ένδειαν. Προ διετίας ο Λαπαθιώτης είχε πωλήσει μία οικίαν του και προ έτους ένα πατρικό κτήμα της Πάτρας, τελευταίως δε είχε εκποιήσει τμηματικώς και την πλουσίαν βιβλιοθήκη του».
    Στις 11 Ιανουαρίου το «Ελεύθερον Βήμα» έγραφε: «… Η εκδοχή του εγκλήματος απεκλείσθη εξ ολοκλήρου. Άλλως τε ανευρέθη και επιστολή εις την οποίαν ο αυτόχειρ ποιητής είχε γράψη απευθυνόμενος εις τον φίλον του, ότι αυτοκτονεί διότι δεν ηδύνατο πλέον να υποφέρη εξευτελισμούς και ταπεινώσεις. Εις την ίδιαν επιστολήν παρακαλή όπως μη ταφή, παρά μόνον μετά τη παρέλευσιν διημέρου από του θανάτου του».
     Αντιθέτως, ο άλλος σπουδαίος αυτόχειρ του 1944, ο Αττίκ (ψευδώνυμο του γεννημένου το 1885 Κλέωνα Τριανταφύλλου), δεν άφησε ούτε σημείωμα για τα προσφιλή του πρόσωπα. Ο αγαπητός τροβαδούρος της Αθήνας στη δεκαετία του ’30 πέρασε τα χρόνια της Κατοχής μακριά από τον κόσμο του θεάματος και της δημιουργίας. Η Μάντρα του είχε προ πολλού κλείσει, ο ίδιος ξεπούλησε για να ζήσει (μαζί του η γυναίκα του Σούρα και ο αδερφός του Κίμων) ό,τι πολύτιμο είχε, ο θάνατος της μητέρας του ήταν ένα ακόμα χτύπημα. Ούτε η ταινία στην οποία είχε πρωταγωνιστήσει, με θέμα τη ζωή του και τίτλο «Χειροκροτήματα», σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα, μαζί με τον Δημήτρη Χορν και τη Ζινέτ Λακάζ, του επέτρεπε να αισιοδοξεί. Έβλεπε στο θλιβερό τέλος του ήρωα τη δική του κατάληξη.
     Το οριστικό πλήγμα συνέβη το καλοκαίρι του 1944,όταν ο πόλεμος φαινόταν πως θα τελείωνε. Ο ασπρομάλλης καλλιτέχνης φαίνεται πως ακουσίως έπεσε σ’ έναν Γερμανό καθώς περπατούσε, ο οποίος του επιτέθηκε. Άλλοι λένε πως με το ποδήλατο, με το οποίο σταθερά μετακινούνταν, ακούμπησε ξυστά δύο Γερμανούς στρατιώτες, που στη συνέχεια τον ξυλοκόπησαν άγρια. Αυτόν τον εξευτελισμό ο «περίφημος και κοσμαγάπητος πολυσύνθετος καλλιτέχνης» Αττίκ δεν μπόρεσε να τον αντέξει. Η τραγουδίστρια Δανάη, αφοσιωμένη πάντα στη μνήμη του μέντορά της, γράφει ότι όταν έφτασε σπίτι του ζήτησε ένα χαμομήλι, που του πήγαν στο δωμάτιό του. ήταν 27 Αυγούστου 1944. Την άλλη μέρα «το Τοξικολογικό βρήκε τα ίχνη του βερονάλ στο φλιτζάνι με το χαμομήλι. Ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής. Ούτε μίλησε σε κανέναν, ούτε άφησε κανένα σημείωμα ή γράμμα σε κανέναν».
     Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής. Μπορεί απλώς να δείχνει τη βαθειά, τη χωρίς διέξοδο, απελπισία του. Άλλωστε, στις 22 του ιδίου μήνα είχε κάνει τη διαθήκη του.
Μαρίνα Καλτάκη, εφημερίδα Ο κόσμος του Επενδυτή, Σάββατο 23-Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2004, σ. 4.
Σημείωση:
Αντιγράφω ένα ακόμα δημοσίευμα που αφορά έλληνες λογοτέχνες και καλλιτέχνες, που η προσωπική τους επιλογή να βάλουν τέλος στην ζωή τους, της συγγραφέως Πηνελόπης Δέλτα, του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και του τροβαδούρου της παλαιάς Αθήνας Αττίκ, ήταν τα γεγονότα που συγκλόνισαν το Αθηναϊκό και όχι μόνο ελληνικό κοινό. Πράξεις πνευματικών ανθρώπων που συνέβησαν κατά την περίοδο της εισβολής των δυνάμεων του άξονα στην πατρίδα μας. Ο θάνατος επίσης του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά και η κηδεία του, απετέλεσε την πρώτη πάνδημη του ελληνικού λαού αντίσταση ενάντια στον ξένο κατακτητή. Ένα προσκλητήριο αγώνων για την Ελευθερία και την Απελευθέρωση ενός ολόκληρου λαού από τον δυνάστη. Εκείνες τις ώρες της κηδείας, πράγματι πάνω στο φέρετρο του Ποιητή ακουμπούσε όλη η Ελλάδα. Η πανάρχαια και διαχρονικά αιματοβαμμένη Ιστορία της Ελλάδας, των Αγώνων και των Θυσιών της.
Το καλογραμμένο δημοσίευμα της δημοσιογράφου κυρίας Μαρίνας Καλτάκη στην εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή», μας δίνει μία γενική και συνοπτική εικόνα των αιτιών που ανάγκασαν τις τρείς αυτές ελληνικές φυσιογνωμίες να προβούν στις πράξεις που προέβησαν. Αινίγματα της μοίρας της ζωής των ανθρώπων που, εκ των υστέρων, προσπαθούμε να λύσουμε. Όταν όμως αυτά τα προσωπικά  συμβάντα-και μάλιστα φημισμένων προσώπων-συμβαίνουν σε μια χρονική περίοδο που η πατρίδα τους βρίσκεται σκλαβωμένη, τότε, αποκτούν άλλη διάσταση μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Να θυμίσουμε ξανά τον απροσδόκητο θάνατο του ποιητή και κριτικού Τέλλου Άγρα (από αδέσποτη σφαίρα). Και συμπληρωματικά ακόμα, εκείνα τα σκοτεινά χρόνια έφυγαν από την ζωή ενδεικτικά αναφέρω μερικά από τα πλέον αξιόλογα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας, ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης, ο θεατρικός συγγραφέας Παντελής Χόρν, ο ιστορικός της λογοτεχνίας Ηλίας Βουτιερίδης, ο Πέτρος Βλαστός, η ποιήτρια Αμαλία Δάφνη, ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας, ο Γιάννης Γρυπάρης, ο Αναστάσιος Δρίβας, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Δημήτριος Καμπούρογλου, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Δημήτρης Γληνός, ο Ιωάννης Ζερβός και αρκετοί άλλοι συγγραφείς, ποιητές και μουσουργοί που σημάδεψαν με το έργο τους εποικοδομητικά τα καλλιτεχνικά πράγμα της χώρας, και δεν πρόλαβαν να δουν ο ήλιος της ελευθερίας να ανατέλλει πάνω από την Ελλάδα. Να μνημονεύσουμε ακόμα τους έλληνες πατριώτες συγγραφείς και ποιητές που στάθηκαν δίπλα στον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό και έδρασαν με ποικίλους τρόπους-συμμετέχοντας σε διάφορες αντιστασιακές ομάδες-ενάντια στον κατακτητή, και το πλήρωσαν με φυλακίσεις, εξορίες και εκτελέσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τον Μικρασιάτη συγγραφέα Ηλία Βενέζη που φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ, στις ίδιες φυλακές κρατήθηκε και ο πεζογράφος Ασημάκης Πανσέληνος, τους Φώτο Γιοφύλλη και Θέμο Κορνάρο που συνελήφθησαν και κρατήθηκαν αιχμάλωτοι στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου (ο τελευταίος έχει γράψει βιβλίο για αυτήν του την περιπέτεια). Ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης φυλακίστηκε στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν. Ταλαιπωρίες και κακουχίες υπέστει και ο πεζογράφος Ζήσιμος Σκάρος, ο ποιητής Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης φυλακίστηκε στις φυλακές Χατζηκώστα, άλλοι εκτελέστηκαν όπως ο ποιητής Φώτης Πασχαλινός από την Πάτρα, ο Στάθης Μάστορας και άλλοι. Βλέπε άρθρο της συγγραφέως Έλλης Αλεξίου στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης τχ. 87-88/1962 και αναδημοσίευση παραλλαγμένη είκοσι χρόνια μετά, στο περιοδικό Διαβάζω τχ, 58/1982 στο αφιέρωμα «Αντίσταση και Λογοτεχνία». Οι έλληνες λογοτέχνες και λογοτέχνιδες, οι πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες της εποχής βρέθηκαν δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό, συμμετείχαν σε κοινές αντιστασιακές δράσεις, εμψύχωσαν τους έλληνες, ο λόγος τους έγινε προζύμι αντίστασης ενάντια στον κατακτητή. Επώνυμοι και Ανώνυμοι Έλληνες και Ελληνίδες έγιναν ένα στον κοινό αγώνα και στόχο, για ελευθερία και δικαιοσύνη, εθνική ανεξαρτησία και υπεράσπιση της κοινής εστίας μας, της Ελλάδας.
Κλείνοντας και αυτό το επετειακό κείμενο, έρχεται στη σκέψη ο λόγος της σημαντικής καθηγήτριας εβραιοπούλας, της Χάννας Άρεντ, όπως η μνήμη το έχει συγκρατήσει. Γράφει η Άρεντ, αυτή η πιο πιστή μαθήτρια του Μάρτιν Χάϊντεγκερ, κυνηγημένη από τους Ναζί, «Μπορεί ο Κάρλ Μάρξ να υποστήριζε την κατάργηση των συνόρων των κρατών και τον διεθνισμό, όμως πρώτοι οι ρώσοι κομμουνιστές και αλλού, ήσαν αυτοί που έδωσαν την ζωή τους για την υπεράσπιση της πατρίδας τους. Πρώτοι αυτοί θυσιάστηκαν για να διατηρήσουν τα σύνορά των χωρών τους».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 21/10/2018
Πειραιάς, Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018
Στην μνήμη όσων θυσιάστηκαν. Για να μπορούμε εμείς οι νεότεροι νεοέλληνες, να «ξεπουλάμε» ότι δεν μας ανήκει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου