Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ 1940 ΕΜΠΝΕΕΙ


ΤΟ 40 ΕΜΠΝΕΕΙ
Πώς είδαν οι καλλιτέχνες μας την εποποιία των αλβανικών βουνών
Του Νίκου Ζία,
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 26/10/1986, σ.41

      «Η Παρούσα ζωγραφιά εγένετο εν τω μέσω της ζάλης του μεγάλου πολέμου της Ευρώπης, Ιούνιος (1940)». Την επιγραφή αυτή που έγραψε στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής στο Λιόπεσι είναι η πρώτη-απ’ όσο ξέρω-μαρτυρία σε ζωγραφικό θέμα για τον όλεθρο που είχε αρχίσει να σκορπάει στην Ευρώπη η ναζιστική και φασιστική μάστιγα. Λιτή και περιεκτική καταγράφει με την αυστηρότητά της τον τραγικό απόηχο από τον εγκληματικότερο και καταστροφικότερο πόλεμο της ιστορίας του ανθρώπου.
     Ήταν τότε ακόμη απόηχος μακρινός που τέσσερις μήνες μόλις μετά θα γινότανε και για τον τόπο μας εκκωφαντικός τριγμός από μεταλλικές ερπύστριες, ήχος ξερός και σκληρός φονικών όπλων, δραματικός από τις οιμωγές των πληγωμένων, αλλά και θριαμβικός από τις λαμπερές ιαχές της νίκης και κάποιον υπέρλογου ενθουσιασμού που τέτοιες ώρες οιστρηλατεί τους Έλληνες, και δεν ξεριζώνεται ούτε από ολοκληρωτικές καθεστωτικές παρενθέσεις ούτε κι απ’ αυτή τη διχόνοια που συχνά κατατρώγει τις σάρκες του γένους μας.
      Αυτόν τον ήχο που θα τον ζήσει ενωμένη η Ελλάδα στα βουνά της Αλβανίας θα καταγράψουν οι καλλιτέχνες άλλοι ζώντας εκείνες τις φλογισμένες ώρες της μάχης κι άλλοι αργότερα αποστραγγίζοντας την δική τους ή και την ευρύτερη εμπειρία του λαού μας.
     Μια απλή επισήμανση κάποιων από αυτά τα έργα της καλλιτεχνικής δημιουργίας επιχειρούμε σήμερα υπενθυμίζοντας αυτό που είχαμε γράψει στις ίδιες εδώ σελίδες  για την ζωγραφική του 1821, ότι μέσα από την τέχνη μπορούμε να προσεγγίσουμε αυθεντικότερα τα μεγάλα γεγονότα.
     Ζωγράφοι και γλύπτες, ποιητές και πεζογράφοι, μουσικοί και άλλοι καλλιτέχνες συνεγείρονται και όσοι έχουν ακόμη τα νιάτα τους τρέχουν στο μέτωπο και κρατούν με τόνα χέρι το όπλο και με τ’ άλλο αποτυπώνουν με την τέχνη τους τα γεγονότα, ενώ οι πιο ηλικιωμένοι μένουν στα μετόπισθεν και κάνουν από κει, μόνο πια με την τέχνη τους, τον πόλεμό μας.
     Ο αρχηγέτης της εθνικής μας μουσικής Σχολής ο Μανώλης Καλομοίρης είναι τότε 52 χρόνων. Μένοντας στο κέντρο θα δώσει το παρόν του με τις συμφωνικές του συνθέσεις. Αμέσως μετά από την κήρυξη του πολέμου θα γράψει τη σύνθεσή του για αντρική χορωδία και ορχήστρα «Ομπρός» με βάση το γνωστό ποίημα του Άγγελου Σικελιανού.
     Τρία χρόνια αργότερα θα δώσει τη νέα του συνεισφορά του με το συμφωνικό ποίημά του σε μορφή σουίτας. «Ο θάνατος της αντρειωμένης» που χαρακτηρίστηκε σαν «ίσως το αριστούργημα της μικρής ορχηστρικής φιλολογίας» (Γ. Λεωτσάκος, Χρονικό ’82). Ο Αλέκος Ξένος γράφει την εισαγωγή της Λευτεριάς ή Νέοι Σουλιώτες τον «Τζαβέλα» και την Συμφωνία αρ. 1, ο Γεώργιος Καζάσογλου τα «Τέσσερα πρελούδια της επιστροφής από το Μέτωπο», ο Μενέλαος Παλλάντιος την «Προσευχή στην Ακρόπολη» ο Δημήτρης λεβίδης «Τα παλληκάρια της Πίνδου», ο Πέτρος Πετρίδης την Συμφωνία αρ. 4 «Πίνδος», και την «Εισαγωγή πένθιμη και ηρωική», ο Θεόδωρος Κουντούρωφ την «Συμφωνική εικόνα από το Αλβανικό έπος», ο Μάριος Βάρβογλης τις «Δάφνες και Κυπαρίσσια» κι ανάλογες συνθέσεις θα δώσουν ο Αντίοχος Ευαγγελάτος, Ο Θεόδωρος Καρυωτάκης, ο Αλέκος Κόντης κ. ά., ενώ μεγάλο μέρος του «Άξιον Εστίν» του Μίκη Θεοδωράκη έχει την αφετηρία του στο ’40.
     Οι λογοτέχνες αντιδρούν με ανάλογο τρόπο και με άμεσο δικό τους τρόπο καταγράφουν το γενικό κλίμα που επεκράτησε τις πρώτες εκείνες ημέρες, συνεπαρμένοι από τον «ενθουσιασμό και την εξέλιξη των επιχειρήσεων στο αλβανικό μέτωπο (Mario Vitti). Ο Άγγελος Σικελιανός με την βροντώδη φωνή του θα διατρανώσει την πανελλήνια συνέγερση με το «Ομπρός» και θα ενδυναμώσει το εθνικό αίσθημα με τα «Ακριτικά» που θα κυκλοφορήσουνε χειρόγραφα με βυζαντινότροπες ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου. Την ποιητική όμως μετουσίωση θα δώσει ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Αλλά καθώς για την λογοτεχνία της εποχής έχουν γραφεί πολλά, μένουμε εδώ μόνο σ’ αυτές τις νύξεις για να προχωρήσουμε στην εικαστική δημιουργία.
     Στη μελέτη αυτού του χώρου έχουμε τώρα δύο πολύτιμα βοηθήματα. Το Λεύκωμα του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη «Έτσι πολεμούσαμε» Αθήνα 1968, και την πρόσφατη έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού «Εικαστικές μαρτυρίες, ζωγραφική-χαρακτική στον πόλεμο, στην κατοχή και την αντίσταση» που σύνθεσαν οι Ασαντούρ Μπαχαριάν και Πέτρος Ανταίος με κείμενα του Γιώργου Πετρή και γενικό συντονιστή της έκδοσης του Ν. Ζωρογιαννίδη. Ο Αλ. Αλεξανδράκης (1913-1968) που παίρνει μέρος στον πόλεμο περιγράφει στις ελαιογραφίες του θριαμβικές, ή δραματικές ή καθημερινές σκηνές του μετώπου. Ο κυρίαρχος χαρακτήρας της ζωγραφικής του είναι αφηγηματικός χωρίς να λείπει στις περισσότερες περιπτώσεις ένα εξωραϊστικό στοιχείο και μια υπερβολή στην έκφραση ενώ το ασαφές και σε γλυκερούς συχνά τόνους φόντο προσδίδει ρομαντική ατμόσφαιρα.
      Τα σχέδια, που, προφανώς, μερικά έχουν γίνει επί τόπου ενώ οι πίνακες έχουν ζωγραφιστεί στην άνετη ατμόσφαιρα του εργαστηρίου στην Αθήνα, διασώζουν αυθεντικότερα την τραχύτητα του πολέμου που μεταγράφεται με κάποιες εξπρεσιονιστικές απηχήσεις.
      Περιγραφική είναι και η δουλειά του Βάσου Γερμενή (1896-1964). Άλλοτε με πιο ρεαλιστικό χαρακτήρα, (Αεροπόρος, Πολεμικό Μουσείο) κι άλλοτε με εμφανέστερες εξπρεσιονιστικές αναμνήσεις («Απόκρουση επιθέσεως ιταλικού ιππικού») ο Ουμβέρτος Αργυρός (1882-1963) από τους τελευταίους εκπροσώπους της ζωγραφικής του Μονάχου, φτάνει τον υπαιθρισμό της στο ακραίο του σημείο δίνοντας στους εδώ αφηγηματικούς πίνακές του ένα γενικότερο χαρακτήρα που μπορεί να ξεπερνά το ανεκδοτολογικό. Οι ψυχρές χρωματικές κλίμακες και αρμονίες που χρησιμοποιεί(«Αναγνώριση Ελληνικού Ιππικού», «Μεταφορά τραυματία», «Λάφυρα-Βόρειος Ήπειρος», όλα στο Πολεμικό Μουσείο) τείνουν προς τη ζωγραφική μετάφραση των γεγονότων. Στην ίδια κατεύθυνση προχωρεί ακόμα περισσότερο με την χαλκογραφία του «Νικηφόρος Ελληνικός στρατός» ο Λυκούργος Κογεβίνας (1887-1940) όπου στην αυστηρότητα της διχρωμίας και την αποφυγή της λεπτομέρειας εκφράζεται ουσιαστικότερα και πιο ζωγραφικά το γεγονός. Ατμοσφαιρική είναι και η ζωγραφική του Περικλή Βυζαντίου (1894-1972) που η κήρυξη του πολέμου τον βρίσκει στο παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών στους Δελφούς. «Οι επίστρατοι φεύγουν για το Αλβανικό μέτωπο» είναι δείγμα μιας νευρώδους, αυθόρμητης γραφής.
    Στον πόλεμο οι ζωγράφοι συμμετέχουν με διάφορους τρόπους. Ένας απ’ αυτούς είναι η αφίσα. Ο Γιώργος Γουναρόπουλος (1889-1977) με διαμορφωμένη την πλαστική προσωπική του γλώσσα δίνει σε αφίσα («Νίκη-Λευτεριά, η Παναγιά μαζί του») τη σύζευξη της θρησκευτικής έξαρσης που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες με την πολεμική ορμή. Κι ο Περικλής Βυζάντιος από την ίδια γενιά θα κάνει αφίσες όπως αυτή που διαφημίζει το πολεμικό λαχείο δουλεύοντας με δυνατό και εύληπτο σχέδιο.
     Στον τομέα όμως αυτόν τον κύριο ρόλο θα παίξει το εργαστήριο χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού (1894-1957) με τους νεαρούς τότε σπουδαστές του. Ο Τάσσος (1914-1985) θα λιθογραφήσει την περίφημη αφίσα του (Έδωσες ΕΣΥ;) με αδρό, εκφραστικό σχέδιο, η Βάσω Κατράκη (1914) την γυναίκα που πλέκει «για τους στρατιώτες», ο Κώστας Γραμματόπουλος (1916) τις «Ηρωϊδες του 1940», όπου ενώ το θέμα κυριαρχεί όπως είναι φυσικό σε τέτοιου είδους ζωγραφική, γίνεται όμως προσπάθεια από τον καλλιτέχνη το μήνυμά του να δοθεί και με ζωγραφικά μέσα, όπως π.χ. τη στερεομετρική απόδοση των βουνών, τη γενίκευση της φόρμας των γυναικών κ. ά. Οι χαράκτες αυτοί μαζί τους άλλοι ομότεχνοί τους θα έχουν μια πολύ σημαντική δράση στα χρόνια της κατοχής.
     Θα κλείσουμε την αναφορά μας στον εικαστικό χώρο με έναν τομέα που δεν εκτιμάται πάντα όσο του αξίζει, αλλά ο οποίος στις δύσκολες στιγμές παίζει σημαντικότατο ρόλο. Την γελοιογραφία. Η γελοιοποίηση του εχθρού είναι ίσως από τα ισχυρότερα χτυπήματα που μπορεί να επιφέρει ένας καλλιτέχνης. Στον πόλεμο του ’40 φάνηκαν πολλοί άγιοι τέτοιοι καλλιτέχνες όπως ο Σταμάτης Πολενάκης (1908) και έκανε και γελοιογραφικές αφίσες. Κορυφαίος όμως αυτής της γελοιοποίησης θα αναδειχθεί ο Φωκίων Δημητριάδης (1894-1977). «Κανείς, γράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, δεν στιγμάτισε με τον χρωστήρα ή την γραφίδα τον Μουσολίνι και τον φασισμό όσον ο Φωκίων Δημητριάδης». Εκφραστικό και σατυρικό, αλλά καθαρό σχέδιο και ευρηματικό κείμενο έκαναν τις γελοιογραφίες του Δημητριάδη τόσο αγαπητές στο λαό μεταδίδοντας την αίσθηση της νίκης και της υπεροχής.
     Τα έργα που σημειώσαμε πιο πάνω ίσως δεν δίνουν αισθητική ερμηνεία ανάλογη με το μέγεθος του ιστορικού γεγονότος. Αποτελούν όμως πολύτιμες μαρτυρίες για την τεκμηρίωση της εποχής και ίσως ακόμη προϋπόθεση για μια μελλοντική μεγάλη δημιουργία για αυτό το πέρα από βερμπαλιστικά σχήματα θαύμα του έπους του 1940.
Νίκος Ζίας, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (Ιδέες και Τέχνες) 26 Οκτωβρίου 1986, σελίδα 41. Το 40 εμπνέει. Πώς είδαν οι καλλιτέχνες μας την εποποιϊα των αλβανικών βουνών.
 Σημειώσεις:
Το κείμενο εμπλουτίζεται με τον πίνακα του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη, Η Προέλαση. (βλέπουμε δύο έλληνες στρατιώτες να εξορμούν) Του Γιώργου Γουναρόπουλου, με την λιθογραφική αφίσα (παρουσιάζει έναν έλληνα στρατιώτη να τον έχει υπό την σκέπη της και να τον οδηγεί η Παναγία ενώ με κεφαλαία γράμματα γράφονται τα ΝΙΚΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ και Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ. Τον πίνακα του Ουμβέρτου Αργυρού (μεταφορά τραυματία), και τον πίνακα του Περικλή Βυζάντιου (Οι επίστρατοι φεύγουν για το αλβανικό μέτωπο)
Η Βάσω Κατράκη (Αιτωλικό 5/7/1914-Αθήνα 27/12/1988), υπήρξε μια σπουδαία ελληνίδα χαράκτρια που έτυχε διεθνούς αναγνώρισης. Εκθέσεις της οι νέοι και οι νέες φιλότεχνοι της γενιάς μου, έχουν παρακολουθήσει αρκετές φορές και σε διάφορες αίθουσες τέχνης. Από την πρώτη φορά που είδα έργα της, μαγεύτηκα και διάβαζα ότι γράφονταν για τα χαρακτικά της έργα. Τα χαρακτικά της έργα, διακρίνονται για την σαφήνεια τους, το καθαρό χρωματικό τους ύφος, την σχεδιαστική τους ακρίβεια αλλά και την πλαστικότητα, την αφαιρετική τους φόρμα, τον ευδιάκριτο λυρισμό τους, το έντονο ιστορικό τους στίγμα, τον μηνυματική τους προτροπή και διάθεση, και συνήθως, τον αγωνιστικό τους χαρακτήρα. Τα έργα της Βάσως Κατράκη, είτε αυτά είναι μάσκες που μας θυμίζουν τις αντίστοιχες βασιλικές Μυκηναϊκές, είτε είναι άλογα που ερωτοτροπούν με τους λαιμούς τους σαν φίδια που συμπλέκονται, είτε είναι τα περιστέρια σύμβολα της ειρήνης, είτε είναι πρόσωπα καθημερινά του λαού με τις γραμμές του χρόνου και της πείρας τους να χαράσσουν τα πρόσωπά τους, είτε είναι περιπεπλεγμένες ανθρώπινες φιγούρες, (που αμυδρά ανακαλούν κυκλαδίτικα ειδώλια, ή αυτές τις σκελετωμένες και αφυδατωμένες φιγούρες του Τζιακομέτι), είτε είναι αυτοπροσωπογραφίες της, φέρουν μέσα τους το φορτίο της αγωνιστική της διαδρομής, την πορεία της ως ενεργός δημοκρατικός πολίτης, την προσωπική της ερμηνευτική ματιά που είναι πάντοτε απλωμένη στον χρόνο και το χώρο της ιστορίας. Έχουν την καθαρότητα των ιστορικών της προθέσεων και αγωνιών σαν ελληνίδα και σαν καλλιτέχνης και γιατί όχι, ακόμα και το πολιτικό τους φορτίο. Υπήρξε μια αγαπημένη όχι μόνο των παλαιότερων γενεών αλλά και των πολύ νεότερών της χαράκτρια, όπως και ο Τάσσος. Πολλά σκίτσα της Βάσω Κατράκη κοσμούν πειραιώτικα περιοδικά. Σε παλαιότερα λογοτεχνικά περιοδικά συναντάμε σχέδιά και χαρακτικά της.
Η άλλη μεγάλη ελληνική φυσιογνωμία της χαρακτικής είναι ο Τάσσος ψευδώνυμο του Αναστάσιου Αλεβίζου. Γεννήθηκε στο Λευκοχώρι 25/3/1914 και πέθανε στην Αθήνα στις 13/101985. Έχω παρακολουθήσει αρκετές εκθέσεις του. Τον θυμάμαι πόσο σεμνός και πρόσχαρος ήταν, όταν τον συναντούσαμε στους εκθεσιακούς του χώρους. Το αγωνιστικό πολιτικό του φρόνημα μας έδινε κουράγιο και μας εμψύχωνε. Την χαρακτική του Τάσσου σαν παιδιά την γνωρίζαμε από Αναγνωστικά του Δημοτικού, χωρίς να ξέρουμε τότε ασφαλώς, ούτε ποιος είναι ο καλλιτέχνης ούτε και την σημασία των έργων του. Σημαντική η δουλειά του. Έντονο προσωπικό ύφος, με πολιτική ταυτότητα και αγωνιστικό χαρακτήρα. Οι μεγάλες του «τοιχογραφίες» μας εξιστορούν τους αγώνες των καθημερινών ανθρώπων ταραγμένων ιστορικά εποχών για την ελλάδα. Έλληνες με μια βαθιά εκφραστικότητα, αλύγιστοι σαν χαρακτήρες που παρότι μπορεί να ηττώνται παραμένουν όρθια και αγέρωχα άτομα όπως τα πρόσωπα του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Αυτά τα μαύρα σχέδια, τα σκουρόχρωμα, τα γαιώδη χαρακτικά του που, ενώ νιώθεις ότι αντλούν την δύναμή τους από τα χώματα της ελληνικής γης-όπως ο αρχαίος Ανταίος-ταυτόχρονα ίστανται υπερήφανοι κήρυκες μιας πανανθρώπινης αγωνιστικότητας και ελευθερίας. Ανθρώπινες υπάρξεις που σηκώνουν στους ώμους τους, μέσα στα σπλάχνα του μια αβάσταχτη σκλαβιά αλλά και μια εμφανή ελπίδα σωτηρίας. Άτομα ανώνυμοι ήρωες που σου κεντρίζουν το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή, σου ελκύουν την προσοχή, σε μαγνητίζουν με την αποφασιστικότητά τους να νικήσουν τον όποιο εχθρό. Είναι τόσο αναγνωρίσιμα, δεν σου κρύβουν τίποτα από τις επιδιώξεις τους, τον κοινωνικό τους οραματισμό, σου αποκαλύπτονται αμέσως και άμεσα στον καθένα και κάθε μία που τα πρωτοαντικρίζει. Αρχάγγελοι επιβλητικοί με τα φυσεκλίκια τους να κοσμούν το στήθος τους και το όπλο, που θυμίζουν αγωνιστές του 1821. Ήρωες στρατιώτες του Αλβανικού Μετώπου, που ξέρεις από την πρώτη στιγμή ότι θα γυρίσουν πίσω νικητές, δαφνοστεφανωμένοι. Αγρότες με υψωμένα τα δρεπάνια τους έτοιμα να θερίσουν το κακό και το άδικο. Πεινασμένα και φοβισμένα παιδιά της κάθε Κατοχής τυλιγμένα από τα συρματόπλεγμα της σκλαβιάς, μικρές υπάρξεις που κουκουβίζουν σαν τρομαγμένα ζώα και σε κοιτούν με απορία. Πολυπληθείς διαδηλώσεις λαών βασανισμένων και κυνηγημένων με τα πανό και το θάρρος τους να πλημμυρίζουν τους δρόμους και τις πλατείες. Με τις ελληνικές σημαίες να κυματίζουν στον αέρα φέρνοντας τον ούριο άνεμο της νίκης και της λευτεριάς. Εμπόλεμοι στρατιώτες με την ξιφολόγχη να κτυπούν τον εχθρό. Γυναίκες σαν Παναγιές να κρατούν άνθη ζωής και περηφάνειας. Τρυφερά στιγμιότυπα ζευγαριών, έρωτες ανθρώπων που φέρουν την νέα ζωή στην αγκαλιά τους. Αγωνιστικές φιγούρες μιας εποχής του πολέμου και της κατοχής, της εθνικής αντίστασης και των μετέπειτα ιστορικών και πολιτικών χρόνων της χώρας μας. Του απλού έλληνα και της ελληνίδας, του ανώνυμου ήρωα που χάνεται στα βάθη της ένδοξης ιστορίας του. Στιγμιότυπα αγροτικής ζωής, παρατεταμένα σχεδόν κολλημένα σώματα που ενώνονται θαρρείς με τα στάχυα, εικόνες θερισμού και σποράς που φέρουν στην μνήμη σκηνές από την επαρχία και τον μόχθο των αγροτών. Παραστάσεις, θρήνου νεκρικού σώματος-ατόμου, που φέρουν στην μνήμη την γλυπτική πιετά του Μιχαήλ Άγγελου.  Έλληνες πολεμιστές με την αντρειοσύνη τους να ξεπερνά τα κράσπεδα της ιστορίας και να φτάνει μέχρι των ημερών μας, μέχρι το Νοέμβρη του 1973. Τα έργα του Τάσσου, αυτές οι χαρακτικές του ιστορικές απεικονίσεις και τοιχογραφίες, αυτά τα καθαρά και αγνά πρόσωπά του, που σφύζουν από υγεία και ζωντάνια, υπερήφανη λεβεντιά και ηρωικό σφρίγος είναι κατά κάποιον τρόπο η ιστορική σύγχρονη περιπέτεια της χώρας μας τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι το Έπος του 1940 και της Κατοχής και των μετέπειτα πέτρινων χρόνων της ελλάδας. Ακόμα και η ερωτική του πλευρά, αυτή που υμνεί την γυναικεία παρουσία και τρυφερότητα κινείται μέσα σε μια ηρωική ατμόσφαιρα. Οι χαρακτικές του συνθέσεις κινούνται μέσα σε έναν ηρωικό και ένδοξο χαρακτήρα προσωπικής ταυτότητας των ανθρώπων που απεικονίζονται. Αδρά χαρακτηριστικά, μεγάλα μάτια που σε μαγνητίζουν, ρωμαλέα κορμοστασιά. Το στοιχείο της μητρότητας με το γυναικείο στήθος πάντα ακάλυπτο να ξεχωρίζει. Αδρά περιγράμματα σωμάτων, που είτε είναι γυμνά είτε είναι ενδεδυμένα με διάφορες στολές, ακολουθούν την ένδοξη μοίρα τους. Είναι οι έλληνες που δοξάζουν με τα ανδραγαθήματά τους την μοίρα της χώρας που τους γέννησε και τους έθρεψε. Υπερήφανες φιγούρες ανθρώπων, ρωμαλέες, ανδροπρεπείς, ηρωικές ακαταμάχητης ηρωικής γοητείας. Περιστέρια, που κλωσούν την Ειρήνη και την Ελευθερία. Φουστανελοφόροι με το γιαταγάνι να προελαύνουν για την βέβαιη Νίκη τους. Γυναικεία σώματα που υψώνουν τον ήλιο της δικαιοσύνης ψηλά, πάνω από το μπόι τους. Παρατεταγμένες ανθρώπινες υπάρξεις, σύγχρονοι έλληνες αγωνιστές, νεομάρτυρες της φυλής των ελλήνων και του κόσμου.
Ο Τάσσος, έχει επίσης κοσμήσει με χαρακτικά του πάμπολλα βιβλία και περιοδικά, σχολικά, δημιουργίες ελλήνων ποιητών όπως ο Γιάννης Ρίτσος, δες Επιτάφιος. Έχει απεικονίσει πρόσωπα συγγραφέων όπως ο Νίκος Καζαντζάκης κ.ά. Χαρακτικά έργα που ενώνουν το Ομηρικό χθες της ιστορίας όπως το αναγνωρίζουμε πάνω σε αγγεία και ληκύθους και το σύγχρονο σήμερα όπως το βλέπουμε σε γεγονότα όπως αυτά του πολυτεχνείου. Η Ηρωική Ελλάδα σε όλο της το ένδοξο ιστορικό μεγαλείο.
Τίποτα το εγκεφαλικό, τίποτα το ψυχρό και αδιάφορο δεν συναντάμε στα έργα αυτών των δύο σύγχρονών μας τεχνιτών της χαρακτικής τέχνης. Της Κατράκη και του Τάσσου. Τίποτα το περιττό στις συνθέσεις τους. Οι θεματικές τους προτάσεις δεν έχουν το στοιχείο του κορεσμού και της επανάληψης, αντίθετα, σταδιακά με τον χρόνο εξελίσσονται σε μια διηγηματική της σύγχρονης ιστορίας της ελλάδος. Συνθέσεις που εθίζουν το μάτι στο ηρωικό και ελπιδοφόρο, που ακονίζουν την αντίληψή μας για θέληση και τόλμη. Οι χαρακτικές συνθέσεις των δύο σημαντικών αυτών δημιουργών, παρότι διακρίνονται για την ελληνικότητά τους και τον παραδοσιακό τους κλίμα και ατμόσφαιρα, εντούτοις, έχουν μια οικουμενικότητα, έναν πανανθρώπινο συμβολισμό. Μέσα από το πνεύμα «ολοκληρωτισμού» αν στέκει η έκφραση της ιστορικής στιγμής και των γεγονότων της αναδύεται ένα ελπιδοφόρο ελεύθερο πανανθρώπινο πνεύμα. Ένα πνεύμα αλληλεγγύης, ελευθερίας, αγωνιστικότητας, συμπαράστασης, προοδευτικότητας.
     Καλογραμμένο και περιεκτικό το κείμενο του ομότιμου καθηγητή της ιστορίας της τέχνης κυρίου Νίκου Ζία, που μας έχει δώσει εξαιρετικές μελέτες για τον πεζογράφο Φώτη Κόντογλου και την ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο. Στο επετειακό αυτό κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ημερήσια εφημερίδα ΤΟ Βήμα πριν 32 χρόνια, μας δίνεται ένα γενικό περίγραμμα των ελληνικών τεχνών (μουσική, ποίηση, εικαστικά) και των ελλήνων δημιουργών που δεν τους άφησε αδιάφορους τα δράμα του ελληνικού λαού την περίοδο του πολέμου του 1940 και της Κατοχής. Στιγμές καθημερινού ηρωικού μεγαλείου του ανώνυμου στρατιώτη, που ενέπνευσε τους έλληνες ζωγράφους, τους μουσικούς συνθέτες, τους ποιητές, τους πεζογράφους, ακόμα και την τέχνη του θεάτρου σκιών. Από τον Άγγελο Σικελιανό ως τον χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου, και από τον Οδυσσέα Ελύτη ως τον Περικλή Βυζάντιο και από τον Γιάννη Ρίτσο ως τον Τάσο κοινό το αγωνιστικό μονοπάτι της ελληνικής τέχνης.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 15 Οκτώβρη 2018               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου