Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΪΑ 1940-1941
του Άγγελου Τερζάκη

Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» 1980
(πρώτη έκδοση 1964)

….. Στην Κηφισιά, σ΄ ένα σταυροδρόμι ισκιωμένο από μεγάλα πεύκα πού γέρνουν πάνω σε ροδοδάφνες, γωνία Κεφαλληνίας και Δαγκλή, βρίσκεται μια βίλα διώροφη, σταχτιά, με παράθυρο βυζαντινού ρυθμού, μέσα σε κήπο. Ή όψη της, παλαιϊκή, δεν έχει τίποτα το αξιοπρόσεχτο’ τίποτ’ άλλο από μιάν αρχοντιά λιγάκι κουρασμένη. Η πόρτα του κήπου, σιδερένια, δίφυλλη, βρίσκεται σε κοφτή γωνία και βγάζει στο σταυροδρόμι.
      Εκεί, στις τρείς παρά δέκα το πρωϊ της 28ης Οκτωβρίου 1940, μέσα στη νύχτα, ήρθε και σταμάτησε ένα αυτοκίνητο του Διπλωματικού Σώματος. Ο σκοπός χωροφύλακας ξέκρινε μέσα τρείς άντρες. Ό ένας τους βγήκε, του μίλησε ελληνικά, εξήγησε πως ο πρεσβευτής της Ιταλίας, ζητάει να ιδεί τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως. Έχει να του κάνει, λέει, μιάν υπερεπείγουσα ανακοίνωση. Ο σκοπός χτύπησε το ηλεκτρονικό κουδούνι της σκοπιάς του, να ειδοποιήσει το σπίτι. Κοιμόνταν όλοι. Στη βαθειά γαλήνη της νύχτας, μακρυά κάπου, ακουγότανε να γαυγίζει ένα σκυλί.
     Ο ακόλουθος που ξύπνησε πρώτος και πήγε να ειδοποιήσει τον Ιωάννη Μεταξά, δεν είχε ξεχωρίσει στο σκοτάδι τα χρώματα της σημαίας του αυτοκινήτου. Είχε κι’ αυτή λουρίδες κάθετες, λοιπόν τη νόμισε γαλλική. Είπε στον πρωθυπουργό πώς τον ζητάει ο πρεσβευτής της Γαλλίας. Απορημένος ο Μεταξάς για το ασυνήθιστο της ώρας, πέρασε πάνω στο βαμπακερό νυχτικό του ένα βεστόνι σκούρο, κατέβηκε στον κήπο και πήγε να κοιτάξει από την πλαϊνή πόρτα, της οδού Κεφαλληνίας. Τότε αναγνώρισε τον Γκράτσι. Κατάλαβε. Η ώρα είχε σημάνει στο ρολόι της Ιστορίας.
     Ο Γκράτσι, όταν είτανε να ξεκινήσουν από την Αθήνα, για να μην προκαλέσει την προσοχή έστω και σε ώρα τόσο προχωρημένη, είχε σκεφτεί να μην πάρουν το μεγάλο, πρεσβευτικό αυτοκίνητο. Είχε διαλέξει το λιγότερο θεαματικό του Στρατιωτικού Ακολούθου. Οδηγούσε ο ίδιος ο Ακόλουθος, με πλάϊ του το διερμηνέα της Πρεσβείας, τον Ντεσάντο, έναν Αλβανό από χρόνια εγκατεστημένο στην Αθήνα, χρήσιμο για τη συνεννόηση με το σκοπό. Ο Μεταξάς έδωσε το χέρι του στον Γκράτσι και είπε στον χωροφύλακα ν’ αφήσει ελεύθερη τη διάβαση. Ο Στρατιωτικός Ακόλουθος με το διερμηνέα έμειναν στον δρόμο, ο πρωθυπουργός με τον πρεσβευτή πέρασαν την πόρτα της υπηρεσίας κι’ ανέβηκαν στο σπίτι. Μπήκανε σ’ ένα σαλονάκι με πολύ απλή επίπλωση , στο πρώτο πάτωμα, κάθησαν. Δίχως άλλο προοίμιο, ο Γκράτσι δήλωσε, μιλώντας γαλλικά, πως η κυβέρνησή του τον έχει επιφορτίσει να επιδώσει μιάν επείγουσα ανακοίνωση.
      Ο Ιωάννης Μεταξάς άρχιζε να διαβάζει:
     «Η Ιταλική Κυβέρνηση ηναγκάσθη επανειλημμένως να διαπιστώση ότι, κατά την εξέλιξιν της παρούσης συρράξεως η ελληνική Κυβέρνησις έλαβε και ετήρησε στάσιν η οποία αντίκειται όχι μόνον προς τας ομαλάς σχέσεις ειρήνης και καλής γειτονίας  μεταξύ δύο χωρών, αλλά και προς τα καθωρισμένα καθήκοντα τα απορρέοντα διά την ελληνικήν Κυβέρνησιν εκ της ιδιότητός της ως ουδετέρου κράτος…».
     Το κείμενο είταν μακρύ. Αναμασούσε στις γνωστές, ασύστατες αιτιάσεις: Ελληνικές παραχωρήσεις προς τον αγγλικό Στόλο, συνεργασία μαζί του, εχθρικές πράξεις κατά της Ιταλίας, καταπιέσεις των Αλβανών της Τσαμουριάς, ό,τι μπόρεσε να στρατολογήσει από το απόθεμα της χαμηλής φαντασίας του ο Τσιάνο, ο συντάκτης του κειμένου. Απαιτούσε να μπούνε στην Ελλάδα τα ιταλικά στρατεύματα και να καταλάβουν στρατηγικά της σημεία, για να διασφαλίσουν την ουδετερότητά της. Αν συναντήσουν αντίσταση, η αντίδραση αυτή «θα καμφθή διά των όπλων».
     Ο Γκράτσι, στο βιβλίο του, το γραμμένο είν’ αλήθεια μ’ έντονο-αν και καθυστερημένο-αίσθημα ντροπής για τη συμπεριφορά των ανθρώπων πού κυβερνούσαν τότε τη χώρα του, λέει πώς τα χέρια του Μεταξά, καθώς κρατούσαν το τελεσίγραφο, ελαφρότρεμαν συγκινημένα και τα μάτια του, πίσω από τα γυαλιά, είταν υγρά. Αυτό-εξηγεί ο Γκράτσι-συνέβαινε πάντα στο Μεταξά όταν είτανε συγκινημένος. Η στιγμή, πραγματικά, είταν δραματική κι’ επίσημη. Το βάρος της ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο έθνος, στις παραδόσεις του, θα μπορούσε να λυγίσει πολύ στιβαρούς ώμους. Άς ειπωθεί προς τιμήν του Μεταξά ότι δεν λύγισε τους δικούς του. Είναι ολοφάνερο πώς μέσα στη συνείδησή του μιλούσε εκείνη την ώρα κάτι πέρα από την πρακτική φρόνηση και τον πολιτικό ρεαλισμό. Μέσα στη νύχτα, στο σαλονάκι αυτό που βρισκόταν μόνος του υπόλογος απέναντι στην Ελλάδα, εντολοδόχος της, ο Μεταξάς άκουσε μέσα στο αίμα του τη βαθειά φωνή της εθνικής ψυχής. Όταν αποδιάβασε το κείμενο, σήκωσε τα μάτια του, κοίταξε καλά τον πρεσβευτή και με φωνή συγκινημένη αλλά στέρεα, είπε:
     -Alors, c’ est la guerre. Ώστε λοιπόν, πόλεμος…..  σελίδες 35-37.
……………
ΙΑ΄ ΜΕ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΙΔΕΡΟ
     Το φως είχε πιάσει λίγο-λίγο να γλυκαίνει, έμπαινε η άνοιξη. Στα βουνιά τα χιόνια έλυωναν, έκαναν τα μονοπάτια γλυστερά, στους κάμπους περνούσαν πότε-πότε κάτι χνώτα χλιαρά και μυρωμένα, που ξάφνιαζαν την καρδιά ύστερα από τόσο μπουρίνι και τόσο θάνατο.
     Έβλεπες το τοπίο της Αλβανίας, το στεγνό, σκελετωμένο, τα χωράφια με τις σταχτιές πλάκες για σκεπή, τους σταχτιούς τοίχους, τη σταχτιά πέτρα, να γλύφεται από μελιχρά φέγγη που έρχονται σαν από γωνιές τ’ ουρανού κρυφές, έτσι καθώς γλυστράνε οι αχτίδες από τα ψηλά παράθυρα του τρούλου κάτω από τους θόλους της εκκλησιάς. Και τα ποτάμια κυλούσανε φουσκωμένα, πρόσχαρα, και το χελιδόνι έψαχνε να βρει δέντρο απελέκητο από τον πόλεμο, να κλαρώσει. Ευλογία Θεού απλωνόταν γύρω. Είταν ο μήνας της Λαμπρής, Απρίλης.
      Όμως την ελληνική ψυχή την ίσκιωνε κρυφή έγνοια. Η χώρα βρισκόταν κάτω από το ασήκωτο βάρος της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης. Κι’ ολομόναχη. Η Τουρκία φοβόταν να σαλέψει, είχε από πάνω της τον ρωσικό όγκο, σύμμαχο ακόμα των Γερμανών. Η Γιουγκοσλαβία έπαιζε παιχνίδι ύπουλο. Στις 25 Μαρτίου, ημέρα της ελληνικής εθνικής γιορτής, ο ανταποκριτής στο Βερολίνο της αμερικάνικης Columbia τηλεγραφούσε: «Όλη η προσοχή συγκεντρώνεται ήδη στην Ελλάδα, την μόνην βαλκανικήν χώραν η οποία παραμένει ουσιαστικώς εκτός του Τριμερούς. Οι γερμανικοί κύκλοι παρατηρούν ότι η πραγματική θέσεις της χώρας αυτής είναι πολύ κρίσιμος. Είναι ήδη ουσιαστικώς κυκλωμένη από τας δυνάμεις του Άξονος και εις εμπόλεμον κατάστασιν με μίαν εξ αυτών».
      Πραγματικά, η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία, στις 2 Μαρτίου, είχε διαλύσει τις ρωμαντικές αυταπάτες εκείνων από τους Έλληνες που είχαν πιστέψει στις χερουβικές διαθέσεις του Χίτλερ. Δεν είτανε λίγοι: Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν η αδικία γύρω περσεύει, ο αδικημένος έχει την τάση να εμπιστεύεται εύκολα και να συγκινήται από εκείνον που δεν έχει ακόμα βουτήξει τα χέρια του στο αίμα. Εξωραϊζει, εξιδανικεύει, για να βρει έτσι μια δικαιολογία ελπίδας στη ζωή. Η ίδια άλλωστε η Γερμανία είχε φροντίσει από καιρό, επιτήδεια, να καλλιεργήσει αυτή την πλάνη των Ελλήνων, για να τους αποκοιμίσει. Η προπαγάνδα της αθηναϊκής πρεσβείας της τέτοιες οδηγίες είχε. Παρουσιάζονται οι Γερμανοί, σ’ όλο το διάστημα του πολέμου με την Ιταλία, όχι μόνον να κρατάνε ένα κλαδί ελιάς αλλά κι’ ερωτευμένοι παράφορα με την Ελλάδα. Η σκηνοθεσία αυτή είχε αρχίσει πρίν ακόμα από το γενικό πόλεμο: Είταν οι Ολυμπιακοί αγώνες του Βερολίνου, με την ελληνική δάδα που ξεκίνησε από την Ολυμπία΄ είταν οι επισκέψεις του Γκαίριγκ και του Γκαίμπελς στην ελληνική πρωτεύουσα’ η Όπερα της Φραγκφούρτης που είχε σταλεί επισήμως να παίξει στο θέατρο Κοτοπούλη την Τετραλογία του Βάγκνερ, υπό την αιγίδα του ελληνικού Εθνικού Θεάτρου, και που την πλαισίωσαν δεξιώσεις και παρασημοφορίες. Είταν, πάνω απ’ όλα, τα κύματα από θολούς Γερμανούς «περιηγητές» που είχαν κατακλύσει την Ελλάδα και που έπαιξαν το διπλό ρόλο του προπαγανδιστή και του κατασκόπου. Χάρη στα «φιλελληνικά» αυτά αισθήματα της ναζιστικής Γερμανίας, κατορθώθηκε η διατήρηση της πρεσβείας της στην Αθήνα, υπό τον πρίγκηπα Έρμπαχ φόν Σέμπεργκ, σ’ όλο το διάστημα του ελληνοιταλικού πολέμου. Εξασφαλιζόταν έτσι η ταχτική πληροφοριοδότηση του Βερολίνου και μαζί η κατεργασία της ελληνικής κοινής γνώμης.
     Κατεργασία που αποδείχτηκε ωστόσο, σαν ήρθε η κρίσιμη ώρα, ατελέσφορη. Γιατί όσο εύκολα πίστευε ο λαός εκείνο που του είταν ευχάριστο να πιστεύει, άλλο τόσο γοργά συνασπίστηκε γύρω από τη σημαία της πατρίδας όταν σήμανε ο συναγερμός των ψυχών. Και ακόμα τότε δεν ήξερε αυτό που θα γίνει γνωστό πολύ αργότερα: το πώς η γερμανική διπροσωπία παζάρευε την Ελλάδα κι αντάλλαξε προκαταβολικά τμήματά της από τα ζωτικότερα, για να εξαγοράσει συμμάχους; Το πώς είχε προσφερθεί η Θεσσαλονίκη στους Γιουγκοσλάβους για να βγούνε στον πόλεμο με τον Άξονα, η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη στους Βουλγάρους για ν’ ανοίξουν πρόθυμα τις πύλες τους στη Βέρμαχτ.
      Τι ήθελαν, αλήθεια, στη Βουλγαρία εκείνες οι 680.000 γερμανικός στρατός; Κανένας δεν μπορούσε πιά στην Ελλάδα ν’ αμφιβάλλει; Η κατεύθυνσή τους είταν ξεκάθαρη, τα ελληνικά σύνορα. Ο γερμανικός Τύπος άλλωστε είχε φροντίσει να τονίσει πώς ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βαίνει προς το τέρμα του. Σε τι λογής τέρμα, είτανε φανερό. Όχι βέβαια στη νίκη της Ιταλίας. Η εαρινή επίθεση είχε μαδήσει τα τελευταία στρατιωτικά όνειρα της μεγαλαυχίας του φασισμού…… σελίδες 187-188.
……………………..
Ε΄ ΕΞΟΡΜΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΟΡΙΑ
     Το έθνος, με τις πρώτες ομοβροντίες των κανονιών, είχε σηκωθεί στο πόδι ολόρθο. Όλες οι τάξεις, όλες οι ιδεολογίες, όλες οι γενιές είχαν γίνει ένα: μια μάζα, μια σημαία, μια ψυχή. Στις 11 Νοεμβρίου, δεκαπέντε ημέρες από την εισβολή, η ελληνική επιστράτευση είχε συμπληρωθεί, κι΄ αυτό είταν κιόλας σαν ένα πρώτο θαύμα. Ο ιστορικός που καταγράφει τα γεγονότα του 1940, θα πρέπει-αν θέλει να δώσει μιάν εικόνα τους σωστή-να σημειώσει τον πλατύ αέρα που είχε φυσήξει τις ημέρες εκείνες απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Η παρουσίαση των εφέδρων στις μονάδες τους έγινε μέσα σ’ ένα κύμα ενθουσιασμού. Δίχως να περιμένουν προθεσμίες, συνεπαρμένοι από τη λαχτάρα να δώσουν το παρόν το γρηγορότερο, πήρανε το δρόμο για τους στρατιώτες από το ίδιο κιόλας πρωί της εισβολής. Στην Αθήνα, τα τράμ είχαν ανέβει στους Αμπελόκηπους κατάφορτα, με κρεμασμένα απ’ έξω, σαν τσαμπιά, νιάτα που τραγουδούσαν. Ολάκερη η πολιτεία έμοιαζε να πανηγυρίζει, σάμπως να μην περίμενε, χρόνια τώρα, παρά μονάχα τούτη τη στιγμή. Πρόσωπα γελαστά, συγκινημένα, χαιρετούσαν από μπαλκόνια και παράθυρα εκείνους που πήγαιναν να παρουσιαστούν, οι αμαξοστοιχίες περνούσαν, στις ακραίες συνοικίες, ανάμεσα σε γέροντες που δάκρυζαν κι’ ανέμιζαν στα χέρια τους σημαίες, γυναικούλες έκαναν το σταυρό τους σα να περνούσε λιτανεία, ύστερα σήκωναν τα χέρια τους στον ουρανό, δεητικά. Αυτό βάσταξε όλο τον καιρό που συνεχιζόταν η επιστράτευση. Ο κάθε έφεδρος ένιωθε το άτομό του να μεγαλώνει, να πλαταίνει, τον εαυτό του να γίνεται εντολοδόχος της φυλής. Αυτό τον γέμιζε συγκίνηση, ευθύνη και περηφάνεια. Κι’ από παντού της ελληνικής γης, με όλα τα μέσα, παλαιά και σύγχρονα, και με τα πόδια, θεωρίες ατέλειωτες πορεύονται ανεβαίνοντας προς το μέτωπο, να κόψουν τη διάβαση στον εισβολέα.
      Δεν πρέπει να προβάλουμε πάνω σ’ εκείνες τις στιγμές ό,τι ξέρουμε σήμερα κι’ ό,τι έγινε αργότερα, γιατί τότε θ’ αδικήσουμε το νόημά του. Οι έφεδροι που πήγαιναν να ντυθούν το χακί τις πρώτες ημέρες του πολέμου του 1940, δεν έλεγα μέσα τους που πάνε για να νικήσουν. Η Ιταλία είταν μεγάλη Δύναμη, συνεταίρος ισότιμος της Γερμανίας στον Άξονα, κι’ ο καθένας, τον Οκτώβριο του 1940, φανταζόταν τον Άξονα αήττητο. Έπειτα, της Ιταλίας το γόητρο, ύστερα από τη φασιστική αναδιοργάνωση και την υποταγή της Αιθιοπίας, είταν δυναμωμένο. Μιάν εικόνα της επίσημης ψυχολογίας του Οκτωβρίου του 1940 δίνει η ακόλουθη περικοπή από την προφορική ανακοίνωση που έκανε ο Μεταξάς στους ιδιοκτήτες κι’ αρχισυντάκτες του αθηναϊκού Τύπου, τους καλεσμένους ειδικά γι’ αυτό στο ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Είταν την τρίτη ημέρα του πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου: «Αλλά υπάρχουν στιγμές-είχε πει ο Μεταξάς-κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλει να μείνει μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήσει, έστω και χωρίς καμμιάν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ότι ο ελληνικός λαός θα ήτο αδύνατον να δεχθεί άλλο τι αυτήν την στιγμήν».
      Οι έφεδροι του 1940 πήγαιναν στο μέτωπο για να κλείσουν την Ελληνική Ιστορία μ’ ένα κεφάλαιο αντάξιό της. Αυτός ο κλήρος τους είχε λάχει-είταν μια τραγική και υψηλή τιμή. Ποτέ άλλοτε, ύστερα από τον ξεσηκωμό του 1821, δεν είχε φουσκώσει έτσι μέσα στην ελληνική ψυχή το κέφι της λεβεντιάς. Τίποτα το πεισιθάνατο, το πένθιμο. Αεράκι ανοιξιάτικο είχε αναταράξει τα φυλλοκάρδια. Οι άνθρωποι που σε καιρούς ειρήνης φαντάζονται το θάνατο συνταιριασμένον αναγκαστικά με το πένθος, με τη βαρυθυμιά και την απόγνωση, είναι αδύνατο να φανταστούν πώς έρχονται στιγμές όπου η προϋπαντήσή του γίνεται πανηγυρισμός ψυχής. Υπάρχει εδώ ένα μάθημα ήθους, μια αποκάλυψη που δεν πρέπει με κανένα τρόπο να πάει χαμένη. Θα χαθεί αν θυσιαστεί αφελέστατα στο πρωθύστερο μιάς λαθεμένης προοπτικής. Στα παιδιά που φεύγανε για το μέτωπο τον Οκτώβριο του 1940, η ευχή όλων είταν: «Στο καλό και με τη νίκη»’ κανένας όμως δεν έδινε στη λέξη «νίκη» το φτηνό περιεχόμενο της παρηγοριάς, την ψευδαίσθηση. Νίκη σήμαινε εδώ αντίκρυσμα του θανάτου λεβέντικο, χαιρετισμός στο  Χάρο από εκείνους που έχουν καρδιά να τον αντικρύσουν κατάματα, τραγουδώντας. Νίκη, στα 1940, σήμαινε νίκη κατά του θανάτου.
     Οι πρώτες ημέρες στα μετόπισθεν, είχαν περάσει μέσα σε περισυλλογή αλλά δίχως τρομάρα. Τα ανακοινωθέντα του Γενικού Στρατηγείου είταν λιγόλογα κι’ επιφυλακτικά, έδιναν δικαίωμα μόνο στην μετρημένη αισιοδοξία πως ωστόσο εκεί-απάνω γίνεται αγώνας, το έδαφος της χώρας προασπίζεται με πάθος. Η ζωή είχε αλλάξει ρυθμό, όσοι βρίσκονταν απομονωμένοι πρίν μέσα στις προσωπικές τους έγνοιες, είχαν βγει τώρα από τη φυλακή του εαυτού τους, επικοινωνούσαν με τους γύρω τους χάρη στην κοινήν έγνοια, τη μοναδική εκείνη κατεύθυνση όπου γύριζαν τα μάτια ολονών: ένα όραμα από βουνά που βογκάνε και καπνίζουν χτυπημένα από το κανόνι. Στο προσκήνιο είχε έρθει η εθνική ζωή, η ιδιωτική αποτραβιόταν πίσω, με μιαν αόριστη συστολή. Είταν η επιστράτευση των ψυχών, η αυτόματη. Οι εφημερίδες, περιορισμένες σε δισέλιδα και κάπου-κάπου τετρασέλιδα, δημοσίευαν κάθε μέρα προσκλήσεις σ’ εράνους, για τη Φανέλλα του στρατιώτη, για την Κοινωνική Πρόνοια. Τα βράδια, η συσκότιση των δημοσίων χώρων, η συγκάλυψη των φώτων, έδινε στις πολιτείες μια νέα όψη, εχέμυθη. Κι’ ο καθένας συλλογιζόταν πώς εκεί-απάνω γίνεται την ώρα τούτη η τραγική ιεροτελεστία, η θυσία του αίματος.…… σελίδες 86-87
--
«Η νέα κατάσταση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο είναι αυτή ενός όντος παράφορα χειραφετημένου από τα πάντα, βαθύτατα απομονωμένου στο πλαίσιο ενός κόσμου απεριόριστα ανοιχτού, όπου το συνολικό έχει όλο και λιγότερη σημασία και όπου το ζήτημα  δεν είναι πλέον να είσαι και να συμμετέχεις στο είναι, αλλά να πράττεις και να κατέχεις».
Κώστας Παπαϊωάννου, Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, εκδόσεις Εναλλακτικές Εκδόσεις 1992, σελίδα 30

Σημειώσεις:
     Αυτό είναι το δεύτερο κείμενο που αντιγράφω για την ιστοσελίδα μου που αφορά τα δραματικά εκείνα γεγονότα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, και ιδιαίτερα την Ιταλική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας και τα μετέπειτα γεγονότα. Ο Άγγελος Τερζάκης υπήρξε ένας σημαντικός άνθρωπος των ελληνικών γραμμάτων που άφησε τα ίχνη της προσωπικής του ταυτότητας με όσους καλλιτεχνικούς τομείς ασχολήθηκε. Η δική μου γενιά, διάβαζε τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ και αλλού. Ασχολήθηκε με τα ελληνικά γράμματα από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, όταν στον  μεσοπόλεμο, εξέδωσε το διήγημα «Ο Ξεχασμένος» (1925), έκτοτε, έγραψε αρκετά μυθιστόρημα ιδιαίτερα ιστορικού περιεχομένου (βυζαντινής θεματολογίας και ενδιαφέροντος), με το θέατρο (που επίσης διαπραγματεύονταν βυζαντινά θέματα και πρόσωπα) και αρκετά δοκίμια και στοχασμούς του, που αφορούσαν την αρχαία τραγωδία. Το έργο του διαβάστηκε στην εποχή του, ορισμένα του μυθιστορήματα γυρίστηκαν σίριαλ στην τηλεόραση και θεατρικά του παραστάθηκαν στην σκηνή. Το ενδιαφέρον του για την πρόσφατη ιστορία-την ιστορία της δικής του γενιάς-τον έκανε να ασχοληθεί συστηματικότερα και με την περίοδο 1940-1941όπως είναι το παρόν βιβλίο του «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ».
Οι θέσεις που εκφράζει είναι μετρημένες, εξετάζει με καθαρό βλέμμα τα τότε γεγονότα βασισμένα σε ιστορικές πηγές που γνωρίζει και έχει μελετήσει, και μας δίνει ένα πανόραμα συμβάντων και γεγονότων που αφορούν τόσο τους εισβολείς, ιταλούς και γερμανούς όσο και τους αμυνόμενους συμπατριώτες μας. Ο Τερζάκης αναζητά τα βαθύτερα αίτια των αποφάσεων εκείνες τις δραματικές στιγμές. Τόσο των απλών ανθρώπων , του λαού, όσο και της ηγεσίας του που βρίσκονταν στο τιμόνι. Οι απόψεις του για τον πρωθυπουργό δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, είναι νομίζω δίκαιες και ιστορικά τεκμηριωμένες, πέρα από μύθους μεταγενέστερους ή άλλες ενστάσεις που μπορεί να έχει ο καθένας για την εσωτερική πολιτική που εφάρμοσε εντός τη χώρας. Το Ημερολόγιό του μας δείχνει έναν πρώην στρατιωτικό ο οποίος είχε εκφράσει και την αντίθεσή του στην εκστρατεία των ελλήνων στην Μικρά Ασία, γιαυτό και εξορίστηκε. Το θέμα είναι ότι παρά την πολιτική που εφάρμοσε και υποστήριζε, στάθηκε στο ύψος της αποστολής του. Και δεν θα ξεχάσω τα λόγια της Άννας Καλουτά που έλεγε ότι: «Το ΟΧΙ το είπαν μαζί ο ελληνικός λαός και η τότε ηγεσία του». Θέλω να πω με αυτό ότι η Ιστορία πλέον έχει γραφτεί με ένδοξες και τραυματικές ακόμα και σήμερα σελίδες για τους Έλληνες πατεράδες μας και οικογένειες. Ιστορικά είναι βέβαιο, ότι ένας έλληνας δικτάτορας, ο πρωθυπουργός εκείνη την κρίσιμη στιγμή είπε εξ ονόματος όλου του Έθνους των Ελλήνων το ΟΧΙ. Συμπληρωματικά αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί και από αναμνήσεις κομμουνιστών πατριωτών που το καθεστώς του τους είχε φυλακίσει ή εξορίσει, και ζήτησαν από την κυβέρνηση να τους απελευθερώσει για να πολεμήσουν τον εχθρό. Δεν σκέφτηκαν αν απευθύνονταν σε έναν δικτάτορα που τους έχει φυλακίσει. Ο πατριωτισμός τους και το εθνικό τους φρόνημα υπερίσχυσε της κομματικής τους ιδεολογίας και πιστεύω. Οι κρίσεις του Άγγελου Τερζάκη είναι δίκαιες και μπορούν να συσχετιστούν και με τις απόψεις άλλων συγγραφέων της γενιάς τους, αλλά και γιατί όχι και με σελίδες του Ημερολογίου του ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Ίσως, όταν η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα εξετάζει και καταγράφει την Ιστορία, ίσως είναι λιγότερο «αδέκαστη» γιαυτό και πιο ενδιαφέρουσα. Ίσως.                         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου