Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ


ΦΥΛΛΑ ΚΑΤΟΧΗΣ
Της Ιωάννας Τσάτσου
«Η πικρότερη πείρα είναι να μην απορής πιά για την αδιανόητη σκληρότητα των ανθρώπων.
    Μοναξιά, ούτε λαός, ούτε φίλοι, καμμά προσπάθεια επαφής για την εξαντλημένη από την κόπωση ψυχή μας. Ευτυχώς που υπάρχει η νύχτα.
                    15 Μαρτίου 1944
Δ΄ έκδοση Α΄/1965, εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Μάρτιος 1981, διαστάσεις 14,5Χ21, δραχμές 120. Στον έλεγχο των δοκιμίων βοήθησε ο Λουκάς Λιναράς.
     Είναι η δεύτερη φορά που διαβάζω τις ημερολογιακές αυτές σημειώσεις της ποιήτριας και αγωνίστριας Ιωάννας Τσάτσου (Σμύρνη 1909-Αθήνα 30/9/2000). Αδερφή του νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη και συζύγου από το (1930) του πρώην προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας και φιλοσόφου Κωνσταντίνου Τσάτσου. Η ελληνίδα αυτή, υπήρξε θα γράφαμε αβίαστα, μια ελληνίδα βυζαντινή πριγκίπισσα σ’ όλη την διαδρομή του βίου της. Την είδα για πρώτη φορά από κοντά σε μια έκθεση ζωγραφικής του εικαστικού Κώστα Ευαγγελάτου που είχαμε πάει με τον Κίμωνα Φράϊερ, και έμεινα έκπληκτος από το υπέροχο παρουσιαστικό της. Την ομορφιά της, παρά τα χρόνια που είχαν διαβεί από πάνω της. Την απλότητά της με την οποία μας ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Τις ζεστές και ενθαρρυντικές κουβέντες της. Ευθυτενής και κοκέτα, θερμή και χαμογελαστή σου έδινε την εντύπωση μιας ελληνίδας που προέρχονταν από μια άλλη ιστορική εποχή, αλλά ταυτόχρονα, ήταν παρούσα και κοινωνικά δραστήρια στα σημερινά της ελλάδας πολιτιστικά και κοινωνικά γεγονότα. Θυμάμαι την ευχαρίστηση της και την συγκίνησή της, όταν της ανέφερα ότι θαύμαζα την ποίησή της και είχα διαβάσει πάνω από τρείς φορές το βιβλίο της για τον αδερφό της Γιώργο Σεφέρη. Ωραίοι Έλληνες και Ελληνίδες μιας άλλης ιστορικής εποχής και πραγματικότητας.
     Και την πρώτη φορά που διάβασα τις ημερολογιακές αυτές καταγραφές της, ένιωσα την ίδια συγκίνηση, την ίδια υπερηφάνεια για τους έλληνες εκείνης της εποχής, τον ίδιο λυγμό να ανεβαίνει στο στήθος, τον ίδιο κόμπο θλίψης αλλά και αγανάκτησης για τα όσα υπέφεραν οι έλληνες και οι ελληνίδες οι οικογένειές τους, εκείνης της φρικτής περιόδου, των τεσσάρων περίπου χρόνων, η χώρα ολάκερη. Όταν υπέστησαν την βάρβαρη επίθεση και άνανδρη εισβολή των ναζιστικών δυνάμεων του άξονα εναντίον μιας μικρής και φτωχής χώρας όπως  ήταν η Ελλάδα. Αλλά μιας χώρας και ενός λαού, που άντεξαν και πολέμησαν έστω και αν νικήθηκαν, έστω και αν ήταν προδιαγεγραμμένη η ήττα, μια και οι γερμανικές δυνάμεις ήσαν υπέρτερες των ελληνικών. Όχι όμως του φρονήματός τους. Γιαυτό και αντιστάθηκαν ηρωικά και πάνδημα.
     Οι ημερολογιακές αυτές καταγραφές της ποιήτριας Ιωάννας Τσάτσου, παρουσιάζουν πολλαπλό ενδιαφέρον. Είναι οι προσωπικές σημειώσεις μιας ελληνίδας γυναίκας, που κρατούσε στα μικρά διαλείμματα των ανυπέρβλητων ανθρωπιστικών και πατριωτικών καθηκόντων της, μια και η συμβολή της και ο ατομικός της αγώνας στην διάσωση από την πείνα, τα βάσανα, τις φυλακίσεις και τις άλλες κακουχίες των ελλήνων και ελληνίδων αλλά και των μικρών παιδιών-ορφανών και πεινασμένων, εκείνη την εποχή, είναι ιστορικά, κάτι παραπάνω από μεγάλη και σημαντική. Βοηθός του τότε αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, οργάνωσε μαζί με άλλες ελληνίδες γυναίκες χιλιάδες συσσίτια για τα άπορα και ορφανά παιδιά με την βοήθεια της εκκλησίας. Αναζητούσε με όλες της δυνάμεις οικονομικούς και άλλους πόρους για να θρέψει οικογένειες, να ανακουφίσει οικογενειακά δράματα του πολέμου, έκρυβε αντιστασιακούς έλληνες πατριώτες και άγγλους που βρίσκονταν στο στόχαστρο των γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Γλίτωσε δεκάδες ζωές, άτομα μικρά και μεγάλα από τον βέβαιο άγριο σκοτωμό τους από τους Γερμανούς, τα βασανιστήρια. Το σπίτι της στην Πλάκα ήσαν πάντοτε ανοιχτό και δέχονταν κάθε κυνηγημένο, κάθε ελληνίδα ή έλληνα που ζητούσε βοήθεια. Και την ίδια στιγμή, ο άντρας της φυγαδεύονταν, κρύβονταν για να μην τον συλλάβουν οι δυνάμεις κατοχής, η ασφάλεια. Οι διωκτικές αρχές βεβήλωναν την οικογενειακή τους εστία αναζητώντας τον Κωνσταντίνο Τσάτσο-καθηγητή τότε του πανεπιστημίου-για να τον συλλάβουν. Και εκείνη, αγέρωχη σαν γυναίκα, υπερήφανη σαν σύζυγος, τολμηρή σαν μητέρα (δύο μικρών κοριτσιών), τους αντιμετώπιζε με την άφοβη περιφρόνηση και απαξίωση που γνωρίζουν οι έλληνες και οι ελληνίδες σε παρόμοιες στιγμές να συμπεριφέρονται. Να ανταποδίδουν την γλοιώδη βία που τους ασκείται παράνομα και θέλουν να τους στερήσουν την ελευθερία τους. Υπήρξε μια αυθεντική πατριώτισσα και μια ελληνίδα που έκρυβε μέσα της απύθμενες αντοχές για βοήθεια και συμπαράσταση στους βασανισμένους από τις κακουχίες έλληνες. Η βαθειά και ουσιαστική της πίστη στην ορθόδοξη εκκλησία και την προσφορά της, της έδινε δύναμη να αντέξει και να σταθεί όρθια τις δύσκολες αυτές στιγμές για το Έθνος, αλλά και για την ίδια και την οικογένειά της. Η ανιδιοτελή της προσφορά, οι προσωπικοί μικροί και μεγάλοι αγώνες που έδινε καθημερινά και η συμπαράστασή της σαν ελληνίδα, έμεινε ανεξίτηλα γραμμένη στις ψυχές και τις συνειδήσεις χιλιάδων παιδιών και ελλήνων που τους έσωσε τις ζωές, τους επούλωνε τα ψυχικά και σωματικά τραύματα, και τους εμψύχωνε να αντέξουν ελπιδοφόρα το αύριο της ελευθερίας που θα ερχόταν. Το κουράγιο αυτών των απλών επώνυμων ή ανώνυμων γυναικών ήταν τεράστιο. Ήσαν ο γυναικείος ελληνικός πληθυσμός που αγωνίζονταν παράλληλα με τον αντρικό στα βουνά και στα σύνορα, μέσα στις πόλεις, στα φτωχόσπιτα και στις λασπωμένες συνοικίες που δραστηριοποιούνταν νυχθημερών για να θρέψει και να περιθάλψει χιλιάδες άτομα. Σημειώνει στο ημερολόγιό της 20 Δεκεμβρίου 1941:
«Ηρθαν να με δούν η Λένα Ζάννα και η Άλεξ Μυλωνά. Έχουνε μια καλή ιδέα. Να κάνωμε μια κίνηση μέσα στα πλαίσια της Αρχιεπισκοπής και να ζητούμε από κάθε ελληνικό σπίτι να δίνη ένα πιάτο φαγητό στο ίδιο πάντα παιδάκι που θα του χτυπά κάθε μεσημέρι την πόρτα. Αμέσως χωρίς αργοπορία καταστρώσαμε το σχέδιο και ζητήσαμε να δούμε τον Αρχιεπίσκοπο». Σ.32, και από τις σημειώσεις στο υποσέλιδο: «Την κίνηση αυτή την ονομάσαμε «Ζωή στο παιδί». Η Κεντρική Επιτροπή απαρτίζονταν από τις Κυρίες: Ρίτα Λιάμπεη, Γραμματέα, τις κυρίες Ειρήνη Τσιμπούκη, Άλεξ Μυλωνά, Έρση Χρυσικοπούλου και τις τότε Δίδες Λένα Ζάννα, Μιράντα Οικονόμου, Πανδώρα Παπαδάτου, Μαρίκα Σαράντη συμβούλους και πρόεδρο την Ιωάννα Τσάτσου».
Δυναμικές ελληνίδες, τροφοί και νοσοκόμες μαζί, ακούραστες συμπαραστάτες και συμπαραστάτριες στον εθνικό σκοπό για την κοινή ελευθερία του έθνους. Όπως από την άλλη, ήσαν οι υπερήφανες και δυναμικές γυναίκες, τα μικρά κορίτσια που ακολούθησαν τους άντρες Εαμίτες πολεμιστές και βγήκαν και εκείνες στα βουνά για να πολεμήσουν τους κατακτητές σιμά στους συντρόφους τους. Άντρες και γυναίκες του ΕΑΜ που έδωσαν την ζωή τους και θυσιάστηκαν για τα ιδανικά της ελευθερίας. Κοινός ο αγώνας υπέρ βωμών και εστιών των Ελλήνων και Ελληνίδων.
Η Ιωάννα Τσάτσου, με σπουδές στην δικηγορία δραστηριοποιούνταν στον χώρο της ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση), βλέπε σ. 50, και σημείωση της 10 Σεπτέμβρη 1942:
«Χτές ο Γιώργος Καρτάλης έφερε στο σπίτι τον Απόστολο Καψαλόπουλο, παλιό, γενναίο αξιωματικό και πολύ έξυπνον άνθρωπο. Είχαν μακριά συνομιλία με τον Κωστάκη, για την σύσταση της ΕΚΚΑ. Ο Κωστάκης υποσχέθηκε με κάθε τρόπο να τους βοηθή». Και: «Η ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση) θα έχει διπλό σκοπό, την εθνική απελευθέρωση με τον Συνταγματάρχη Ψαρρό για στρατιωτικό Αρχηγό και αργότερα την κοινωνική απελευθέρωση, δηλαδή μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη. Η κεντρική Επιτροπή της ΕΚΚΑ είχε μέλη, εκτός από τον Συνταγματάρχη Ψαρρό, το Γιώργο Καρτάλη, τον Απόστολο Καψαλόπουλο, τον Μίμη Κατάβολο, τον Δημήτρη Μανωλέσο, τους τότε συνταγματάρχας Καραχρήστο και Γεωργαντά κι άλλους. Βέβαια αυτή τη στιγμή, ένα είναι καίριο θέμα. Η οργάνωση του συντάγματος Ψαρρού και ο ανεφοδιασμός του από τους άγγλους. Ο Ψαρρός βρίσκεται τώρα στη Ρούμελη. Προσπαθεί να οργανώση εκεί με φίλους αξιωματικούς το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Από την αρχή της κατοχής είχε προσπαθήσει να βγάλη στο βουνό αντάρτικες ομάδες. Στους πρώτους μήνες έκανε τις δοκιμές του στη Μακεδονία. Τότε εξέδωσε και την επαναστατική εφημερίδα του «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
     Οι πληροφορίες που μας παρέχει στις ημερολογιακές της σημειώσεις η ποιήτρια Ιωάννα Τσάτσου, δεν προέρχονται μόνο από την προσωπική της συμβολή και δράση αλλά και από άλλες ιστορικές πηγές όπως δείχνει η σημείωση της σελίδας 51. Η Τσάτσου, δεν κομπορρημονεί καθώς κρατά τις «συνοπτικές» κάπως ημερολογιακές αυτές σημειώσεις, δεν κομπάζει για την βοήθεια που προσφέρει, δεν αγανακτεί για τα δικά της βάσανα, αντίθετα, αν παρατηρήσουμε προσεχτικά τις χρονολογικές αυτές καταγραφές θα διαπιστώσουμε ότι η Ιωάννα Τσάτσου, δεν παραλείπει σχεδόν πάντα μαζί με τις δικές της προσπάθειες να αναφέρει και τις άοκνες προσπάθειες και των άλλων γυναικών ή των ανώνυμων ελληνίδων, γειτόνων της στη περιοχή που έμενε και την δική τους συμβολή στον Αγώνα. Δεν διαχωρίζει την θέση της από την αγωνία και την προσφορά και των άλλων ελληνίδων. Γνωρίζοντας ότι, όλοι βρίσκονται στην ίδια μοίρα εκείνες τις κρίσιμες για την πατρίδα στιγμές. Γιαυτό και έθεσε τις υπηρεσίες της κάτω από την ομπρέλα της αρχιεπισκοπής και του Δαμασκηνού, για σωστότερο και μεγαλύτερο συντονισμό και κύρος. Στην καταγραφή της 15 Σεπτέμβρη 1942 και αναφερόμενη στην ερχομό του ταγματάρχη του πεζικού Γιάννη Τσιγάντε ως απεσταλμένου από τη Μέση Ανατολή για να συντονίσει τον Απελευθερωτικό Αγώνα αναφέρει:
«Τηλεφώνησε ο Αρχιεπίσκοπος πως έφθασε στην Ελλάδα ο Γιάννης Τσιγάντες, με μεγάλα σχέδια, πολλά μέσα και πολλά χρήματα. Πρώτος σκοπός του Τσιγάντε είναι ο συντονισμός της αντίστασης και η αποτελεσματική συμπαράστασή της από μέρους της ελεύθερης Κυβέρνησης. Το γεγονός είναι αξιόλογο. Νοιώθουμε πως η επίσημη ελεύθερη Ελλάδα μας στεγάζει. Δεν θα είμαστε πιά σκόρπιοι αντιμαχόμενοι, ανοργάνωτοι».
     Οι γραμμές αυτές όπως και άλλες που σημείωνε η Τσάτσου στο ημερολόγιό της, μας δείχνουν όχι μόνο τις στενές επαφές που διατηρούσε η οικογένεια Τσάτσου με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση (κάτι που επιβεβαιώνει και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο δικό του Ημερολόγιο, αλλά και άλλοι ιστορικοί της περιόδου εκείνης) αλλά και την επιθυμία της να ενταχθούν όλες αυτές οι διάσπαρτες αντιστασιακές οργανώσεις και ομάδες αλληλοβοήθειας κάτω από μια κεντρική διοίκηση και ομπρέλα προστασίας ώστε να πάψουν να είναι σκόρπιες και πολλές φορές αντιμαχόμενες μεταξύ τους και να αποκτήσουν κύρος και μεγαλύτερη επιρροή στις συνειδήσεις του κόσμου. Να τονώσουν ακόμα περισσότερο τις ελπίδες απελευθέρωσής του.
     Η ποιήτρια Ιωάννα Τσάτσου, η «διανοούμενη» και συγγραφέας διαμερισματοποιεί τις ημερολογιακές αυτές σημειώσεις της κατά χρονιά. Δηλαδή τα χρόνια 1941, 1942,1943,1944. Και δεν αναφέρω τυχαία την λέξη «ποιήτρια» και «διανοούμενη» για εκείνη την εποχή γιατί βλέπουμε ότι κάθε φορά που ανοίγει μια καινούργια χρονιά και καταγράφει τις σημειώσεις της προτάσσει ένα μότο από διάφορα κείμενα. Σαν αρχή του βιβλίου έχει την ρήση του αρχαίου ποιητή Μένανδρου: «Άγει δε προς φώς την αλήθειαν χρόνος». Πριν το 1941 τον Ψαλμό «Εν θλίψει επλάτυνάς μοι, Κύριε»4,2. Το 1942 έχει έναν στίχο από έναν σκοτωμένο από τους κατακτητές έλληνα ποιητή το Μιχάλη Ακύλα: «Εδώ η ζωή μένει σταματημένη/ στο αβέβαιο ημίφως/μακρινής ελπίδας». Το 1943 παραθέτει δύο στροφές από το έργο του Ανδρέα Κάλβου «Εις τον Ιερόν Λόχον»: «Σας άρπαξεν η τύχη/την νικητήριον δάφνην/και από μυρτιάν σας έπλεξε/και πένθιμον κυπάρισσον/στέφανον άλλον…. «Άλλ’ ότε πλησιάζει/την γην οπού σας έχει,/ θέλει αλλάξει τον δρόμον του/ο Χρόνος, το θαυμάσιον/χώμα σεβάζων.». Και το 1944 πάλι με τον Ψαλμό 4,7 «Εσημειώθη εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου».
Γιαυτό ανέφερα παραπάνω για την ποιητική της φλέβα και την «διανοούμενη» ματιά της που βλέπει όχι αφ υψηλού αλλά από τα κάτω τα πράγματα και τα αντιμετωπίζει. Την ίδια στιγμή που σημειώνει στις 27 Δεκεμβρίου 1943
«Όλες αυτές τις μέρες δεν είμαι καλά», σ.138.
Η ποιητική της φλέβα φαίνεται μεταξύ άλλων και από δύο ποιήματα που μας αντιγράφει κατά την διάρκεια των σημειώσεών της. 23 Φλεβάρη 1942
Χτές κατά το σούρουπο χτύπησε το κουδούνι. Ήταν μια άγνωστη γυναίκα. Καλοντυμένη και όμορφη. Μου συστήθηκε. Το όνομά της Δέσπω. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το επώνυμό της. Μόλις αρχίσαμε να μιλάμε, κατάλαβα πως ήταν μια μορφωμένη, και βαθειά πονεμένη γυναίκα. Είχε τελειώσει την φιλολογία και είχε διορισθή κάπου στην Βόρεια Ελλάδα. Ύστερα παντρεύτηκε και παραιτήθηκε. Ο άντρας της σκοτώθηκε στον πόλεμο. Κανονίσαμε πρώτα κάποιο ζήτημα ιατρικής περίθαλψης του παιδιού της, και ύστερα την κράτησα και μιλήσαμε αρκετή ώρα. Τι είπαμε, δεν θα χρειασθή να το πώ, γιατί αφού τη συνόδευσα στην πόρτα και γύρισα στο σαλόνι, βρήκα στη πολυθρόνα της απάνω ένα ανοιγμένο χαρτί. Αυτό:
Στο Θάνατό μου
Έλα ‘ εμένα είμαι ώμορφη
με την ψυχή γεμάτη νόστο
από σκληρή ερωτική θητεία,
με τις αισθήσεις ανοιχτές, όπως
της φλογισμένης γης.
--
Έλα σ’ εμένα, είμαι μόνη.
στην ανηφοριά του μυστηρίου
προσπέρασα τον ανώριμο άνδρα΄
και η μοναξιά μου είναι πιο
βαρειά κι’ απ΄ τη ζωή…
--
Έλα, Εσύ, άξιος και δυνατός κι’ ωραίος,
ανοίγοντας τη βαρειά Πύλη της Αποκάλυψης
προς τον τέλειον Έρωτα,
--
Γυναίκα δεμένη στο σταυρό μου
απλώνω τα χέρια προς Εσένα,
σοφά, σίγουρα από αγάπη και αίσθηση,
και χάνομαι σ’ εσένα,
και είσαι ο Θάνατός μου, μά και όλη η Ζωή.
--
Αυτή είναι η ώρα
και είναι δική Σου, Θεέ μου,
όλα τα λόγια σβύνουν.
Ακούω την βουή της αλήθειας
να ξεκινάει από τα έγκατα της γής.
     Σε λίγα λόγια βρήκα εκεί συμπυκνωμένα όλα όσα αυτή μου έλεγε. Εγώ τι άλλο να πω;
Είτε είναι δικό της το ερωτικής αυτής ατμόσφαιρας ποίημα, μια ποιητική σύνθεση που έχει έντονο τον θρησκευτικό μυστικό συμβολισμό, είτε το σκηνοθέτησε η Ιωάννα Τσάτσου και μας το παραθέτει μέσα σε αυτόν τον τετράχρονο κουρνιαχτό των δύσκολων ιστορικά και προσωπικά γεγονότων δεν νομίζω ότι είναι η τυχαία η αντιγραφή του. Έστω και μεταγενέστερα-κατά την έκδοση του βιβλίου-να προστέθηκε, μάλλον δεν είναι τυχαία αυτή η ποιητική κίνηση. Ας μην μας διαφεύγει ότι η Τσάτσου κυκλοφόρησε το βιβλίο το 1965, ενώ είχε ήδη επιμεληθεί μια άλλη έκδοση βιβλίου το «ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΝΤΕΣ ΕΠΙ ΚΑΤΟΧΗΣ» πρώτη έκδοση 1947, δεύτερη έκδοση το 1976 από τις εκδόσεις ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ του ποιητή και μεταφραστή Κώστα Τσιρόπουλου. Η συγγραφέας επίσης πρωτοστάτησε σο να πάρουν σύνταξη οι συγγενείς των εκτελεσθέντων καθώς και στα δικαιώματα των γυναικών στα κατοπινά μετά την απελευθέρωση χρόνια.
Το δεύτερο ποίημα που παραθέτει είναι αυτό του Μιχάλη Ακύλα στην ημερολογιακή σημείωση της 6 Ιουνίου 1942. Αν και στις σημειώσεις της την προηγούμενη ημέρα 5 Ιουνίου 1942 γράφει:
«Τούτο το σημερινό είναι αφόρητο. Τέλειωσαν οι προπολεμικές ώρες πνευματικής χαράς. Δε θα τις ξαναβρούμε ποτέ πιά όπως ήταν τότε. Ένα βόλι έκοψε την ζωή του Μιχάλη Ακύλα. Δεν καταλαβαίνουν αυτοί οι ούνοι ποιους έχουν μπροστά τους και σκοτώνουν. Σκοτώνουν το πνεύμα, σκοτώνουν αυτή τη σπίθα ευαισθησίας πούναι χίλιες ζωές μαζί.
     Και τώρα γύρω μας ο «Ιούδας» του, οι «Σωκρατικοί του διάλογοι», απογυμνωμένοι μοιρολογάνε.
     Στο σαλόνι μας, στην ίδια πάντα θέση, είναι η πολυθρόνα οπού καθότανε, διαλεκτικός, απλός, αληθινός.».
Και 6/9/1942
«Όλες αυτές οι μέρες, γεμάτες ανοιξιάτικες μυρωδιές και βαρειά θλίψη, σαν ατέλειωτη μεγάλη Παρασκευή. Μέσα από την φυλακή ο Μιχάλης Ακύλας μας αποχαιρετά με μερικές στροφές. Όποιος ζή την εποχή μας είναι αδύνατο να τις διαβάση χωρίς να δακρύση.
Εδώ η ζωή μένει σταματημένη
στο αβέβαιο ημίφως
μακρυνής ελπίδας.
--
Έμειναν έξω από τη θύρα
΄όλα όσα αγαπούμε΄
τ’ αφήσαμε εκεί
περνώντας το κατώφλι
--
Εκεί, στο κάθε δέντρο
του κήπου που ημερώνει
τη θλιβερή όψη του κτιρίου,
στους κλώνους κρεμασμένα
κι’ ο πόθος μας, η αγάπη,
κι’ ό,τι άλλο είναι δικό μας.
--
Ακόμη έχουμε αφήσει
Τον ίδιο εαυτό μας. Εκείνον που ήταν τότε.
--
Κι ελπίσαμε στη μέρα
που αν έρθη πάλι, ίσως να βρούμε ό,τι ήταν
πρώτα δικό μας.
την αγάπη, τη μοίρα την καλή,
τη λαγαρή μας σκέψη        
κι’ αυτή τη θεία απλότητα
πού δίνει η αγαθοσύνη.
…………………
     Όπως βλέπουμε η ποιητική της φλέβα δεν σταματά να κτυπά ποτέ, είτε αφορά πρόσωπα αγαπημένα της που χάθηκαν ή το πνευματικό τους έργο. Και δεν μπορεί να μην θυμηθεί κανείς μια άλλη γυναικεία ύπαρξη την συγγραφέα και ποιήτρια Έλλη Παππά την σύντροφο του εκτελεσθέντος Νίκου Μπελογιάννη που στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο «Δουλειά της Φυλακής» εκδόσεις Διάλογος 1979, διαβάζουμε πολλά ποιήματά της. Ο ποιητικός λόγος είναι πάντοτε ανακουφιστικός για τις ανθρώπινες ψυχές σε δύσκολους καιρούς και αντιξοότητες. Η περίπτωση του ποιητή Γιάννη Ρίτσου μας το δηλώνει ξεκάθαρα και αποφασιστικά.
     Το ύφος της Ιωάννας Τσάτσου είναι καθαρό, απλό, έτσι όπως το επιβάλλουν οι ημερολογιακές της σημειώσεις. Χρησιμοποιεί μια δημοτική γλώσσα αναγνώσιμη ακόμα και από τον πλέον αμύητο στα λογοτεχνικά πράγματα. Μέσα στην λαίλαπα των γεγονότων δεν παύει να υπάρχουν και στιγμές χαλάρωσης όπου είτε η ίδια μεταφράζει ποιήματα ξένων δημιουργών είτε διοργανώνει διαλέξεις όπου συγκεντρώνονται 80 άτομα για να τις παρακολουθήσουν και να βοηθήσουν άγγλους κυνηγημένους από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής. Δες παραδείγματος χάρη του κυνηγημένου γάλλου συγγραφέα Robert Levesque σημείωση της 16 Οχτώβρη 1941 αρχές ακόμα, για το έργο του Adre Gide, ο «Άσωτος Υιός».
Και μια ακόμα εικόνα της ποιητικής της φλέβας. 17 Δεκέμβρη 1943:
«Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας η μία μετά την άλλη άρχισαν να μπαίνουν στο γραφείο μας σ’ ατέλειωτη σειρά γυναίκες μαυροφορεμένες. Τα πρόσωπά τους ήταν μαρμαρωμένα, ακίνητα, με ομαδική ομοιόμορφη έκφραση νέκρας, που δεν ειχα ποτέ μου ξαναδή. Η πρώτη μίλησε με κόπο.
-«Ερχόμαστε από τα Καλάβρυτα. Δεν είμαστε όλες. Οι  περισσότερες έμειναν εκεί».
     Όταν ακούσαμε, Καλάβρυτα, ανατριχιάσαμε. Τώρα είναι τέσσερεις μέρες που ο αέρας είναι γεμάτος από φήμες φρικιαστικές, όπως το παλιό καιρό γύρω απ’ το Μεσολόγγι. Ζούμε μέσα στον τρόμο για τα μαρτύρια αυτών των ανθρώπων. Όλο και ακούμε: Καίγονται τα Καλάβρυτα΄ σφάζονται τα Καλάβρυτα…».
      Ανώνυμοι Έλληνες και Ελληνίδες περνά από μπροστά μας όπως περνούσαν και επισκέπτονταν το οικογενειακό τους σπίτι. Πάντα ανοιχτό και φιλόξενο. Χωρίς να ζητούνται πολιτικά ή κομματικά ή άλλα διαπιστευτήρια. Όπως αναφέρει τις δύσκολες ώρες αγωνίας που περνά ο αδερφός της ποιητής Γιώργος Σεφέρης βλέπε 23 Νοέμβρη 1943:
«…-«Ο Γιώργος βασανίζεται από νοσταλγία και η έγνοια για τον τόπο δεν τον αφήνει να ησυχάσει» συνέχισε. «όταν καθόμασταν οι δυό μας, οι αγωνίες του έρχονταν και ξανάρχονταν» καθώς μεταφέρει τις ειδήσεις στο Κάϊρο που βρίσκονταν ο Γιώργος Καρτάλης. Καταγράφει και την γνώμη της για την συνεργάτιδά της Μαρία Κούτσικου-Γερακάρη: «Η Μαρία είναι μια μεγάλη βοήθεια. Πολύ σιωπηλή, γενναία, έξυπνη και υπεύθυνη, έχει πάντα την εσωτερική ανάγκη της τέλειας εκτέλεσης του έργου που αναλαμβάνει. Είχαμε προσυνεννοηθή γι αυτή τη διαμονή». Δες σημείωση 22 Αυγούστου 1943. Ή πάλι όταν οι Γερμανοί συλλαμβάνουν και βασανίζουν τον έλληνα αγωνιστή δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπούρα, έμπιστο του Γιάννη Τσιγάντε και συνεργάτη του, δες 2 Ιουνίου 1943, η Τσάτσου γράφει:
«Τον βασάνισαν τον Μπούρα. Του φόρεσαν ένα σιδερένιο στεφάνι στο κεφάλι κα τώσφιγγαν ώσπου να ομολογήση. Εκείνος κράτησε κλειστό το στόμα του, μα έπεσε αναίσθητος». Και αντιγράφει το στίχο από ένα τραγουδάκι που συνέθεσε ο ίδιος μέσα στη φυλακή και το σιγοψιθύριζε μόνος του για παρηγοριά:
«Στου Σαμαρτζή με πιάσανε
ξέρω θα με χαλάσουνε
για τη γλυκειά πατρίδα».
Και για το εβραϊκό πρόβλημα που τόσα πάθη τράβηξαν από τους ναζί αναφέρει στις 20 Απρίλη 1943:
«Μέσα σε απόλυτη μυστικότητα, βαφτίζουμε εβραίους στην Αρχιεπισκοπή. Ο Αρχιεπίσκοπος, με μεγάλο προσωπικό του κίνδυνο, κάνει μια τεράστια προσπάθεια να σώση όσους μπορεί. Συνεννοήθηκε με τον Παναγιώτη Χαλδέζο του Δήμου Αθηναίων . Αυτός έχει ανοίξει ιδιαίτερο δημοτολόγιο και μετά τη βάφτιση, τους δίνει πιστοποιητικά ότι είναι έλληνες Χριστιανοί».
Αξίζει να προσεχτεί και ένα γράμμα από μια ελληνίδα που βοηθιέται αυτή και η οικογένειά της από τις υπηρεσίες που προσφέρουν η Ιώαννα Τσάτσου και οι άλλες γυναίκες για επισιτισμό των ελλήνων στην επαρχία. Δες 24 Μάρτη 1943: «Εμής εμεναμε προπολεμικός στο πηρεά και επρόδωσαν το άνδραμου ότι ετρωφωδωτούσε τους αντάρτε και τον καταδίωκε η γερμανική αρχί….»  Ένα θαυμάσιο γράμμα που δημοσιεύεται στην σελίδα 83 και μοιάζει να χρησιμοποιείται από μια απλή γυναίκα του λαού, την Γιατράκη, χωρίς να το γνωρίζει φωνητική γραφή. Σαν κείμενο του Μακρυγιάννη.
Αλλά και η κηδεία του ποιητή Κωστή Παλαμά, έχει το δικό της λόγο μέσα στις σημειώσεις της Τσάτσου, δες 28 Φλεβάρη του 1943. Όπως και η ανατίναξη της ΕΣΠΟ που θεωρείται «μια λύτρωση για μας,…» δες 6/12/1942. Αλλά και η γέφυρα του Γοργοποτάμου δεν αφήνει αδιάφορη την αντιστασιακή ποιήτρια. Βλέπε 26 Νοέμβρη 1942. Και η σύλληψη από τους Ιταλούς της αγωνίστρια Λέλας Καραγιάννη, δες 30 Σεπτέμβρη 1941. Και ακόμα, στις 8 Δεκέμβρη 1941 σημειώνει: «Οι γερμανοί έκαναν καινούργιο νόμο. «Όποιος κρύβει άγγλους θα τουφεκίζεται».
      Αυτές οι ημερολογιακές σημειώσεις που κρατούσε η Ιωάννα Τσάτσου σε μικρά διαλείμματα καθημερινής της ανάπαυλας, «γράφω για να πολεμήσω τους εφιάλτες που με κυκλώνουν» όπως αναφέρει στην σελίδα 28, δεν προωρίζονταν για δημοσίευση όπως αναφέρει στον μονοσέλιδο πρόλογό της:
«Τούτο το ημερολόγιο, δεν το προώριζα για τη δημοσιότητα. Έγραφα κάθε τόσο έρριχνα τα φύλλα του μέσα σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί, θαμένο σε μια γωνιά του κήπου μας, για να το διαβάσουν κάποτε τα παιδιά μου.
     Πέρασαν περισσότερο από είκοσι χρόνια και βλέπω πως τα γεγονότα που συντάραξαν το Έθνος ολόκληρο, λησμονήθηκαν. Το ψυχικό κλίμα της εποχής εκείνης έχει ολότελα εξαφανιστή.
     Μυριάδες όμως τότε ελληνίδες αισθάνθηκαν όπως εγώ και πράξανε όπως εγώ. Το βίωμα το δικό μου υπήρξε βίωμα σχεδόν καθολικό της ελληνίδας γυναίκας. Πιστεύω πως η διατήρησή του στη μνήμη μας αποτελεί καθήκον»…

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 14 Οκτωβρίου 2018
Μετά τόσες δεκαετίες. Η ιστορική μνήμη οφείλει να είναι ακόμα ζωντανή.
ΥΓ. Διατήρησα την ορθογραφία του Ημερολογίου. Η ονομασία των μηνών (Γενάρης, Δεκέμβρης κλπ) είναι της ίδιας της αγωνίστριας ποιήτριας.      
   
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου