Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

Μάθημα ρυθμών


                    Μάθημα ρυθμών

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, Ίκαρος, Αθήνα 1991, σελ.42, δρχ.2600

Γράφει ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 1991, σ.34

    Τα ΕΛΕΓΕΙΑ της Οξώπετρας, το τελευταίο βιβλίο του Ελύτη, περιέχει 14 ποιήματα, δύο φορές τη μαγεία του «Μονογράμματος», εφτά τύψεις για τον Ουρανό κι εφτά πηγές πρόωρης λύτρωσης. Υπέροχο βιβλίο. Καθόλου άδικο δεν είχαν εκείνοι που ισχυρίστηκαν ότι αυτά εδώ τα ποιήματα είναι απ’ τα καλύτερα που έγραψε ποτέ.
     Πραγματικά, τα «Ελεγεία» συμπυκνώνουν (είναι δύσκολο να χρησιμοποιήσει κανείς άλλη λέξη) όλα τα ρεύματα που διαρρέουν την ποίηση του Ελύτη, όλα τα είδη χαράς κι όλα τα είδη λύπης. Αυτός είναι, οπωσδήποτε, ο συνδυασμός που μετατρέπει τον κήπο σε θάλασσα: η λύπη απ’ το να μην μπορεί κανείς ν’ αντέξει την τόση διάφανη υπόσταση των πραγμάτων και των συναισθημάτων. Απλό νόημα, άλλωστε, παρότι βαθύ, που εδώ εμφανίζεται ξανά σε μια εκδοχή πιο ερμητική και με μια χάρη περισσότερο ακροβατική παρά ποτέ.
     Δημιουργούν πολύ έντονα, αυτά τα κείμενα, την εντύπωση ότι κρέμονται από μια κλωστή, ότι η διάρθρωσή τους είναι τόσο εύθραυστη όσο και η εικόνα του καλειδοσκοπίου που κινδυνεύει από μια ελάχιστη (ελάχιστη: λέξη-κλειδί για την κατανόηση του Ελύτη) κίνηση των δαχτύλων: όλα αποτελούν ένα μεταίχμιο: η ζωή και ο θάνατος, το λευκό και το μαύρο, η μέρα και η νύχτα, η παιδική ηλικία και η φθορά, το κάθε τι τελοσπάντων και το αντίθετό του, όλα μάχονται σ’ αυτό το μεταίχμιο, σ’ έναν γεμάτο ακριτομυθίες λυρισμό που έχει τη μορφή της κόψης του ξυραφιού.
     Τα «Ελεγεία», αν θέλουμε να πούμε με όρους περισσότερο «ιστορικούς» και λογοτεχνικούς, είναι η απόληξη όλων των διαθέσεων που ο Ελύτης μετέτρεψε σε λέξεις: η γοητεία του «Φωτόδεντρου» υπάρχει αυτούσια, καθώς και τα ρυθμικά παιχνίδια που έφτασαν στην τελειότητά τους στα «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Η τάση να διατυπωθεί έμμεσα μια κοσμοθεωρία για τις σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτό που βλέπουμε κι αυτό που υπάρχει, κάνει ν’ αναδυθεί ένας αντίλαλος του «Μικρού Ναυτίλου», και η ευγένεια του στίχου «Τριποδίσματα ωραίων αλόγων θα με βοηθήσουν…» είναι διαρκώς παρούσα στο «Παρασκευή που πάντα βρέχει». Όταν λέω «ευγένεια» εννοώ στο εσωτερικό της συνείδησης του αναγνώστη πιο γρήγορα απ’ το νόημα.
      Ο ελεγειακός χαρακτήρας δε λείπει, φυσικά. Αυτός είχε προαναγγελθεί στη μυστηριώδη αναπαράσταση της δημιουργίας και της πτώσης του κόσμου που εκτυλίσσεται στις «Έξι και μια τύψεις για τον Ουρανό». Κυπαρίσσι απ’ το σόι μου που το κόβουν άντρες βλοσυροί κι αμίλητοι: αυτό είναι το δέντρο που δολοφονεί ο θάνατος, ο εκτυφλωτικός σαν ήλιος, στο «Ύστερο των Σαββάτων». Αυτή η μεταφυσική διάσταση μετατρέπεται σ’ ένα ανησυχητικό όνειρο, που το βρίσκουμε αυτούσιο στη «Χαμένη Κομμαγηνή» και που οι ρίζες του βρίσκονται στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη». Το ποίημα «Περασμένα μεσάνυχτα» δονείται ανεπαίσθητα από κείνη την παρωδία διδακτικής διάθεσης που κάνει τη Μαρία Νεφέλη ν’ αναστατώνεται μπροστά στις έμμονες ιδέες του Αντιφωνητή κ.λπ., κ.λπ.
      Δικαιούται να πει κανείς ότι τα «Ελεγεία» είναι ένα ενιαίο ποίημα με 14 μέρη, του οποίου το κείμενο ιριδίζει αλλάζοντας χρώματα όπως η θάλασσα ή το πετράδι που περιστρέφεται στο φως: όλα τα κρυφά μηνύματα του Έξω κόσμου προς τον Εσωτερικό, που κατέγραψε κατά καιρούς ο Ελύτης στα έργα του, βρίσκονται εδώ, στην ταλάντωση μιας και μοναδικής χορδής:
Χλώρης της ουρανίας Μέδουσα και Γη
Σαν άτρακτος από άνθη μες στα κύματα
Των μουσικών φωνών η αγάπη τρέμει
Το ένα ή δύο που χάνονται κι άπρακτος μένει ο αγέρας
Πριν σε κάμινο ύσγινη ακουσθεί
Σάββατο Κυριακή Δευτέρα
Τρίτη
Πλην οι χρησμοί. Τετάρτη Πέμπτη, δρουν με ασήμι της Μαρίας και όστρακα
Τις νύχτες που έχουν το ελεύθερο οι αισθήσεις (…)
      Τέτοιοι ρυθμοί, σχεδόν ιερατικοί, που στρέφουν τον ήχο του ποιήματος προς το ύφος κάποιας μαγικής επίκλησης, αποτελούν, ακόμη και σήμερα, μοναδική περίπτωση μελωδίας και αντίστιξης στη νεοελληνική λογοτεχνία. Είναι χρήσιμο να ψάξει κανείς για το μυστικό της τεχνικής τους τελειότητας, η οποία, πιστεύω, δεν οφείλεται μόνο στους απόηχους του μέτρου, ούτε σ’ αυτό που ο Σεφέρης περιέγραφε σαν εσωτερικό ρυθμό ή ρυθμό της εσωτερικής ακοής, αλλά στις παύσεις και στα κενά, στον κραδασμό που γίνεται αισθητός όταν ένα νόημα διασπάται απ’ το πέρασμα του βλέμματος στον επόμενο στίχο. Είναι ακριβώς σ’ αυτό το αόρατο σημείο που η έμφαση βρίσκει το στόχο της. Διακόπτεται απότομα το κυμάτισμα στο σκαλοπάτι της τελευταίας λέξης, από έναν απειροελάχιστης διαρκείας ίλιγγο, ένα κράτημα της αναπνοής που το καθιστά ισχυρότερο και συνεχίζεται απ’ την αρχή του επόμενου στίχου μ’ ένα κεφαλαίο γράμμα συμπαγές σαν δέντρο:
Άοσμος κι όμως πιάνεται
Όπως το άνθος από τα ρουθούνια
Ο θάνατος. Μεσολαβούνε κτίρια σιωπηλά (…)
      Δουλειά του Ελύτη είναι να επαναλαμβάνει ότι όσο περισσότερο μοιάζει το όνειρο με μια περαστική σκιά, τόσο περισσότερο είναι αληθινό: στα «Ελεγεία», όσο ποτέ άλλοτε, αυτή η σκιά είναι ο ίδιος ο ρυθμός.
Εδώ βαρειά μουσική ας ακούγεται. Κι ανάλαφρα τα όρη ας
Μετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
καταρκυθμεύω
Εμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
Με παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα.
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Ερμήδες
Τέλος μια θάλασσα μουγκή σαν την Ασία
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα της Κίρκης
Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε «ουρανός» δεν είναι
«αγάπη» δεν
«αιώνιο» δεν. Δεν
Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του σκοτωμού
Καλλιεργούνται οι ντάλιες. Κι ο βραδύς κυνηγός μ’ αιθερίου θηράματα
Επιστρέφει κόσμου (…)
     Γιατί μιλάμε, σήμερα, για ρυθμούς κι όχι για νοήματα; Διότι όλοι οι πολύ σημαντικοί ποιητές, πλησιάζοντας το πιο απρόσιτο βάθος των λέξεων, φτάνουν κάποτε σ’ αυτό το σημείο της γαλήνης: οι λέξεις χάνουν κάθε συμβατικό νόημα και γίνονται ένα με τη μουσική τους: ούτε σημαίνουν, ούτε σωπαίνουν, απλώς υπάρχουν, σ’ εκείνη την παράξενη, απλή τελειότητα που μας τη θυμίζει καμιά φορά η φωνή του γλάρου ή ο ψίθυρος του δάσους.
     Ενώ ταυτόχρονα λένε κάτι τόσο σημαντικό όσο ακριβώς κι ο ψίθυρος του δάσους. Αν θέλεις να ζήσεις μάθε να πεθαίνεις μέσα στα πράγματα, αν θέλεις ν’ αγαπήσεις πιάσε αυτό το φονικό όπλο που λέγεται ποίημα.
Ευγένιος Αρανίτσης, εφημερίδα Ελευθεροτυπία Τετάρτη 27/11/1991, σ. 34.
     Θα συμφωνούσαμε πιστεύω, ότι το κείμενο αυτό του συγγραφέα και βιβλιοκριτικού κύριου Αρανίτση, έχει μια αυτοτέλεια που εκπλήσσει, οργανωτική δομή σαν σκαλωσιά οικοδομής, που δεν γίνεται να αφαιρέσεις κανένα μαδέρι γιατί θα γκρεμοτσακιστούν οι λέξεις, οι προτάσεις, τα νοήματά τους. Το βλέμμα του κριτικού δεν εστιάζεται μόνο στα «Ελεγεία» αλλά απλώνεται και σε άλλες συλλογές του ποιητή. Βρίσκει τις συγγενικές αφετηρίες, τις εξελικτικές ποιητικές των στίχων, τις συνέχεις των νοημάτων και σε άλλες ποιητικές καταθέσεις και μονάδες του ποιητή. Μας μιλά και πολύ ορθά για την οργανική συνέχεια της ποιητικής φιλοσοφίας του Οδυσσέα Ελύτη. Γιαυτό το συνεχές κύμα αισθησιασμού που κυματίζει αρμονικά μέσα στους στίχους του, που, δεν προέρχεται από καμιά εγκεφαλική επεξεργασία αλλά, από την παρατήρηση της Φύσης. Το φυσικό τοπίο με ότι αυτό κρύβει μέσα του, με τα αναρίθμητα μυστικά του και τα ακόμα πιο μεγάλα και μακάρια αινίγματά του, «παγιδεύουν» το βλέμμα του ποιητή μέσα στο όνειρο. Σε μια διαρκή ονειροφαντασία όχι εξωπραγματική, όχι νεφελώδους διαθέσεως αλλά μια ονειρική ατμόσφαιρα που αληθεύει των πραγμάτων καθώς τα παρατηρεί, τα νιώθει, τα αισθάνεται, τα οσμίζεται, τα ψαύει, όπως το μικρό παιδί που μπουσουλώντας αρχίζει να αισθάνεται τον κόσμο γύρω του και να αγωνίζεται να γίνει ένα με αυτόν. Να ψελλίζει την πραγματικότητα που είναι ένα θαύμα, ένα όνειρο που το   έλκει και τον προσκαλεί να την γευτεί. Ο Ελύτης μας δίδαξε με την προσωπική μαγεία του λόγου του, ότι μπορούμε να θαυμάζουμε τον κόσμο και τα πράγματα γύρω μας χωρίς να φυλακιζόμαστε στα ονόματα που είμαστε αναγκασμένοι να τους δίνουμε για να τα εντάξουμε στους ερμηνευτικούς κανόνες της λογικής μας. Η θεώρηση του Ελύτη υπερβαίνει και αυτή ακόμα την λογική οργάνωση της ποιητικής του δημιουργίας. Είναι όπως η μυρωδιά του καπνού που βγαίνει από το μαγειρεμένο φαγητό, και σε λιγώνει, σε χορταίνει, σου δίνει την αίσθηση ότι σου αρκεί, ότι ήδη έχεις φάει πριν ακόμα βάλεις μπουκιά στο στόμα σου. Ο λόγος του Ελύτη, υπερβαίνει ακόμα και την μαγεία των ίδιων των προσωπικών του προθέσεων, είναι λόγος αρχαίου μύστη που ρέει μέσα στο χρόνο. Ένα αρχέγονο κάλεσμα σε ένα παιχνίδι των σωματικών αισθήσεων που παίζεται μεταξύ της πραγματικότητας και του ονείρου που είναι μια άλλη ή μάλλον μια συμπληρωματική πραγματικότητα της ήδη υπάρχουσας. Ο Ελύτης όπως και πολύ σωστά επισημαίνει ο Ευγένιος Αρανίτσης, αφουγκράζεται την μουσική μελωδία των λέξεων, τον ρυθμό των λέξεων που προέρχεται από «το πιο απρόσιτο βάθος των λέξεων» των μυστικών ρυθμών των λέξεων που βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο σύμπαν. Ο Θεός σημαίνει με την ρυθμική μελωδία των λέξεων και οι «σαμάνοι» ποιητές όπως ο Ελύτης μας τους γνωστοποιούν, μας τους ξανατραγουδούν μαζί μας, μας τους ψιθυρίζουν στο απέραντο κομβόι των ανθρωπίνων αισθήσεων, που κατά βάθως, παραμένουν ανερμήνευτες. Και ευτυχώς. Τα δάνεια στοιχεία από αρχαίες και βυζαντινές μελωδίες ελλήνων ποιητών στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη είναι πάμπολλα και εξακολουθητικά. Ο Οδυσσέας Ελύτης κατόρθωσε ίσως, ότι δεν «μπόρεσαν» ο ποιητής Κωστής Παλαμάς ή ο παραμυθάς και ποιητής Νίκος Καζαντζάκης, να μας μυήσει μέσα στα διαχρονικά μυστικά της ελληνικής γλώσσας. Υιοθετώντας όχι την θεματική και τα ενδιαφέροντα της ποιητικής γλώσσας για φιλοσοφικές ή κοινωνικές αξίες όπως μάλλον κάνει με το έργο του ο τελευταίος έλληνας Ορφικός, ο Άγγελος Σικελιανός αλλά, να μεταφέρει μέσα στο έργο του τις μυστικές ροές σοφίας και αλήθειας ζωής του Κόσμου ως κόσμημα έτσι όπως τον αισθάνθηκαν και τον ερμήνευσαν οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι και στοχαστές. Μια αλήθεια, που δεν τεμάχιζε το ανθρώπινο Είναι σε Ζωή και σε Θάνατο, αλλά σαν μια οργανική συνέχεια των φυσικών δυνάμεων, που ο αρχαίος άνθρωπος, στις πιο υψηλές του στιγμές, κατόρθωσε να ερμηνεύσει. Τα Ελεγεία, όσο και αν έχουν σχέση με τον θάνατο, όσο και αν συνομιλούν ποικιλοτρόπως μέσα από άλλες όμορες ποιητικές φωνές δημιουργών μαζί του, κατά βάθος μας υμνούν την ζωή. Γιατί, η ύμνηση της ζωής είναι και ύμνηση του θανάτου της. Είναι το διπλό μυστηριακό πρόσωπο του Θεού Ιανού. Η Αλήθεια της μόνο μέσω θανάτου μας δίδεται. Αυτό άλλωστε δεν είναι και το κυρίαρχο και κεντρικό νόημα της χριστιανικής παραμυθίας; Τι είναι η Ανάσταση, παρά ένας νέος Θάνατος.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

ΥΓ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά διαβάζοντας τα «Ελεγεία της Οξώπετρας» του Οδυσσέα Ελύτη πλημμυρίζουν οι σωματικές μου αισθήσεις με τις ονειρικές και μυστηριακές μουσικές συνθέσεις του μουσικού Stefan Micus.
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου