Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Μαρτυρία σιωπής και αγάπης


         Μαρτυρία σιωπής και αγάπης
της PAOLA-MARIA MINUCCI
εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 24 Μαρτίου 1996
η Paola-Maria Minucci, είναι νεοελληνίστρια, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης και μεταφράστρια της ποίησης του Ελύτη

     Δύσκολο να γράψεις όταν η καρδιά απαιτεί σιωπή, γιατί η σιωπή δίνει φωνή στις αναμνήσεις, στις σκέψεις και στις αισθήσεις μας, η σιωπή είναι η μουσική γλώσσα με την οποία μιλούμε στον εαυτό μας και στο μέρος του εαυτού μας που πέθανε μαζί με τον άλλο.
      Κι όμως, δεν μας μένει πάρα μόνο ο λόγος για να καταθέσουμε μαρτυρία αγάπης για εκείνον που μας άφησε και μέσα στη σιωπή, κρυφά, εισήλθε στον θάνατο και στο μυστήριό του, σε έναν θάνατο που έρχεται με το άρωμα της θάλασσας, έναν θάνατο που δεν είναι χώμα, όχι, που δεν είναι ταφή, μα άνεμος, «ο πόντος γλαυκός κι ατελεύτητος», έναν θάνατο που γαληνεύει μόνο μέσα στο φως, και στο φως και στη φύση αναγεννάται σε αυτή την εαρινή ισημερία που, στη ζωή όπως και στην ποίηση, έγινε σκηνικό θανάτου του Οδυσσέα Ελύτη.
     Έτσι η σιωπή μας ξαναβρίσκει, σε μια βαθύτερη συνομιλία, τη φωνή του που αντηχεί-και δεν πρόκειται για ψευδαίσθηση-και εκεί, εκεί όπου δεν φθάνει η φωνή του λόγου.
     Και σε αυτό το κλειστό δωμάτιο, το λευκό από φως, μέσα μου, επανέρχεται ο Ελύτης, ο λόγος του, με τον ρυθμό και την μουσικότητα των στίχων που συνοδεύουν πια τη μισή σχεδόν ζωή μου και γεννιέται ένα δυνατό αίσθημα ευγνωμοσύνης γιατί η ποίησή του με βοήθησε πραγματικά «να είμαι», έδωσε φωνή στην ψυχή μου και στην αγωνία μου να γνωρίσω το πραγματικό μου πρόσωπο, στην ολότητα του εσώτερου εαυτού μου.
      Έχουν περάσει πλέον είκοσι χρόνια από τότε που συνάντησα για πρώτη φορά τον Οδυσσέα Ελύτη, λίγο μετά που γνώρισα και «ξαναγνώρισα» την Ελλάδα, την ίδια Ελλάδα που συνάντησα και αγάπησα μέσα από την ποίησή του. Από εκείνη τη στιγμή, για μένα, ο Ελύτης και η Ελλάδα έγιναν ένα, γιατί η δική μου Ελλάδα, όπως η Ελλάδα που ζει μέσα στους στίχους του, είναι εσωτερικός τόπος-όχι φυσικά τοπίο-ένας τόπος που έχουν ζήσει αρχέτυπα ικανά να ξυπνήσουν αισθήματα βαθιάς και απροσδιόριστης νοσταλγίας, ακριβώς όπως αρχετυπική είναι και η γλώσσα του Ελύτη, μια γλώσσα χωρίς χρόνο, διαχρονική, μια γλώσσα με εσωτερικές αντηχήσεις τόσο δύσκολες να αποκαλυφθούν, που εξακολουθεί να επιβάλει τη δύναμή της ακόμη και στη γλώσσα της μετάφρασης.
     Για μένα, η συνάντηση με τον Ελύτη και την ποίησή του υπήρξε πρώτα μια εμπειρία υπαρξιακή και μετά ποιητική και λογοτεχνική, υπήρξε ευκαιρία για να γνωρίσω τον εαυτό μου, ήταν παρότρυνση για ενδοσκόπηση και για αυτοανάλυση. Και παρ’ ότι μπορεί να φαίνεται παράξενο, μεγάλη βοήθεια σε αυτή την αργή και επώδυνη προσπάθεια για να εμβαθύνω και να γνωρίσω τον εαυτό μου μέσα από το έργο του υπήρξε ακριβώς η ταπεινή εργασία της μετάφρασης, γιατί η μετάφραση προϋποθέτει να ακροάζεται κανένας την ψυχή του άλλου προτού ακόμη αυτή εκφραστεί με λέξεις, να οξύνει, δηλαδή, τις αισθήσεις του και τη διαίσθησή του, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να συλλάβει όλες τις αποχρώσεις των νοημάτων που περικλείονται σε μια λέξη και που ελλοχεύουν στις απόκρυφες και μυστικές παγίδες της ψυχής.
      Στη μεταφραστική μου εργασία καθοριστική υπήρξε η άμεση και γενναιόδωρη συνεργασία με τον ίδιο τον ποιητή που, στην προσπάθειά του να φωτίσει τα κίνητρα και τις προθέσεις μιας έκφρασης, μιας συντακτικής δομής, άνοιγε μια μικρή πόρτα του εσωτερικού του κόσμου, του τόσο συγκρατημένου και επιφυλακτικού. Το να μεταφράσω, σημαίνει για μένα να ανατρέξω στις διαφορετικές δημιουργικές φάσεις του Ελύτη, να τις ξαναζήσω, να τις αντιμετωπίσω εκ νέου και να αφοσιωθώ σε μια εργασία εξίσου δημιουργική, όπου η αναζήτηση της λέξης γίνεται αναζήτηση και ανάλυση ενός τρόπου να ζεις και να αισθάνεσαι.
     Προσπαθώντας να προσδιορίσω το  ύψιστο νόημα της ποίησης που συνεχίζει να με ακολουθεί και στην καθημερινή μου ζωή, πέρα από οποιαδήποτε φιλολογική και κριτική θεώρηση, θα έλεγα ότι είναι, δίχως άλλο, η αγωνία, παρούσα σε όλη την ποίησή του, να φωτίσει το έμφυτο αίνιγμα του ανθρώπου, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα, συνειδητά και ασυνείδητα, λογικά μα και εκφεύγοντα του ελέγχου της λογικής με τη στενή, καρτεσιανή έννοια. Η ποίησή του ανασκάπτει την ανθρώπινη φύση, αποτελεί οδό για να γνωρίσουμε και να συνειδητοποιήσουμε τον εαυτό μας, τις φωτεινές και τις σκοτεινές του περιοχές, μια εκ νέου ανακάλυψη του θρησκευτικού συναισθήματος, μέσα από μια εκκοσμικευμένη, ωστόσο, προσέγγιση της ζωής. Μια ποίηση που ερευνά τα αιώνια ερωτήματα του ανθρώπου: «Γιατί υπάρχω, πού πηγαίνω, ποιος είναι ο σκοπός μου, ποιο το καθήκον μου σε αυτό τον κόσμο, γιατί υπάρχει ο θάνατος, τι είναι  θάνατος, τι είναι η ζωή, ποιο το μυστικό της;»
     Η ποίηση του Ελύτη είναι, από την αρχή ως το τέλος, ποίηση αναζήτησης με όλες τις έννοιες: αναζήτηση υπαρξιακή αλλά και εκφραστική, γιατί ο άνθρωπος ζει και αισθάνεται μέσα από τις λέξεις που προφέρει, και δη όταν κατακτά τη λέξη στην πρωταρχική της αξία. Η λέξη ξανακερδίζει έτσι όλη τη δημιουργική της αξία, χωρίς πλέον τα όρια μεταξύ της φωνητικής και της σημασιολογίας, καθώς η μία υπαγορεύει και δημιουργεί την άλλη. Η εμπειρία του λόγου είναι, για τον ποιητή, εμπειρία δημιουργίας: «Τι να ‘νιωσαν οι άνθρωποι όταν πρωτοείπανε τον ουρανό «ουρανό» και την θάλασσα «θάλασσα»; Να χύθηκε λίγο χρώμα γαλάζιο; Να σηκωθήκανε τα κύματα παφλάζοντας;».
     Ξεκινώντας λοιπόν από τη γλώσσα, φθάνει κανένας να αγγίξει το πραγματικό νόημα της ποίησης του Ελύτη, που είναι ευαίσθητος πάντα στη «μυστική κίνηση των πραγμάτων» στην προσπάθειά του να ανασυνθέσει την ολότητα του ανθρώπου, εκεί που με την παρακμή του πολιτισμού προκλήθηκε μια ρήξη, μια αντίφαση. Η λογική και η διαίσθηση δεν αντιτίθεται πλέον, αλλά διαπλέκονται, ενώνονται στο όνομα μιας ανώτερης λογικής που δεν αναφέρεται στις πέντε αισθήσεις του ανθρώπου, αλλά άπτεται και άλλων δυνατοτήτων του που πολύ συχνά μένουν ανεξερεύνητες. Και στον χώρο τον οποίο ανοίγει αυτή η νέα λογική, όπου μπορεί να προχωρήσει η «ιδιωτική οδός» του καθενός που δεν φοβάται το μυστήριο αλλά δέχεται εκ προοιμίου την ύπαρξή του, χωρίς κανενός είδους προκαταλήψεις και «με τις ασκημένες όπως ένα λαγωνικό αισθήσεις» που εισχωρούν «με μια βαθιά τομή στην πραγματικότητα» στην προσπάθεια να ξαναδώσει στον άνθρωπο την ελευθερία. Επειδή «είναι κρίμα αυτός ο ισόβιος εγκλεισμός στην κιβωτό της Ανάγκης, με καθηλωμένες τις αισθήσεις σε υπηρετικό επίπεδο».
      Αυτή τη βαθιά και μυστική φωνή πρέπει να βρει και να ακολουθήσει ο ποιητής-καθώς αυτή είναι η πραγματική αποστολή του -αυτή τη «μυστική φωνή»-γράφει ο Ελύτης-που περνά «μέσα και πέρα από την έλλογη τάξη, πάνω και ανεξάρτητα από το χρόνο, σε ατελεύτητη διάρκεια». Και στα «Ανοιχτά χαρτιά», εξηγώντας τη γέννηση της ποίησής του, γράφει: «Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει στους δρόμους’ και φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».
      Η πορεία προς τη γνώση σημαίνει, στην πραγματικότητα, συνειδητοποίηση του ποιοι είμαστε και πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας. «Γνωρίζω» σημαίνει γνωρίζω τα στοιχεία που αποτελούν την άμμο, τους βράχους στη θάλασσα που υπήρχαν προτού εμείς τα γνωρίσουμε. Γι’ αυτό ο Γιουνγκ έγραψε ότι, μέσα από τη γνώση, ο άνθρωπος γίνεται αυτό που πάντα ήταν ή, για να το πούμε πιο καθαρά, γίνεται συνειδητά αυτό που ήταν και πριν, αλλά ασυνείδητα ή μόνο δυνητικά. Αυτό ακριβώς γράφει και ο Ελύτης: «Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, αλήθεια, είναι να γίνει κανείς εκείνο που πραγματικά είναι», και σε άλλο σημείο, «Λοιπόν αυτός που γύρευα, είμαι». Στη Γένεση, στον τελευταίο ύμνο, διαβάζουμε: «Και αυτός αλήθεια που ήμουνα. Ο πολλούς αιώνες πριν/ Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά ο άκοπος απ’ τον ουρανό/ Πέρασε μέσα μου/ αυτός που είμαι».
Paola-Maria Minucci, εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 24/3/1996

      ΥΓ. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα Ελεγεία του Οδυσσέα Ελύτη καθώς και ορισμένες από τις κριτικές που δημοσιεύτηκαν για το έργο καθώς ο φλοίσβος της θάλασσας προσπαθεί να καλύψει τον κουρνιαχτό καναλιών και ραδιοφώνων, τις κραυγές για τις φριχτές επιπτώσεις των τριών χρόνων διακυβέρνησης της συγκυβέρνησης και ενός προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας, από τους πλέον πολιτικά αναποτελεσματικούς, τους πλέον επικίνδυνους για τα συμφέροντα της χώρας και ημών και υμών των Ελλήνων. Αν άκουγε ο πρωινός ακροατής σήμερα 5/7/2018 την συνέντευξη του πρώην βουλευτή και υπουργού κύριου Παναγιώτη Λαφαζάνη στον σταθμό «παραπολιτικά» θα νόμιζε ότι μας κυβερνούν ακόμα οι απριλιανοί δικτάτορες. Το ένα πολιτικό πραξικόπημα μετά το άλλο για να διατηρηθούν στην εξουσία και για να κλαίει η Περιστέρα κάθε τέτοια μέρα. Φυσικά, ο κύριος Λαφαζάνης, βάζει στο πολιτικό κάντρο και τις άλλες πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Και δεν έχει άδικο, αν είχανε αντιδράσει τότε, δεν θα είχαμε το τρίτο μνημόνιο, τους φόρους, την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, το κλείσιμο των τραπεζών, το ανεξέλεγκτο πρόβλημα του προσφυγικού για ποια εθνική κυριαρχία μιλάμε όταν πέρασαν μέσα από το ελληνικό έδαφος περίπου 700.000 μετανάστες και πρόσφυγες; Ποια άλλη χώρα επέτρεψε να περάσουν τα σύνορά της τόσος μεγάλος πληθυσμιακά όγκος ανθρώπων και δεν αντέδρασε; Και αυτοί που εγκλωβίστηκαν στην χώρα; Εφόσον είναι τόσο δημοκράτες και φιλάνθρωποι, και εμείς απάνθρωποι και εθνικιστές όπως μας στολίζουν, ας δώσουν την κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων Συριζα-Ανέλ, των βουλευτών τους και τον μισθό του κυρίου προέδρου για να φτιαχτούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους πρόσφυγες. Από τα προσωπικά χρήματά τους. Να διαθέσουν τα εξοχικά τους. Πολιτικοί κυβερνήτες-που ναι, να λύσουν τον γόρδιο δεσμό του σκοπιανού που μας άφησε ο κύριος Αντωνάκης που έριξε την κυβέρνησή που τον ανέδειξε-, αλλά με δημοψήφισμα και ας αποφασίσουμε εμείς οι ίδιοι με όποιο κόστος. Τώρα, να δούμε αν θα μιλάμε για Μακεδονική ιστορία και πολιτισμό με την υπογραφή δυστυχώς Ελλήνων πολιτικών. Έστω και πολιτικών που έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν πολιτικές κολοτούμπες, αλλά εκλέχθηκαν από εμάς. 
 Έλληνες και Ελληνίδες περιφέρονται στην παραλία μιλώντας ακατάπαυστα στα κινητά τηλέφωνά τους, φωνάζοντας και χειρονομώντας λες και ξιφομαχούν με τον Θεό Αίολο και τους αέρηδες. Ούτε που ενδιαφέρονται για το τι μέτρα παίρνουν σε βάρος τους, ούτε τους νοιάζει για το αυριανό μέλλον τους ή της χώρας τους. Η μόνη τους ασχολία και συζήτηση, πόσα ευρώ έχασαν από το επικουρικό και την σύνταξή τους, πόσο μειώθηκε ο μισθός τους, πόσα γκολ έβαλε η τάδε ομάδα ή, ποια ηθοποιός ή τηλεπαρουσιάστρια τα χάλασε με το κανάλι που συνεργάζονταν. Πιστεύετε αλήθεια ότι κάτι θα αλλάξει στην πολιτική σκηνή; Ότι εμείς οι σημερινοί νεοέλληνες έχουμε πολιτική συνείδηση; Μας διακρίνει πνεύμα πολιτικής υπευθυνότητας; Μπορούμε να διακρίνουμε το ουσιώδες της ζωής μας από το μη ουσιώδες; Οι μεν για την πολιτική τους καρέκλα ή άλλοι για να την κατακτήσουν, και από κοντά εμείς, περιφερόμενα όντα χωρίς ελπίδα πλέον από πουθενά. Μόνη παρηγοριά ίσως, η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και τα γλαρόνια που πετούν κοάζοντας ελεύθερα για εμάς αντί για εμάς. Οι συντηρητικοί μας έφεραν τα δύο μνημόνια, το βαθύ πασοκ μετανάστευσε στην κυβερνητική συγκυβέρνηση  για να διατηρηθεί στην εξουσία, και οι γιαλαντζήδες ροζ πολιτικάντηδες, ενδιαφέρονται για τα δικαιώματα όλων των άλλων εκτός ημών των φορολογούμενων κατοίκων. Οι πολιτικοί αυτοί όπως ορθά είπε ο κύριος Λαφαζάνης, έφεραν το τρίτο μνημόνιο, την διατήρηση του ενφια, υποθήκευσαν την περιουσία της χώρας για τα επόμενα 99 χρόνια και τόσα άλλα. Με πολιτικά και προσωπικά ψέματα διατηρούνται στην εξουσία με το έτσι θέλω. Η ιστορία της πολιτικής συνεχίζεται από τα πριν την δικτατορία χρόνια μέχρι των ημερών μας. Πολιτική φαυλοκρατία. Πελατειακό σύστημα. Από το μνημόνιο οι μελλοντικοί  κάτοικοι θα απαλλαγούν, από την παρούσα κομματοκρατία και φαυλοκρατία πότε;

5 Ιουλίου 2018 Αποφράς Ημέρα. Τρία χρόνια μετά.