Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Μνήμη ποιητή Μιχάλη Κατσαρού


Μνήμη Μιχάλη Κατσαρού

     Κάτω από το γενικό τίτλο «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ», ο διά βίου αναρχικός ποιητής Μιχάλης Κατσαρός (Κυπαρισσία 1919-Αθήνα 21/11/1998) δημοσίευε πριν τριάντα περίπου χρόνια στην απογευματινή πολιτική εφημερίδα «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ» διάφορα κείμενα που αφορούσαν είτε την καθημερινή κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, είτε είχαν σχέση με τον χώρο της λογοτεχνίας και των γραμμάτων. Κατόρθωσα ένα μικρό μέρος από αυτά τα κείμενα που έγραφε να τα διαβάσω και να τα καταγράψω εδώ και χρόνια σε κείμενα που δημοσίευσα για τον ποιητή είτε στην πειραϊκή εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» είτε αλλού, αλλά και στο bloc μου. Μάλιστα θυμάμαι, όπως μου έλεγε ο εκδότης της ημερήσιας τοπικής εφημερίδας κύριος Παύλος Πέτσας, σε παλαιότερες εποχές,-πριν ακόμα αρχίσω να συνεργάζομαι μαζί της-όταν η πειραϊκή αυτή-αρκετά προοδευτική και φιλελεύθερη για την εποχή της εφημερίδα, (παρότι υποστήριζε θα σημειώναμε την συντηρητική παράταξη της πόλης, πρόσφερε ελεύθερο βήμα σε κάθε νέα φωνή και σκέψη, σε πειραιώτες και μη δημιουργούς και καλλιτέχνες) διαβάζονταν από μεγάλο κοινό αναγνωστών εντός και εκτός της πόλης του Πειραιά, ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός είχε δημοσιεύσει κείμενά του, καθώς συνήθιζε να επισκέπτεται το πρώτο λιμάνι της χώρας. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με αρκετούς λογοτέχνες του Πειραιά, βλέπε τον μεταφραστή και καθηγητή Ηλία Κυζηράκο και άλλους νεότερούς του ηλικιακά, όπως ο επίσης καθηγητής, ποιητής και μεταφραστής Ανδρέας Αγγελάκης αλλά και ο υποφαινόμενος. Κατέβαινε στο πρώτο λιμάνι και έπινε καφέ, έκανε βόλτες στην παραλία της Ζέας ή επισκέπτονταν φιλικά του σπίτια. Ο Μιχάλης Κατσαρός αγαπούσε όπως μου είχε πει την πόλη μας, την έβρισκε λιγότερο άξενη από την πρωτεύουσα, ποιο ανθρώπινη, ποιο ζεστή. Το θαλάσσιο στοιχείο που κατά κάποιον τρόπο την περικυκλώνει, προσφέροντάς της ταυτόχρονα και τους θαλάσσιους δρόμους επικοινωνίας της προς άλλες περιοχές της χώρας, της δίνει μια άλλη αίγλη. Διευρύνει τα όρια της ανθρωπογεωγραφία της και την ταυτότητά της. Ο Πειραιάς, ανέκαθεν υπήρξε μια άλλη αγάπη για τους ετεροδημότες πνευματικούς δημιουργούς. Αυτό όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας της πόλης μας, ποιοι συγγραφείς και ποιες πνευματικές μορφές, καλλιτέχνες που δεν κατάγονταν από τον Πειραιά, έχουν κατά διαστήματα επισκεφτεί το πρώτο λιμάνι, δειπνίσει στις υπέροχες ταβέρνες του, στο Μικρολίμανο, στο Φάληρο, στην Πειραϊκή, την Φρεαττύδα, έχουν σεργιανήσει στις παραλίες του, έχουν σπουδάσει στα σχολεία του κλπ. Από τα τελευταία, των δικών μου ημερών παραδείγματα, θυμάμαι την γνωστή πεζογράφο Νατάσα Κεσμέτη να μου λέει ότι μαζί με τον σύζυγό της και φίλο τους ποιητή Γιώργο Βέη κατέβαιναν συχνά στην Πειραϊκή και δειπνούσαν. Μάλιστα η βιβλιοκριτικός, θυμόταν, και τις στενές σχέσεις που είχε ο παλαιός συγγραφέας Τζούλιο Καϊμη με την πόλη μας. Αλλά και ο γνωστός ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού «Ευθύνη» έχει κατά καιρούς γευματίσει στην πόλη μας. Πάμπολλοι είναι οι αθηναίοι και μη καλλιτέχνες , άνθρωποι των γραμμάτων, διανοούμενοι ή επιστήμονες που έδωσαν διαλέξεις στο πειραϊκό κοινό τα παλαιότερα χρόνια, εικαστικοί που εξέθεσαν τα έργα τους σε πειραϊκές αίθουσες. Για να μην μιλήσουμε για πρόσωπα από τον χώρο του θεάτρου ή της μουσικής, μεγάλος ο αριθμός των προσώπων. Στους μεγαλύτερους σε ηλικία πειραιώτες, είναι ακόμα νωπές οι μνήμες των συναυλιών του μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη την δεκαετία του 1960 στην πόλη μας. Στις δικές μου γενιές, η γνωστή φωτογραφία του νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη να κρατά από το χέρι το εγγονάκι του ποιητή Νίκου Καββαδία στο Πασαλιμάνι, είναι εντυπωμένη έντονα μέσα μας. Το δε καλοκάγαθο είδωλο του ποιητή της Φρεαττύδας Λάμπρου Πορφύρα σκίαζε φωτεινά πάντα την πόλη και χαροποιούσε τους ξένους επισκέπτες. Οι δε χάλκινες προτομές, του ηθοποιού και σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη, του ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη, της τραγωδού Κατίνας Παξινού και του μουσικού δασκάλου Μενέλαου Παλλάντιου, φυλάττουν τα Μακρά Τείχη του πνευματικού Πειραιά. 
     Σε ένα από αυτά τα κείμενα που έγραψε ο ποιητής του γνωστού μας «ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ» Μιχάλης Κατσαρός,- γνωστός κομμουνάριος επαναστάτης-κείμενα που μας φανερώνουν τα ενδιαφέροντά και τις άλλες πνευματικές του ασχολίες, μας μιλά για τον γάλλο ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ. Ασφαλώς, η ποίηση του έλληνα ποιητή δεν έχει καμία συγγένεια με αυτήν του ατίθασου νέου της γαλλικής ποίησης, ενός ποιητή που άλλαξε τα ποιητικά δεδομένα τόσο στην Γαλλία όσο και διεθνώς. Δεν υπάρχουν σημεία ποιητικής ή νοηματικής σύγκλισης και φιλοσοφίας, του ενός έργου με το άλλο. Αν υπάρχει μια κάποια συγγένεια μεταξύ του έλληνα αναρχικού ποιητή και του νέου φιλόδοξου Γάλλου επαρχιώτη «που κάθισε την ομορφιά στα γόνατά του την βρήκε πικρή και την βλαστήμησε», αυτή βρίσκεται στον αναρχικό χαρακτήρα των δύο ποιητών. Στην ακαπίστρωτη φύση και χαρακτήρα τους. Δύο διαφορετικής ηλικίας και εποχής δημιουργοί που υπήρξαν επαναστάτες ο καθένας με τον τρόπο και το προσωπικό του στιλ και πολιτική ταυτότητα στον ατομικό τους βίο. Αν εξαιρέσουμε την πνευματική τους δημιουργία, οι χαρακτήρες τους έχουν κάτι μάλλον κοινό. Την προτροπή σε κοινωνική και πνευματική αντίσταση στο κατεστημένο και αντιδραστικό περιβάλλον της εποχής τους. Οι πνευματικές αναζητήσεις τους διαφορετικές, αλλά οι δρόμοι τους για μια αλλαγή της κοινωνίας και κατάργηση των φθαρμένων και πεπαλαιωμένων αντιδραστικών πολιτικών δομών της, κοινοί. Ο ένας, ο γάλλος, πολύ νωρίς παράτησε τα μονοπάτια της ποίησης και ακολούθησε αυτά του εμπορίου γινόμενος δουλέμπορος, πεθαίνοντας σε νεαρή ηλικία μην προλαβαίνοντας να δει την αναγνώριση του μικρού αλλά σημαντικού έργου του. Ο άλλος, ο έλληνας, έζησε μια ζωή αντικομφορμιστή, πνευματικού ανατροπέα, ενάντια στην πολιτική, την κοινωνία, τους κρατικούς θεσμούς, την θρησκεία, το πνευματικό κατεστημένο, ενάντια σε κάθε βεβαιότητα του μικρού έλληνα ανθρώπου, και έφυγε υπερήφανος, μοιραίος μέσα στην ονειρώδη μοναξιά του, εξακολουθητικά αντιστασιακός. Αρνητής κάθε πολιτικής και κοινωνικής συμβατικότητας. Ο Αρθούρος άφησε πίσω του ένα έργο που γονιμοποίησε τους μεταγενέστερους ποιητές και συγγραφείς, και μια ατομική μνήμη βίου μάλλον ενός εγωτικού παιδιού που οι ατομικές του φιλοδοξίες ξεπερνούσαν τα όνειρα της ζωής και της δαιμονικής ομορφιάς του. ο Μιχάλης μας άφησε ένα έργο που δεν βρήκε μάλλον συνεχιστές μέσα στην ποίηση, αλλά, την προσωπική μνήμη ενός ατόμου που δεν δείλιασε στην ζωή του και κράτησε ψηλά την σημαία της προσωπικής του ανεξαρτησίας και αναρχικής φύσης. Την διά βίου ωραία και αναρχική τρέλα του.
Ο Ωραίος Arthur Rimbaud (20/10/1854-10/11/1891) που πολλοί διανοούμενοι τον ερωτεύτηκαν κοιτώντας πρώτα τις νεανικές του φωτογραφίες πριν ακόμα διαβάσουν τις κολασμένες ποιητικές του Εποχές πριν ταξιδέψουν με το Καράβι της ποιητικής του φωνής, αισθάνθηκε νωρίς το ατελέσφορο τόσο του έρωτα όσο και της ποίησης και τα σιχτίρισε και τα δυό, αφού όμως πρώτα, τα γεύτηκε και τα δύο. Τα κορόιδεψε και τα δυό. Τα λοιδόρησε με νεανική έπαρση και τα δύο. Αφοσιώθηκε στον σύντομο βίου του και στα δύο. Η φιλική και ερωτική σχέση του με τον ποιητή Πώλ Βερλαίν δεν του έδωσε το αναμενόμενο αποτέλεσμα που εκείνος αναζητούσε. Ή αν θέλετε, χρησιμοποίησε (όπως κάνουν τα νιάτα μέσα στους αιώνες) τον Βερλαίν για την δική του ανάδειξη. Πίστευε ότι ήταν το παιδί θαύμα που κόμιζε κάτι το πολύ καινούργιο στον κόσμο της ποίησης. Και είπε το μεγάλο Καβαφικό Όχι σε αυτήν δίχως να το μετανιώσει. Δίχως να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του, ούτε τον πρώην φίλο και εραστή του ούτε την ποίησή του. Ο καινούργιος Ρεμπώ έγινε ένας πλάνης της ζωής, ένας αλήτης των περιπετειών του κόσμου. Ασχολήθηκε βιοποριστικά με κάτι που βρίσκεται στον αντίποδα της ποίησης (ή μήπως όχι;) το εμπόριο, και μάλιστα, στην πλέον απεχθή μορφή του, το δουλεμπόριο. Το σωματικό του κάλλος ακρωτηριάστηκε από την μοίρα. Η περήφανη ομορφιά του έγινε θρησκόληπτη του βίου περιπέτεια. Ο έμορφος ποιητής έκλεισε τον προσωπικό του βίο όχι σαν άλλος Μύρων αλλά σαν ένας κουτσός Ήφαιστος. Μας έμεινε όμως, ο αρτιμελής ποιητικός του κόσμος που εξακολουθεί να μας μαγεύει και ταξιδεύει. Η ποιητική του φωνή δικαίωσε την ήττα του Σώματός του μέσα στον χρόνο.
Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός περισσότερο ανυπεράσπιστος εσωτερικά, καθόλου εγωτικός, μας άφησε ένα έργο σε πολλά του σημεία μπερδεμένο γλωσσικά, ασαφή νοηματικά, αισθητικά μάλλον χωρίς κανόνες, υφολογικά περίπλοκο, αλλά επαναστατικό, ασυμβίβαστο, ανατρεπτικό, προτρεπτικό σε πολιτική εγρήγορση, σε κοινωνική επαγρύπνηση. Ένα έργο, που ξεπέρασε τα όρια της γενιάς του και άγγιξε τις μετέπειτα από αυτόν συνειδήσεις ελλήνων δημιουργών. Το έργο του Μιχάλη Κατσαρού, διαβάζεται ακόμα κυρίως, για τους αντιστασιακούς πυρήνες που εμπεριέχει στην γενικότερη σύλληψή του, στον πολιτικό και κοινωνικό του οραματισμό. Είναι ένα έργο πολιτικό αλλά και πέρα από την πολιτική. Δεν δεσμεύεται από τους κανόνες της όπως ο ποιητικός πολιτικός λόγος του Μανόλη Αναγνωστάκη. Δεν χρωματίζεται σε σημείο κούρασης όπως πολλές ποιητικές συνθέσεις του Γιάννη Ρίτσου. Πολλές ποιητικές μονάδες του ποιητή Τίτου Πατρίκιου. Ο φωνή του Κατσαρού εμπεριέχει μέσα της το στοιχείο όχι της παρωδίας της αλλά της ανατροπής της, για μια άλλη μελλοντική ανθρώπινη και δικαιότερη κατάσταση. Υπήρξε ένας αυθεντικός εκφραστής των άλλων ονείρων της γενιάς του, που ίσως, «βραχυκυκλώθηκε» μέσα στο χάος της σκέψης του, στην άβυσσο της ατομικής του ευαισθησίας. Ο όμορφος Ρεμπώ σεβάστηκε περισσότερο την γλώσσα και την ποίηση, θέλησε να την υποτάξει και το κατόρθωσε, στο δικό του όραμα για αυτήν. Έδωσε στο έργο του τους προσωπικούς του ρυθμούς ποιητικής λειτουργίας και αίσθησης. Κυριάρχησε πάνω στον ποιητικό του κόσμο δεσμεύοντας τον, το πνεύμα του πνέει μέσα του και δεν ξεχωρίζεις ποια η αλήθεια της ποίησής του και ποια του ίδιου. Και αυτό είναι το μεγαλείο της σύλληψής του. Αντίθετα μάλλον ο πανύψηλος και πάντα φευγάτος έλληνας ποιητής σεβάστηκε περισσότερο την ζωή και τα αδιέξοδά της και αυτήν γύρευε να αλλάξει. Τον έναν τον διέσωσε ο χρόνος της ποίησης που υπερβαίνει αυτόν της ζωής, τον άλλον, (και λόγω γλώσσας) τον περιόρισε η αλλαγή των πολιτικών συνθηκών. Οι νεότεροι ευρωπαίοι διαβάζουν τον Ρεμπώ γιατί ταυτίζονται με πολλές πλευρές της ζωής και του έργου του, οι νεότεροι νεοέλληνες αγνοούν τον Κατσαρό, γιατί δεν νιώθουν το αίσθημα της δίψας. Διαφορετικοί καιροί. Παράλληλες αναγνώσεις, χωρίς να γνωρίζουμε ποιους θα διασώσουν τα υπερσύγχρονα κινητά των ανθρώπων και τα τάμπλετ τους. Η Πραγματικότητα υπερβαίνει και την Ζωή και την Τέχνη. Ο Χρόνος κυλά ασταμάτητα σαρώνοντας τα πάντα και τους πάντες.
Ας απολαύσουμε το κείμενο του γαλλομαθή ποιητή Μιχάλη Κατσαρού έτσι όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» της 21ης Αυγούστου 1988.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ

Γράφει ο Μιχάλης Κατσαρός
Αρθούρος Ρεμπώ και Πάλιν
(Ο τίτλος έχει μια μικρή ορθογραφική αβλεψία, γράφει Παλίν)
     Κάπου διακόσιοι συγγραφείς έχουν εκδόσει βιβλία για τον Αρθούρο Ρεμπώ. Αυτά αναφέρονται σε μια έκδοση της «Τέχνης και Λόγος» του Πατέρν Μπερισόν με τίτλο με τίτλο «Πρωτόγραφα για τον Αρθούρο Ρεμπώ» σε μετάφραση Ρίτας Κολαϊτη. Και αυτά για να τα βρουν όσοι σήμερα ή στο μέλλον ασχοληθούν με τον αγαπημένο ποιητή και εραστή του Βερλαίν νεαρό Αρθούρο.
     Τι όμως να ώθησε τόσους συγγραφείς, μεγάλα ονόματα της τέχνης στην τόση παραγωγή βιβλίου για έναν νεαρό ποιητή που γεννήθηκε το 1854 στις Αρδέννες στο Σαρλβίλ στην οδό Ναπολέοντα που σήμερα ονομάζεται οδός Τιέρ;
     Η ποίηση του ή η ζωή του Ρεμπώ που τέλειωσε το 1891 στα 37 χρόνια του. Πάντως εγώ που κάπως παρακολούθησα τη συγγραφή αποσπασματικά δεν ξέρω άλλον ποιητή στον κόσμο που να ασχολήθηκαν τόσοι λόγιοι και ιστορικοί βιογράφοι του. Η βιογραφία του και η ζωή του έκανε εντύπωση περισσότερο από τον ποιητή που τον εντυπωσίαζε λόγω της μικράς ηλικίας του.
     Ο έρωτάς του με τον Βερλαίν ή ο τραυματισμός του από αυτόν με πιστόλι. Τον λάβωσε τον νεαρό ποιητή ο ένδοξος Βερλαίν. Ποιόν; Τον Αρθούρο Ρεμπώ τον νεαρό που έγραψε από επτά ετών και 15 είχε μεταφράσει ποιητές λατίνους είχε δασκάλους ποίησης Βιγιόν, Ραμπελαί και άλλους όπως γράφει ο Μπερισόν.
     Ο αλήτης Φρανσουά Βιγιόν υβριστής και κρατούμενος βασιλέων (τίνος δεν θυμάμαι) που ο Ρεμπώ έγραφε γι’ αυτόν αποτεινόμενος στον Μεγαλειότατο…
«Από το φυτό του έρωτα εγώ έχω ένα ολόκληρο δέντρο. Τη μια φορά που λέτε ναι η κυρία ή ο πλούσιος ερωτευμένος έχει πάντα πλεονεκτήματα. Αλλά να ‘μαι Μεγαλειότατε ταραγμένος. Και σεις σαν και μένα θα καταντήσετε: Ο δάσκαλός μου Φρανσουά Βιγιόν ο καλός παιχνιδιάρης, ο ευγενικός χλευαστής που έκανε στίχους όλα αυτά ζει τώρα πίσω από τα κάγκελα μονάχα με ένα κομμάτι ψωμί και νερό και κλαίει και οδύρεται στα βάθη του Σατλέ. Θα σε κρεμάσουν του είπαν μπροστά στον συμβολαιογράφο και ο φτωχός τρελούτσικος παγωμένος από τον φόβο του έκανε την επιτάφια επιγραφή του γι’ αυτόν και τους συντρόφους του και οι χαριτωμένοι ευγενείς τους στίχους των οποίων τόσο αγαπάτε περιμένουν να χορέψουν στο Μονφωσόν τσιμπολογώντας ο ένας τον άλλον χειρότεροι και από πουλιά μέσα στην ψιχάλα και τον ήλιο. Ώ! Μεγαλειότατε ο Βιγιόν, δεν βρίσκεται μέσα για κάποια τρελή ηδονή…».
     Γράφει με αυτόν τον τρόπο 16 χρόνων ο Αρθούρος Ρεμπώ και το κείμενο το σώζει ο δάσκαλός του Ιζαμπάρ.
      Διαβάζοντας το κείμενο αυτό θυμήθηκα τι έγραφε ο Φρανσουά Βιγιόν όταν τον είχανε για κρεμάλα: «Τώρα Φρανσουά Βιγιόν θα δει ο λαιμός σου πόσο ζυγιάζει ο κώλος σου». Όλη αυτή η φήμη οπωσδήποτε τον διαφημίζει τότε και μετά πιο πολύ από το «Μεθυσμένο καράβι» το ποίημά του που σαν τίτλος ταβέρνας στην πλάκα από τον συγχωρεμένο διηγηματογράφο Μιχάλη Κάρη (γαμπρό του Νικηφόρου Βρεττάκου) διέδωσε μεταπολεμικά την φήμη του. Η ζωή του Αρθούρου η πολυκύμαντη μέχρι τον ενταφιασμό του δίπλα από την Βιταλί Ρεμπώ του έδωσε την παγκόσμια φήμη του ποιητή. Ακόμα προσπαθούν ερευνητές της εποχής εκείνης να εννοήσουν Βερλαίν, Βιγιόν, Αρθούρο Ρεμπώ για να δουν τι συνέβη ή τι γεννήθηκε στην οδό Ναπολέοντα που τώρα λέγεται οδός Τιέρ.
     Αλλά δεν περίμενα και διακόσιους συγγραφείς να παραθέτει η έκδοση που ερευνούν, τι είναι, τι υπήρξε, πως ζει ο Αρθούρος ή για τον πλέον γαλλικότερον ο Αρτούρ Ρεμπώ.
     Ψάχνουν ίσως από τότε να βρουν τι έγινε στο Παρίσι με τον ποιητή μιας διαφορετικής δραπέτευσης σ’ άλλους ουρανούς ποίησης.
     Ήταν ένα παιδί πέμπτης τάξεως Γυμνασίου που έγραψε μέχρι 37 ετών λίγα ποιήματα. Αλλά το παιδί αυτό είναι επαναστατικό εκατό χρόνια μετά την κήρυξη της Γαλλικής επανάστασης του 1789 και στο σώμα του και στο πνεύμα του Αρθούρου που στην εφηβική μας ζωή αγαπήσαμε και οδηγεί ακόμα στο δρόμο της ποίησης και της δράσης γύρω από το πνεύμα το ύψιστο των πολιτισμών και των ουρανίων κατακτήσεων που τελείωσαν γι’ αυτόν στα 37 χρόνια του. Τι γρήγορα Θεέ μου!
     Αρθούρος Ρεμπώ και πάλιν.
Μιχάλης Κατσαρός εφημερίδα «Απογευματινή» 21 Αυγούστου 1988.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 7 Ιουλίου 2018