Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Κείμενα για τον Τελευταίο Πειρασμό του Νίκου Καζαντζάκη και Μάρτιν Σκορτσέζε


Ανθολόγιο Κειμένων για τον Τελευταίο Πειρασμό

Α) Τελευταίος Πειρασμός: η ανανέωση ενός συμβόλου
Βρασίδας Καραλής, εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ 13/11/1988
      Ο θόρυβος που ξεσήκωσε η ταινία του Σκορτσέζε «Ο Τελευταίος Πειρασμός» έφερε πάλι στην επικαιρότητα το «αφορισμένο» ομώνυμο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη και άναψε πάλι την οργή των παραχριστιανικών οργανώσεων και της επίσημης εκκλησίας: Το σύμβολο θίγεται, η θρησκεία προσβάλλεται! Μήπως, όμως, συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως ο «Πειρασμός» δίνει νέα ζωή στο σύμβολο;
      Το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη ο Τελευταίος Πειρασμός, που τόσους πονοκεφάλους δημιουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις τον τελευταίο καιρό με την πολύκροτη ταινία του Σκορτσέζε, πρέπει να αποσυμβολιστεί για να κατανοήσουμε καθαρά τη λειτουργικότητα και την προοπτική του. Ο Καζαντζάκη επέλεξε ένα χριστιανικό σύμβολο-το πιο υποδηλωτικό ίσως της χριστιανικής μυθολογίας-υποτίθεται για να βρει το επαρκέστερο υπόδειγμα και πρότυπο ανθρώπινης διαβίωσης και ενέργειας. Και για να το πετύχει, προσέδωσε στο πρόσωπο του Ιησού την ανθρώπινη ζέστα και δύναμη, την οποία η θεολογία και η δογματική στάθηκαν ανίκανες να δώσουν και να επιβάλλουν. Πράγματι, μέσα από μια θαυμάσια πλοκή και μια εξαιρετική γλώσσα κατάφερε να ανανεώσει το σύμβολο αυτό, να το ενεργοποιήσει και πάλι βγάζοντάς το από τις εικόνες και τα Ευαγγέλια, όπου μαράζωνε, και να το ξαναστήσει στο ανυπέρβλητο βάθρο του ιδανικού προτύπου, στο ανώτατο πρότυπο του καθημερινού ανθρώπου. Όσο, όμως, καλλιτεχνικότερα δούλεψε και πέτυχε, τόσο λιγότερο κατόρθωσε να δώσει στον ήρωα και στον αναγνώστη του μια κριτική θέση και μια μελλοντική προοπτική. Στο βιβλίο του ο Καζαντζάκης δεν δίνει ένα κριτικό περιεχόμενο στο σύμβολό του. Δεν κρίνει τη λειτουργικότητα και τη δράση του. Απλώς, σαν θρησκευόμενος γέρος, αποδυναμώνει την προγενέστερη σκέψη του, νερώνει το κρασί του και ξαναδίνει στη θεολογική σκέψη και τη θρησκευτική φιλολογία την πληρότητα που χρειάζονται για να ανακτήσουν το χαμένο έδαφός τους και να ξαναγίνουν ρυθμιστές της συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου.
       Κάθε βιβλίο γράφεται μέσα σε μια ορισμένη εποχή. Αυτή η κοινοτοπία, όμως, δεν φαίνεται να επηρεάζει όσο θα έπρεπε την εκτίμησή μας για τα λογοτεχνικά έργα. Κάθε σύμβολο που χρησιμοποιείται, ενέχει μιαν αναφορά σε μια υπαρκτή κατάσταση ή, ακόμα, είναι η συμπύκνωση μιας ορισμένης  κατάστασης, μέσα από το καλλιτεχνικό ύφος. Το ότι ο Καζαντζάκης διάλεξε το σύμβολο του Χριστού εκείνη τη στιγμή, μέσα στις συνθήκες της μεταπολεμικής εποχής και ύστερα από έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, δείχνει πως, μέσο αυτού, θέλησε να εκφράσει μια πραγματικότητα που έβλεπε γύρω του, μια τάση του συστήματος στο οποίο ζούσε. Και πράγματι, αυτό που είδε ήταν η κυρίαρχη ανάγκη να ορθοποδήσει η οικονομία του καπιταλισμού κάτω από την κατευθυντήρια γραμμή της μεγίστης παραγωγικότητας. Ο Χριστός που σταυρώνεται και υποφέρει, είναι ο ίδιος ο μεταπολεμικός άνθρωπος, που έπρεπε να θυσιάσει τις επιθυμίες του υπακούοντας στις εντολές του Μεγάλου Πατέρα. Η θεϊκή αποστολή που του ανατέθηκε είναι να αρνηθεί την ατομικότητά του, να συντρίψει την αυτονομία του και να αφοσιωθεί στο όραμα της λύτρωσης της ανθρωπότητας από τα δεσμά των προσωπικών αναζητήσεων και επιθυμιών. Έτσι, προβάλλοντας αυτό το σύμβολο, ο Καζαντζάκης παραγνώρισε ή δεν κατανόησε ότι αυτό που ονομάζει λύτρωση της ανθρωπότητας, ήταν η αύξηση του κέρδους των αστών και, ταυτόχρονα, η συντήρηση των προνομίων των εξουσιαστικών ομάδων κάθε συστήματος. Ο Χριστός του, από ένα σκοτεινό και διφορούμενο πρόσωπο, γίνεται ο συγκεντρωτικός καθρέφτης της αγωνίας και του τρόμου που δημιουργεί στον καθημερινό άνθρωπο η νέα θρησκεία της εποχής μας, η οικονομία.
     Ο Καζαντζάκης, με την καλλιτεχνική αρτιότητα του έργου του, συνέβαλε σε μιαν εκ νέου μυθοποίηση του Χριστού, αδιαφορώντας για την πιθανή χρήση του από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Και όλος ο θόρυβος που ξεσηκώθηκε γύρω από το έργο, δυναμώνει απλώς την πίστη στην ιερότητα του προσώπου ενός μυστηριώδους εβραίου, που για δύο χιλιάδες χρόνια βασάνισε την ανθρωπότητα, μαζί με τον πατέρα του και όλο του το σόϊ. Έτσι, οι τάσεις και τα συμφέροντα που έβρισκαν τη βολική τους έκφραση σε αυτές τις αντιλήψεις ανασταίνονται πάλι μέσα από το νέο περιεχόμενο που δίνει στο σύμβολό τους ο Καζαντζάκης. Και, ταυτόχρονα, ξαναπροτείνουν την εικόνα του ως όριο της ανθρώπινης δυνατότητας, ως πρότυπο θέωση- δηλαδή επαναπροτείνουν την απόλυτη εξάλειψη της ανθρώπινης διαφοράς στο ανανεωμένο σύμβολο, που μέσα από την άρτια καλλιτεχνική του έκφραση, χειροκροτείται απ’ όλους. Για το λόγο αυτό, ο Τελευταίος Πειρασμός σημειώνει την πιο επικίνδυνη αναβίωση της θρησκευτικής παραίσθησης στον αιώνα μας και υποδεικνύει το βαθμό κρατικού ολοκληρωτισμού που δρα ως σήμερα, συγκαλύπτοντας τη βαρβαρότητα του προσώπου του.
     Για τους θρησκευόμενους και τους πιστούς των ολοκληρωτικών συστημάτων, ο Χριστός δίνει το παράδειγμα της θυσίας στον καθένα ξεχωριστά. Καθένας πρέπει, λοιπόν, να σταυρωθεί, να πονέσει, να αποδεχθεί τη φυσικότητα της θυσίας του. Μόνο μέσα στο όνειρο, ο πειρασμός, θα του δείξει αυτά που θα μπορούσε να κάνει. Όχι, όμως, το όνειρο που επεκτείνει την ύπαρξη και πολλαπλασιάζει την πραγματικότητα, αλλά το όνειρο των απωθημένων επιθυμιών, το όνειρό του νευρωτικού. Χωρίς να το καταλάβει, ο Καζαντζάκης αποκάλυψε το βασικό μηχανισμό παραγωγής ετερονομούμενων και αλλοτριωμένων ανθρώπων του πολιτισμού μας. Η ταύτιση, με ένα σύμβολο, η βίωση, όπως τη λένε οι νεορθόδοξοι, αυτός είναι ο δρόμος της λύτρωσης. Να, που το όνειρο της οικονομικής και πολιτικής ηγεσίας του αιώνα μας έγινε πραγματικότητα: Η καταστροφή της ατομικότητας, η εξάλειψη του εγώ. Η προσωπική ζωή των ανθρώπων να διοχετεύεται στα προχαραγμένα κανάλια, στις προκατασκευασμένες διεξόδους. Ο Χριστός μας περιμένει πάλι να πανηγυρίσουμε τον ερχομό του. Το Άγιον Όρος ξανανοίγει τις πύλες του για τα απολωλότα πρόβατα. Από τα εργοστάσια στις εκκλησίες και από τις εκκλησίες στα νεκροταφεία. Η καθημερινή ευτυχία είναι ένα επικίνδυνο όνειρο, μια πλάνη του Εωσφόρου, ο ξεπεσμός της ανθρώπινης ψυχής.
     Να γίνουμε Χριστοί, να θεωθούμε, σημαίνει να σβύσουμε ολοκληρωτικά και αναντίρρητα στις επιταγές των αφεντικών μας, να χαθούμε απόλυτα στην ετερονομία του κοινωνικού μας συστήματος. Αυτό είναι το θριαμβευτικό τετέλεσται του Καζαντζάκη. Η πλήρης υποταγή, ακόμα και του υποσυνείδητου, στη θέσμιση του συστήματος μας. Χωρίς την πλήρη υποταγή του ατόμου κανένα σύστημα δεν μπορούσε και δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, δηλαδή να στερεώσει την εξαθλιωτική του παρέμβαση στις ατομικές συνειδήσεις. Και αυτό, ο Καζαντζάκης το γνώριζε από τη νεότητά του, μόνο που στα γεράματα αποφάσισε με ελαφρότητα να συμβάλει στη σοβαρότερη προσβολή εναντίον της μεγαλύτερης ανακάλυψης του πολιτισμού μας: της αυτόνομης ατομικότητας.
Βρασίδας Καραλής, εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ 13/11/1988
--
Β) Με αφορμή τον «Τελευταίο πειρασμό»
Καζαντζάκης-Σκορτσέζε: παραλληλισμοί
Σταυρούλα Παπασπύρου, εφημερίδα Η Αυγή 21/8/1988
     Ο «Τελευταίος πειρασμός» ήταν για τον Καζαντζάκη και είναι για τον Σκορτσέζε δοκιμασία και πρόκληση. Δοκιμασία προσωπική κι επώδυνη, πρόκληση πολυμέτωπη και ριψοκίνδυνη.
Ο Καζαντζάκης μην μπορώντας ν’ ανταποκριθεί στη ζωή του στον μεσσιανισμό του, προσπάθησε να τον υπερασπιστεί τουλάχιστον μέσα από τα βιβλία του. Τις δικές του αδυναμίες και αμφιβολίες ενσάρκωσε στα πρόσωπα του Μανολιού στο «ο Χριστός ξανασταυρώνεται», του Φραγκίσκου στον «Φτωχούλη του Θεού» και του Ιησού στον «Τελευταίο πειρασμό». Το 1955, όταν δημοσιεύτηκε ο «Τελευταίος πειρασμός», η ορθόδοξη εκκλησία ένοιωσε απειλούμενη γι’ άλλη μια φορά. Η ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού, που υπερσκίαζε την θεϊκή, ανέτρεπε τα θρησκευτικά καθιερωμένα και έσπειρε την ανησυχία στους ηγέτες του εκκλησιαστικού κατεστημένου. Η αιρετική άποψη του Καζαντζάκη που ήθελε τον Χριστό ευάλωτο, βασανιζόμενο για τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, μαχόμενο ανάμεσα στη δύναμη του κορμιού και του πνεύματος, ίσως ταρακουνούσε τους καθησυχασμένους θρησκευόμενους. Πόσο όμως οι τελευταίοι αντιδρούν συνειδητά και κατά πόσο ένας αφορισμός είναι λυτρωτικός;
      Το θεμέλιο μιάς θρησκείας σύμφωνα με όσα μας έχουν διδάξει μέχρι σήμερα, είναι η αυθόρμητη αποδοχή μιας σειράς δοξασιών που δεν έχουν αξία αυτές καθαυτές παρά μόνο στο μέτρο που γίνονται αντιληπτές ως απόλυτες αλήθειες. Ο Καζαντζάκης υπήρξε ίσως αιρετικός γιατί αμφισβήτησε μια τέτοια αλήθεια. Τόσο εύθραυστη είναι όμως η πίστη ορισμένων ώστε να κλονίζεται ή να κινδυνεύει από κάποιο λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό έργο; Ο πειρασμός του Καζαντζάκη να περάσει την ανθρώπινη αδυναμία σ’ ένα πρόσωπο κατά κύριο λόγο θεϊκό, συνάντησε τον πειρασμό κάποιων άλλων να καταφύγουν σε μια πολεμική δίχως μέτρο.
      Η ιστορία επαναλαμβάνεται και για άλλη μια φορά μας διδάσκει ότι ορισμένοι δύσκολα διδάσκονται. Η τελευταία ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, βασισμένη στο έργο του Καζαντζάκη, σημειώνει μεγάλη εισπρακτική επιτυχία αντιμετωπίζοντας συγχρόνως ένα κύμα διαμαρτυριών από χριστιανούς πιστούς. Ο ιταλοαμερικανός Σκορτσέζε, που πριν καταλήξει σκηνοθέτης το 1963 λίγο έλειψε να γίνει παπάς, σχεδίαζε την μεταφορά του «Τελευταίου πειρασμού» στην οθόνη εδώ και δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Μέχρι να καταπιαστεί με τον Ιησού του Καζαντζάκη, έσκυψε με συμπάθεια πάνω απ’ τα λούμπεν αντράκια των «Κακόφημων δρόμων», ακολούθησε το μοναχικό δρομολόγιο ενός «Ταξιτζή», αναρωτήθηκε για τις αντιφάσεις του «Οργισμένου ειδώλου» και σάρκασε μ’ όσα παράδοξα συμβαίνουν συνήθως «Μετά τα μεσάνυχτα». Πριν από πέντε χρόνια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προσωρινά την προσπάθεια της κινηματογραφικής έκδοσης του λογοτεχνικού τολμήματος του Καζαντζάκη. Ένα παρόμοιο εγχείρημα όμως αποτελεί πρόκληση και πειρασμό για τον καθένα. «Ο Τελευταίος πειρασμός του Χριστού» προβάλλεται αυτές τις μέρες στην Αμερική, απασχολεί την Εκκλησία, τον τύπο και τους κινηματογραφόφιλους και αναζωπυρώνει μια πολεμική ηλικίας δεκαετιών.
     Πιστός στο πρωτότυπο, ο Σκορτσέζε επιμένει με την σειρά του στην ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού. Οι σχέσεις του τελευταίου με την ρωμαϊκή εξουσία, με τους Ιουδαίους, με την γυναίκα-ενσαρκωμένη από την Μαρία Μαγδαληνή, δεν αντιπροσωπεύουν παρά τις διάφορες όψεις της ανθρώπινης αδυναμίας. Ο πειρασμός του Χριστού λίγο πριν χαθεί, δεν είναι η ηδονή που προσφέρει η σάρκα αλλά η απαλλαγή από ένα βαρύ καθήκον, για χάρη της ζεστασιάς που προσφέρει η γυναίκα ως σύντροφος, τα παιδιά ως προσωπική συνέχεια, η οικογένεια ως καταφύγιο. Επάνω στο σταυρό ο Χριστός είναι έτοιμος να παραδοθεί σε αυτές τις ζωτικές απολαύσεις παρά να ολοκληρώσει το σωτήριο έργο για το οποίο ήταν προορισμένος.
     Η ιταλική καθολική εκκλησία, δεν πήρε ακόμη επίσημη θέση απέναντι στο έργο Σκορτσέζε. Ο πειρασμός είναι σίγουρα μεγάλος αλλά πριν την προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ της Βενετίας οποιαδήποτε στάση θάταν παρακινδυνευμένη .
      Αναμένουμε την παρουσίαση του έργου και στη χώρα μας ελπίζοντας το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να είναι τουλάχιστον στο ύψος των αντιδράσεων που έχει ήδη προκαλέσει.
Σταυρούλα Παπασπύρου, εφημερίδα Η Αυγή 21/8/1988    
--
Γ) Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
Του Γιάννη Η. Χάρη, περιοδικό Αντί τχ. 385/21-10-1988, σ.34-
     Ως τη στιγμή που θα διαβάζεται το σημείωμα αυτό θα έχουν περάσει αρκετές ημέρες από τα επεισόδια που συνόδευσαν την προβολή της ταινίας του Μάρτιν Σκορσέζε. Ο Τελευταίος πειρασμός. Τα γεγονότα είναι ευρύτατα γνωστά και σχολιασμένα. Τα πρωτοσέλιδα όλων σχεδόν των εφημερίδων και τα πολυσέλιδα ρεπορτάζ έχουν περιγράψει το θέμα εξαντλητικά. Παράλληλα, κύρια άρθρα και πλήθος σχόλια, δηλώσεις επωνύμων, φορέων κτλ, έχουν ασχοληθεί διεξοδικά με το φαινόμενο των φανατικών πιστών που ξεχύθηκαν με  εικονίσματα, σταυρούς, μαχαίρια και σουγιάδες να καταστρέψουν τους κινηματογράφους που προέβαλλαν τη «βλάσφημη» ταινία. Των πιστών που από τη «θρησκεία της αγάπης» απέσταξαν μονάχα μίσος, και από ολόκληρη την πολιτεία του θεμελιωτή της θρησκείας τους συγκράτησαν το φραγγέλιο με το οποίο θέλησε εκείνος να καθαρίσει τον οίκο του’ φραγγέλιο λοιπόν και αυτοί, όχι όμως για να καθαρίσουν τον οίκο τους, παρά για να σώσουν εμάς, όπως δήλωσαν: ύψιστη θυσία, να αμαρτήσουν αυτοί για να γλιτώσουν την ψυχή τη δική μας.
     Δεν μένει όμως τίποτε να προστεθεί σ’ όλα αυτά. Και οι κρίσεις και οι χαρακτηρισμοί περίσσεψαν: «μισαλλοδοξία», «μεσαιωνικός σκοταδισμός», «θρησκευτικός χουλιγκανισμός», «πνευματική τρομοκρατία», «τραμπουκισμοί», «φασιστικές ενέργειες» και άλλα πολλά επιστρατεύτηκαν για να ορίσουν(και ενδεχομένως να περιορίσουν) τα συγκεκριμένο φαινόμενο. Μαζί, οι περιγραφές για κότσους, τσεμπέρια, μαυροφορεμένες γυναικούλες, ανέραστες και ανέραστους καταληπτικούς κτλ και η καταγραφή των χιουμοριστικών συνθημάτων των θεατών («έξι-έξι-έξι, Ιούδα είσαι σέξι;») να συρρικνώνουν και να εξορίζουν στο χώρο του αυτόχρημα γελοίου μια εξέγερση, σε τελική ανάλυση, της χριστιανικής συνείδησης και πίστης.
     Εδώ υπόκεινται ένα σωρό αυτονόητα’ και αντιστοίχως, λησμονούνται άλλα τόσα:
      Ειπώθηκε ότι τα επεισόδια τα προκάλεσαν κατά κύριο λόγο «μέλη παραεκκλησιαστικών οργανώσεων»-και σ’ αυτό το έρμο «παρά» χωρούν όλοι οι κακοί, και μόνον αυτοί. Αγνοούμε άραγε ή παραβλέπουμε το ρόλο και το έργο των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, και προπαντός της «Ζωής» και του «Σωτήρα», την ισχύ και την αποτελεσματικότητά τους στην προσέλκυση του κόσμου στην Εκκλησία, ότι αυτές εντέλει είναι η Εκκλησία, σίγουρα ο κύριος κορμός της-και όχι μόνο αυτές, αλλά ακόμη και εκβλαστήσεις του τύπου «Αγία Αθανασία». Με ποιες αφαιρέσεις λοιπόν μιλούμε για Εκκλησία, ποια Εκκλησία, αν όχι τον κόσμο της Εκκλησίας. Πώς διαχωρίζουμε τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις από την Εκκλησία (ή έστω τις «καλές» από «τις «κακές» οργανώσεις, δηλαδή το «καλό» από το «κακό» ποίμνιο!), θαρρείς και πρόκειται για χώρους στεγανούς, σαφώς διακριτούς, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους ενώ απ’ την άλλη γνωρίζουμε πολύ καλά τη βαθιά, οργανική σχέση ανάμεσα λ.χ. στο κράτος και το παρακράτος, την οικονομία και την παραοικονομία, ή τη δεξιά και την ακροδεξιά, την αριστερά και την άκρα αριστερά κτλ.
     Αξεδιάλυτο το κουβάρι, και ό,τι βγάζουμε από το παράθυρο το μπάζουμε από την πόρτα: να και η Ιερά Σύνοδος, που ενθάρρυνε με τη στάση της τα έκτροπα, να και κάποιοι μητροπολίτες’ αφαιρούμε όμως κι απ’ αυτούς, και μένουμε στον Καντιώτη, τον κακό λοιπόν, που «διορίστηκε επί Χούντας» κτλ., αγνοώντας και πάλι τι εστί Καντιώτης για την Εκκλησία. Οπότε, αφού Καντιώτης απ’ τη μια, διάφοροι άγιοι Πρεβέζης απ’ την άλλη, τραβούμε αποφασιστικά τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην «επίσημη Εκκλησία» (αυτή που το ’21 με τους κοτσαμπάσηδες, το ’67 με τον Παπαδόπουλο και τα λοιπά και τα λοιπά) και στην «Εκκλησία του Χριστού», την «αληθινή διδασκαλία», το «αληθινό νόημα» και άλλα συναφή.
     Άλλωστε, εμείς, αριστεροί είμαστε, και τι μας νοιάζει. Η θρησκεία, το όποιο του λαού. Κι εμείς, από θρησκείες και τέτοια μπερδεμένα δεν ξέρουμε. Βέβαια, αριστεροί είμαστε, δογματικοί δεν είμαστε. Και συνέδρια για τις σχέσεις χριστιανισμού- μαρξισμού οργανώνουμε, και οι φίλοι μας, που τους είπαμε νεορθόδοξους, στην πλαϊνή καρέκλα του Dolce κάθονται, οι- πώς να το κάνουμε-δικοί μας. Πως θα καταδικάζουν οπωσδήποτε τα επεισόδια, εναντίον όλων των φανατισμών (και) αυτοί. Ίσως όχι όλοι-υπήρξαν λ.χ. «οι δηλώσεις γνωστού «νεορθόδοξου» πανεπιστημιακού», όπως διάβασα στην Καθημερινή της 16ης του μηνός. Και του Ψαρουδάκη-μ’ αυτόν πάλι είχαμε μοιραστεί το ίδιο προεκλογικό μπαλκόνι, τα χέρια ενωμένα, ψηλά. Στους «κακούς» τώρα αυτοί. Μαζί με τη δεξιά. Που ίσαμε ερώτηση κατέθεσε στη Βουλή για την πρόκληση του θρησκευτικού συναισθήματος.
     Δυσκόλεψαν ωστόσο τα πράγματα, και πώς να παρακολουθήσουμε τον κυκεώνα αυτόν. Εξού τα άλματα, οι αφαιρέσεις και τα αυτονόητα’ ιδού λοιπόν οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και τα τσεμπέρια.
Ο Μεσαίωνας.
      Αφού λησμονούμε όλα τα παραπάνω, και ακόμη: το σοσιαλιστή πρωθυπουργό γονατιστό στην Παναγία του Σουμελά, τους υψηλόφρονες λόγους περί ορθοδοξίας του χτεσινού υπουργού Παιδείας Αντώνη Τρίτση και του έως την 31 Μαρτίου 1990 προέδρου της Δημοκρατίας Χρίστου Σαρτζετάκη, ή την απόδοση τιμών αρχηγού κράτους σε μια εικόνα («Άξιον Εστί»). Ακόμη, λεπτομέρεια θεωρούμε τη μετάδοση λ.χ. από το δελτίο ειδήσεων του καταλόγου των υπουργών που «θα μεταβούν κατά το Δεκαπενταύγουστο να προσκυνήσουν» ο κ. τάδε στην άλφα εκκλησιά και ο κ. δείνα στη βήτα’ και μας φαίνεται πια αυτονόητο ότι διδάσκεται υποχρεωτικά το μάθημα των θρησκευτικών στο σχολείο, ότι κάθε Κυριακή μεταδίδεται από δύο κρατικούς ραδιοσταθμούς η λειτουργία’ και αγνοούμε ίσως ότι επί ΠΑΣΟΚ διπλασιάστηκαν οι εκπομπές θρησκευτικού περιεχομένου στο ραδιόφωνο (εντελώς πρόσφατα καταργήθηκαν μερικές, στην προσπάθεια να προσαρμοστεί το κρατικό ραδιόφωνο στον άλλου τύπου κορσέ της «ελεύθερης» ραδιοφωνίας), ότι επί «σοσιαλισμού» στάλθηκε στα σχολεία εγκύκλιος για εκκλησιασμό’ και μετρούμε πόσα χτήματα θα πάρουμε από τους καλογέρους και πόσους δικούς μας θα χώσουμε στα εκκλησιαστικά συμβούλια (εισοδισμός;), λησμονώντας τα περί χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους’ αυτονόητο είναι τέλος ότι στο Σύνταγμα κατοχυρώνεται μεν η ανεξιθρησκία, προστατεύεται δε η «εν Ελλάδι κρατούσα θρησκεία», και συνακόλουθα (;) ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει φυλάκιση για τον «δημόσια και καθ’ οιονδήποτε τρόπον καθυβρίζοντα τον Θεόν».
     Μεσαίωνας λοιπόν προχτές, μόλις, εν αιθρία;
      Ενώ τον προηγούμενο μήνα στη Ρόδο οι αδερφοί Κατσιμίχα οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα και τους υποβλήθηκε μήνυση, έπειτα από αυτεπάγγελτη δίωξη, για εξύβριση των θείων, επειδή κατά τη διάρκεια συναυλίας τους κάποιοι τους πετούσαν πέτρες και διάφορα αντικείμενα, κι εκείνοι διέκοψαν τη συναυλία, προφανώς με κάποιες χριστοπαναγίες.
      Αυτονόητα όλα. Όσο ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας μες στο βαθύ σκοτάδι, μόλις μας χτυπήσει στη ράχη η μαγκούρα των πιστών, μόλις η βία γίνει δηλαδή σωματική. Όπως άλλωστε και οι εν λόγω πιστοί, που παίρνουν την μαγκούρα μόλις κινδυνέψει η τσέπη τους (εκκλησιαστική περιουσία) και θίγει η σωματική σχέση τους με το Χριστό τους, όπως αυτοί τον αντιλαμβάνονται. Και βαρούν τότε στα τυφλά, αόμματοι αυτοί, πιστοί πρώτα απ’ όλα στη θρησκεία τους, που παροτρύνει να βγάλουν το μάτι τους αν τυχόν τους σκανδαλίσει. Και, αδελφικά αλληλέγγυοι, ζητούν να βγάλουν και το δικό μας.
Γιάννης Η. Χάρης, περιοδικό Αντί τχ. 385/21-10-1988, σ.34-
--
Δ) Χριστιανικός χομεϊνισμός
Από τον Βασίλη Ραφαηλίδη, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988
      Μήπως μερικοί χριστιανοί είναι μουσουλμάνοι και δεν το ξέρουν; Μήπως κάποιοι απ’ τους οπαδούς της θρησκείας της αγάπης έχουν μπερδέψει την αγάπη με το μίσος; Μήπως το «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» το εννοούν σαν «αγάπα τον ομόφρονά σου και κάψε στην πυρά όλους τους αντιφρονούντες»; Μήπως ο πιστός που υπερασπίζεται την πίστη του με γροθιές, με κλωτσιές, με ρόπαλα και κάπου κάπου με τα όπλα, δεν έχει άλλους πνευματικότερους τρόπους να την υπερασπιστεί; Μήπως οι λιγότερο πνευματικοί άνθρωποι είναι οι θρησκομανείς και θρησκόληπτοι; Μήπως η κατεξοχήν πνευματική θρησκεία, ο χριστιανισμός, έχει εκπέσει σε μια πρωτόγονη ειδωλολατρία; Μήπως ο καλύτερος τρόπος για να παραμείνει κανείς καλός χριστιανός είναι να ξεκόψεις οριστικά απ’ το μαινόμενο πλήθος των χριστιανών βανδάλων που δέρνουν, που καταστρέφουν, που αφαιρούν με τη βία απ’ τον άλλο το δικαίωμα να έχει προσωπική άποψη και για τούτον και για τον άλλον κόσμο;
Μήπως κάποιες θρησκευτικές αιρέσεις είναι μια μορφή διαρκούς δικτατορίας; Μήπως όλα αυτά τα οικτρά ανθρωπάκια, που σείοντας σταυρούς και λάβαρα επιτίθενται κατά των «αντίχριστων», δεν είναι παρά ολικά αποκτηνωμένοι βάρβαροι, ολικά άσχετοι προς την ίδια τους την θρησκεία; Μήπως η πίστη τους δεν είναι παρά μια αυταπάτη, που έχει ανάγκη από περιφρούρηση για να λειτουργήσει ως ψευδής συνείδηση;
Μήπως η πίστη τους δεν είναι παρά ένας φόβος, ένας βαθύς και καταστροφικός φόβος θανάτου;
Μήπως ο Χριστός έκανε λάθος που θυσιάστηκε γι’ αυτά τα ολικά ανίκανα για κάθε μορφή θυσίας κτήνη;
Μήπως θα πρέπει να οργανώσουμε την άμυνά μας, για να προφυλαχτούμε απ’ το μένος αυτών των βανδάλων που παριστάνουν τους χριστιανούς;
Μήπως θα πρέπει να διδάξουμε το χριστιανισμό εμείς οι λιγότερο καλοί χριστιανοί, που ωστόσο τον γνωρίζουμε και τον σεβόμαστε, ακριβώς γιατί τον γνωρίζουμε;
Μήπως πρέπει να δημιουργούμε συνεχώς πειρασμούς για τους χριστιανούς, για να δούμε ποιοι απ’ αυτούς θα τους νικήσουν τελικά και θα παραμείνουν χριστιανοί;
Μήπως ο βαθύτατα θρησκευόμενος Μάρτιν Σκορσέζε, που κάποτε πήγαινε για παππάς και που γνωρίζει το χριστιανισμό όσο λίγοι, γύρισε τον «Τελευταίο πειρασμό» ίσα ίσα για να βάλει σε πειρασμό τους ομόφρονές του, κάνοντας ένα είδος τέστ;
Μήπως λοιπόν έχουμε τώρα την σπάνια ευκαιρία να δούμε ποιοι είναι χριστιανοί και ποιοι νομίζουν πως είναι χριστιανοί, ενώ δεν είναι παρά μουσουλμάνοι μεταμφιεσμένοι σε χριστιανούς, έτοιμοι να κηρύξουν τον ιερό πόλεμο, σαν γνήσιοι οπαδοί του Χομεϊνί; Ο χομεϊνισμός δεν αφορά μόνο τους μουσουλμάνους. Αφορά όλους τους θρησκομανείς όλων των θρησκειών.
Βασίλης Ραφαηλίδης, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988
--
Ε) Και μη εισενέγκης ημάς εις-τελευταίον-πειρασμόν…
Από την ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988
Προσωπικά ο Μάρτιν Σκορσέζε μου αρέσει. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν μου αρέσει….
(ας μου συγχωρήσουν οι κριτικοί κινηματογράφου και βιβλίου τον αφοριστικό τόνο) αλλά, σαν θεατής και σαν αναγνώστης, δικαιούμαι να εκφράσω άποψη).
     Έχω διαβάσει τα περισσότερα κείμενα του Καζαντζάκη. Προσπάθησα, φιλότιμα, να ανακαλύψω τις λογοτεχνικές αρετές που τον κατατάσσουν στους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς αλλά, ομολογώ, δήλωσα αδυναμία.
     Δική μου η αδυναμία, όχι του Καζαντζάκη. Το πιθανότερο είναι ότι εγώ δεν διαθέτω την ικανότητα και την ευαισθησία που πρϋποθέτει η αναγνώριση ενός σπουδαίου έργου.
     Αυτά σαν πρόλογος-πριν τοποθετηθούμε σχετικά με τον «Τελευταίο πειρασμό». Έναν πειρασμό που τροφοδότησε τα πάθη στους δρόμους της Αθήνας κι έγινε αφορμή φανατικών επεισοδίων από εξαγριωμένους παραεκκλησιαστικές οργανώσεις.
     Έχω νιώσει στο πετσί μου τις οργανώσεις αυτές. Πριν δύο χρόνια μία κυρία-μέλος τους μ’ έστειλε στα δικαστήρια γιατί θεώρησε «βλάσφημη» μια σειρά κειμένων  μου βασισμένων στην Παλαιά Διαθήκη.
      Βρέθηκα κατηγορουμένη, σε μια αίθουσα δικαστηρίου, περιστοιχισμένη από μαυροντυμένες Ερινύες που όχι αγάπη και γλυκύτητα δεν ελόχευε στο βλέμμα τους αλλά γυμνό, καθαρό μίσος και μόνον. Διέκοπταν την διαδικασία με φρικτές κατάρες, έβριζαν τους δικαστές και, τελικά, ο ανείπωτος εφιάλτης έφτασε στο αμόκ του όταν το Τριμελές, παμψηφεί, με αθώωσε.
     Αυτές οι κυρίες, προχτές βράδυ, κατέκλυσαν οδούς και λεωφόρους απειλώντας με πύρινες ρομφαίες πιθανούς θεατές και ανύποπτους περαστικούς. Οι αυτόκλητοι «θεοί» ανέλαβαν να προστατέψουν την πόλη από τους «δαίμονες», μέχρι που, «θεοί και δαίμονες» έγιναν ένα, ακολούθησαν επεισόδια, συμπλοκές-ήρθαν ύστερα τα δακρυγόνα να ολοκληρώσουν το ντεκόρ του παραληρήματος και του έξαλλου μαιναδισμού.
     Γιατί, για μαιναδισμό πρόκειται. Για παρεκκλησιαστικό χουλιγκανισμό. Γυναίκες με κουμπωμένους γιακάδες, κότσους και στιφά χείλη-αυτές οι γυναίκες, οι «αδελφές του ελέους», οι «πρέσβειρες της αγάπης» πήραν υπό μάλης κάποιους κυρίους ασορτί και  ξεχύθηκαν πανέτοιμες και πολεμοχαρείς για πάσης φύσεως βιαιότητα.
     Δε ξέρω που είναι και που ζούν τα άτομα αυτά τα τελευταία χρόνια. Πού είναι και που ζουν οι αυτόκλητοι κλειδοκράτορες των χρηστών μας ηθών. Γιατί ποτέ δεν αντιδρούν στους πολέμους, στην αγριότητα; Στα πτώματα που κείτονται, κάθε βράδυ, στις Ειδήσεις των Δελτίων; Στα παιδιά που πεθαίνουν από ασιτία; Στον πολιτικό κυνισμό που-σαν βαμπίρ-τρέφεται από το αίμα αθώων; Στους εμπόρους του λευκού θανάτου, αυτούς τους στυγνότερους μισθοφόρους του εικοστού αιώνα; Που είναι; Γιατί, μέσα σε έναν κόσμο παράνοιας κι οδύνης, παραμένουν σιωπηλοί, αδιάφοροι και απαθείς;
     Όμως όχι! Στον «Τελευταίο Πειρασμό» πυροδοτήθηκαν. Αυτός τους την έδωσε, αυτός τους οδήγησε σε θρησκευτική φρενίτιδα.
     Δεν συμφωνώ, πάντα, σαν πολίτης, με τις δηλώσεις των εκάστοτε κυβερνητικών εκπροσώπων. Αυτή τη φορά όμως, ο Σωτήρης Κωστόπουλος, τοποθετήθηκε ορθά-κοφτά προς πάντα ενδιαφερόμενο: Όχι, δεν θα επιστρέψουμε στα χρόνια του σκοταδιού και στα ψαλίδια της λογοκρισίας. Η ταινία θα παιχτεί. Και σ’ όποιον αρέσει.
     Σε τελευταία ανάλυση, όποιος δεν θέλει να τη δει ας μείνει σπίτι του. Δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά, η Κυβέρνηση, δεν μας υποχρεώνει διά ροπάλου να τη δούμε. Ελεύθερη επιλογή είναι εδώ, όχι η αναγκαστική φορολογική μας δήλωση.
ΥΓ. Πάντως, αν κάποιος μάνατζερ του Χόλιγουντ έχει επινοήσει όλη αυτή την ιστορία,  μπράβο! Εγώ του βγάζω το καπέλο. Καλύτερη promotion ταινίας απ’ αυτή την παγκόσμια «κατακραυγή» δεν θυμάμαι να έχει υπάρξει!
Έλενα Ακρίτα, εφημερίδα Έθνος 15/10/1988  
--

ΣΤ) Η βία του «Πειρασμού»-Φως από το σκοτάδι…
Μιχάλης Γ. Μερακλής, εφημερίδα Έθνος 19/10/1988
     Την περασμένη εβδομάδα βρέθηκα για λίγες μέρες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Περπατώντας σ’ ένα δρόμο του Μονάχου, παρατήρησα στο απέναντι πεζοδρόμιο μια μακριά ουρά. Μακριά ουρά στη Γερμανία; Παραξενεύτηκα. Κοίταξα καλύτερα. Ήταν μπροστά από έναν κινηματογράφο, όπου προβαλλόταν η θρυλική ταινία, ο «Τελευταίος πειρασμός».
     Καρτερικά, δίχως φόβο, περίμεναν οι άνθρωποι στη σειρά, να πλησιάσουν στο ταμείο. Γύρω έβραζε η ζωή στο κεντρικό δρόμο. Ένας άλλος κινηματογράφος, λίγο πιο πέρα, προέβαλε ένα πορνό. Στο ταμείο κανείς. Αυθόρμητα τα δύο ταμεία έγιναν δύο σύμβολα, μου παρασταίνανε μια σύγκρουση, μιάν αντιπαράθεση.
      Είπα μέσα μου συγκινημένος: τίποτα δεν έχει ακόμα χαθεί σ’ αυτό το αδυσώπητο πόλεμο του καιρού μας ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω, ανάμεσα στην εξαχρειωμένη και την εξευγενισμένη ζωή. Κι ένιωσα ένα τρυφερό σκίρτημα μέσα μου για τον τόπο μου, για την Ελλάδα, που δεν έπαψε να βγάζει αγωνιστές του ιδανικού-ένας τέτοιος είναι και ο Καζαντζάκης-, στο πείσμα τόσων ιστορικών αντιξοοτήτων.
      Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έμαθα για τα γεγονότα της Πέμπτης, της 13ης Οκτωβρίου. Για οργανωμένες ομάδες φανατικών θρησκόληπτων, που έτρεχαν αγελαίοι στους κινηματογράφους για να τους κάψουν και να τους καταστρέψουν-και τους έκαιγαν και τους κατέστρεψαν-επειδή προβαλλόταν εκεί η ταινία του Σκορτσέζε και του Καζαντζάκη.
      Πόσοι ήταν αυτοί οι φανατικοί; Περίπου, δύο χιλιάδες. Και βέβαια δύο χιλιάδες δεν είναι τίποτα, δεν είναι παρά μια δυσδιάκριτη κουκίδα στην απεραντοσύνη των εκατομμυρίων της Αθήνας. Μπορεί λοιπόν το πράγμα, πέρα από τις υλικές φθορές και τις ζημιές που προκάλεσε, να μην έχει καμιάν άλλη σημασία. Δεν πρέπει να γίνεται λάθος-που ωστόσο γίνεται συχνά-, μια μειοψηφία να εκλαμβάνεται σαν μια πλειοψηφία.
Ευλογία…
Αν το θέμα αποκτά, ενδεχομένως, ιδιαίτερη σημασία, αυτή θα οφείλεται στο γεγονός, ότι οι τρομοκρατικές, σκοταδιστικές αυτές ομάδες είχαν την ευλογία της Συνόδου, του ανωτάτου οργάνου που διέπει και κατευθύνει την εκκλησία, το χριστιανικό πλήρωμά της. Όμως και εδώ τίθεται ένα ερώτημα, από το οποίο μπορεί και να εκπηγάζει μια αισιοδοξία:
     Πόσο ελέγχει και κατευθύνει η Σύνοδος το εκκλησιαστικό πλήρωμα στο σύνολό του, ή, έστω, στο μεγαλύτερο μέρος του, στην πλειονότητά του, σε ορισμένα θέματα, όπως αυτό της επίμαχης ταινίας;
      Μετά τις πρώτες βαναυσότητες και μεσαιωνικές χυδαιότητες οι άνθρωποι ξεθαρρεύτηκαν, τρέχουν να δουν την ταινία κατά χιλιάδες. Την Πέμπτη οι τρομοκράτες σταυροφόροι έσπαζαν και έκλαιγαν, τη Δευτέρα διαβάζαμε ήδη στις εφημερίδες, ότι τεράστιες ουρές περίμεναν για καθεμιά προβολή στους πέντε κινηματογράφους που παρουσίαζαν τον «Τελευταίο πειρασμό». Στους πιο απομακρυσμένους τα εισιτήρια έφταναν τουλάχιστον τα 1.200 καθημερινά, στους κεντρικούς υπερέβαιναν τα 1.500.
     Μου είναι λοιπόν αδύνατο να διανοηθώ, ότι όλες αυτές οι χιλιάδες των επισκεπτών του «Τελευταίου πειρασμού» είναι αποκλειστικά άθρησκοι, βρίσκονται έξω από την εκκλησία. Απεναντίας θεωρώ πολύ λογικό να δεχτώ, ότι ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς είναι κανονικοί χριστιανοί, οι οποίοι, απλώς, δεν συμμερίζονται τις σκοταδιστικές εξαλλότητες ευάριθμων ιδεοληπτικών ή αμόρφωτων ατόμων και-το πολύ σπουδαιότερο και σημαντικότερο-δεν συμμερίζονται την ενθάρρυνσή τους και την ευλόγησή τους από τη Σύνοδο. Κα είναι αυτό ακριβώς το σημείο που θέλω να τονίσω, ως ένα παρήγορο σημάδι των καιρών, ως ένα βέβαιο τεκμήριο προόδου και ανάπτυξης του λαού μας: η βάση, όπως λέμε, αρνείται να υποταχθεί τυφλά στην ηγεσία της, μολονότι δεν παύει να την αναγνωρίζει. Η βάση έχει ξεπεράσει την ηγεσία της!
Το… θέαμα
     Σ’ αυτή, λοιπόν, την πτυχή του αλλόκοτου σπονδυλωτού-όπως απλώνεται ή πρόκειται να απλωθεί και σε άλλες πόλεις-δρωμένου και θεάματος, που παίζεται στους δρόμους, τις εκκλησιαστικές οργανώσεις και τους ναούς, πρέπει να πέσει άπλετο-και ελπιδοφόρο-φως. Οι μητροπολίτες και οι άλλοι εκκλησιαστικοί ταγοί, από τη  μια μεριά, εκδίδουν εγκυκλίους, βγάζουν κηρύγματα πύρινα στους άμβωνες, απειλούν, προτρέπουν σε βιαιοπραγίες, άβουλα όργανα που εκστασιάζονται γύρω τους. Και, από την άλλη μεριά, το μεγάλο πλήθος των πιστών, που αρνείται να συρθεί ξανά στο Μεσαίωνα, χωρίς να αρνείται τη χριστιανική πίστη του.
     Η εκκλησιαστική ηγεσία κανονικά θα έπρεπε να κάνει ό,τι όφειλε να κάνει και κάθε άλλη ηγεσία, που ενδιαφέρεται να μη βρίσκεται σε διάσταση με τη βάση της. Η εκκλησιαστική ηγεσία θα έπρεπε να συλλάβει το μήνυμα, το οποίο είναι σαφές: ο «ευσεβής λαός» δεν είναι διόλου διατεθειμένος να μεταβληθεί σε μεσαιωνικό όχλο και συρφετό’ η σύγχρονη χριστιανική αντίληψη δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη μεσαιωνική χριστιανική αντίληψη.
     Σ’ αυτούς τους σύγχρονους πιστούς θέλω ν’ αφιερώσω δύο παραθέματα από επιστολές του Καζαντζάκη, να τους τονώσω, αν μπορώ να το πω έτσι, το ηθικό, να τους ενθαρρύνω στην ανυπακοή και την ανταρσία τους στις βουλές μιάς ηγεσίας, που σε πολλά δεν θέλει να συντονίσει το βηματισμό  της με την ιστορία.
     Το Μάϊο του 1954 ο Καζαντζάκης έλαβε από τον εκδότη του στη Γερμανία ένα τηλεγράφημα, που του έλεγε πως ο «Τελευταίος πειρασμός» έχει μπει στο παπικό Index. Έγραψε τότε σ’ έναν ξένο φίλο του νεοελληνιστή: «Κατάπληξη μου κάνει πάντα η στενοκεφαλιά κι η στενοκαρδιά των ανθρώπων’ να ένα βιβλίο, που το έγραψα με βαθιά θρησκευτική έξαρση, με φλογερή αγάπη για το Χριστό, κι ο αντιπρόσωπος του Χριστού, ο Πάπας, δεν καταλαβαίνει τίποτα, δεν νιώθει τον χριστιανικόν έρωτα που γράφηκε και το καταδικάζει!
Αδιάβαστοι
Κι όμως είναι σύμφωνο με την αθλιότητα και τη σκλαβιά του σημερινού κόσμου να καταδικάζουμαι…»
     Στον ίδιο φίλο του έγραφε λίγες μέρες αργότερα: «Ο Καπετάν Μιχάλης» τρικυμίζει ακόμα τα αίματα των Ελλήνων’ ο μητροπολίτης Χίου το κατάγγειλε ως αισχρό, προδοτικό κι αντιθρησκευτικό και πως βρίζει την… Κρήτη! Φαντάζεστε λοιπόν σε τι βαρβαρότητα κυλιέται η πατρίδα μου, δηλαδή οι επίσημοι Έλληνες, θρησκευτικοί και πολιτικοί!
     Κι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής συνήλθε και κατεδίκασε ως «αισχρότατο, ως άθεο και προδοτικό τον «Τελευταίο πειρασμό» κι ομολογεί πως δεν το διάβασε παρά στηρίχτηκε σε άρθρα της «Εστίας»! Κι εγώ κάθομαι εδώ στη μοναξιά, ήσυχος, αφοσιωμένος στο χρέος μου και δουλεύω όσο μπορώ την ελληνική γλώσσα και το αιώνιο ελληνικό πνεύμα….»
Μιχάλης Γ. Μερακλής, εφημερίδα Έθνος 19/10/1988
--
Σημείωση:
     Μεταφέρω στο ιστολόγιο έξι κείμενα της εποχής που προβλήθηκε η ταινία «Ο Τελευταίος Πειρασμός», υπογεγραμμένα από άντρες και γυναίκες συγγραφείς προβεβλημένους και καταξιωμένους. Κείμενα που φωτίζουν το κλίμα, την ατμόσφαιρα και τις συνθήκες που επεκράτησαν το 1988 όταν ορισμένοι κινηματογράφοι πρόβαλαν την ταινία, «Τελευταίος Πειρασμός». Τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τον εκκλησιαστικό και παραεκκλησιαστικό χώρο, αλλά, και τις αναμενόμενες από την άλλη πλευρά αντιδράσεις, ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων, διανοούμενων από όλο το πολιτικό φάσμα της περιόδου εκείνης. Συγγραφείς, που δεν ασπάσθηκαν τις θέσεις της επίσημης εκκλησίας, καυτηρίασαν τα αντιδημοκρατικά και βίαια γεγονότα, τις πράξεις βίας και καταστροφής, άτομα της τέχνης που δεν δέχτηκαν την προληπτική λογοκρισία που ζητούσε η επίσημη διοίκηση της εκκλησίας και οι φορείς της. Δεν αυτολογοκρίθηκαν και παρακολούθησαν την προβολή της ταινίας, όταν ηρέμισαν κάπως τα πράγματα. Οι περισσότεροι, όπως και εγώ, την είδα κανονικά στον κινηματογράφο Έμπασσυ στο Κολωνάκι, μετά την ηρωική μας έξοδο από την Όπερα.
 Αν εξαιρέσουμε το πρώτο κείμενο, αυτό του καθηγητή κύριου Βρασίδα Καραλή που αφορά το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη και όχι την προβολή της ταινίας και την μεταφορά της στην μεγάλη οθόνη από τον αμερικανό εμπορικό σκηνοθέτη Μάρτιν Σκορτσέζε, τα άλλα κείμενα αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στα επεισόδια και στην στάση των εκκλησιαστικών παραγόντων. Ο Πειραιώτης καθηγητής Πανεπιστημίου Βρασίδας Καραλής, επαναπροσανατολίζει τις ερμηνευτικές μας σταθερές για το μυθιστόρημα αυτό του Κρητικού συγγραφέα. Οι απόψεις του είναι αρκετά προωθημένες για το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζεται το έργο από τους κατά καιρούς κριτικούς και λάτρεις της Καζαντζακικής τέχνης. Οι ιδέες που εκφράζει για το μυθιστόρημα, ξεφεύγουν από τα γνωστά ερμηνευτικά μανιχαϊκά κλισέ για τον Καζαντζάκη που υιοθετούνται ακόμα και από πρόσκαιρους αναγνώστες του και προχειρολόγους πιστούς που εκ των προτέρων έχουν αρνητική στάση για τον ίδιο και την δημιουργία του. Πιστός-Άπιστος, Χριστιανός-Άθεος, Ορθόδοξος-Οικουμενιστής κλπ. Σχηματικοί γενικόλογοι αφορισμοί για να μην επικεντρωθούμε στην ουσία και την αλήθεια του έργου και του δημιουργού. Οι θέσεις του Καραλή, δεν αφορούν μόνο την τεχνική της μυθιστορηματικής τέχνης του Καζαντζάκη, την φιλοσοφία της ζωής του, και την στάση που κράτησε απέναντι στα ιερά Σύμβολα της εκκλησίας, της παράδοσης και του δυτικού πολιτισμού. Και πως αυτή η προσωπική του καθαρά θέαση του κόσμου της θρησκείας και των συμβόλων της απεικονίζεται μέσα στο δαιδαλώδες κάπως έργο του. Τον θρησκευτικό σχεδιασμό πολλών μυθιστορημάτων του, τον θεολογικό οραματισμό του ίδιου του Καζαντζάκη. Ο Καραλής εισάγοντας έναν όρο που δεν προέρχεται από τον κόσμο της πεζογραφίας ή της ποίησης, την «αυτόνομη ατομικότητα» του ανθρώπου,  εντοπίζει το πρόβλημα στην ανακολουθία των πιστεύων του Κρητικού συγγραφέα καθώς αυτά αλλάζουν, μεγαλώνοντας ηλικιακά ο Καζαντζάκης. Αν κατανοώ σωστά «αυτόνομη ατομικότητα» είναι η νέα ταυτότητα του ευρωπαίου ατόμου των μοντέρνων και μεταμοντέρνων καιρών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια ταυτότητα που καλλιεργήθηκε από στοχαστές, φιλοσόφους, διανοούμενους, πολιτικές φυσιογνωμίες,  αλλάζοντας ριζικά την ιδιοπροσωπεία του δυτικού ανθρώπου μέσα στην καινούργια περιπέτεια της Ιστορίας. Απελευθερώνοντας το άτομο σαν μονάδα από τα δεσμά της θρησκευτικής παράδοσης, των μεταφυσικών δοξασιών, των κανόνων δικαίου που πήγαζαν από μια ανωτάτη θρησκευτική αρχή που κατοικοεδρεύει κάπου στο σύμπαν με συγκριμένο και αυστηρά περιορισμένο πρόσημο προσανατολισμού αναφορών και λειτουργίας των δομών της κοινωνίας. Με προκαθορισμένη σκοποθεσία του κόσμου και των ανθρώπων. Το άτομο στον 20ο αιώνα κατόρθωσε να κερδίσει την εαυτότητά του, την κοινωνική του αυτοδιάθεσή, την προσωπική του χειραφέτηση, την διαχείριση του σώματός του. Αυτό ήταν ένα κατόρθωμα που δεν είχε ίσως βιώσει-σε τόση εύρος-σε προγενέστερες χρονικές περιόδους της πολιτισμικής του εξέλιξης. Μια αυτονομία που είχε και το τίμημά της. Ο άνθρωπος και το σώμα του εργαλιοποιήθηκαν από τα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα. Αντάλλαξε δηλαδή την κυριαρχία του Πάπα πάνω στην ζωή του με την κυριαρχία του Αυτοκράτορα ή Βασιλέα, και αυτήν με του αφέντη Εργοδότη. Τα ιερά Σύμβολα που προέρχονταν από τις θρησκευτικές παραδόσεις και ποδηγετούσαν την ζωή του χωρίς να απεμπολήσουν την ιερότητά τους μετετράπησαν σε κοινωνικά ή πολιτικά, χωρίς να χάσουν την ισχύ τους στις συνειδήσεις και τις ψυχές των ανθρώπων. Θεωρώ, πέρα από τις ερμηνείες που ο καθένας και η κάθε μία κριτικός ή αναγνώστης δίνει στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, δεν μπορούμε εκ των υστέρων να τον μεμφθούμε για ιδεολογική ανακολουθία, Το άτομο Καζαντζάκης υπήρξε ένας συνεπής αγωνιστής, που μάτωσε για τις ιδέες του. Στον ιδιωτικό του βίο, δεν ήταν μια περιφερόμενη ανεμοδούρα που πήγαινε όπου το συμφέρον του τον προσκαλούσε. Το τι κατά βάθος πίστευε μέσα του, μόνον εκείνος και ο προσωπικός του χρόνος το γνωρίζουν.
Το κείμενο της κυρίας Σταυρούλας Παπασπύρου, έχει διπλή ματιά. Λαμβάνει υπόψη της τόσο την συγγραφική πορεία του συγγραφέα όσο και εκείνη του σκηνοθέτη. Το κείμενο της αναφέρεται στις κοινές οπτικές τους πριν ακόμα προβληθεί η ταινία στην Ελλάδα με τις γνωστές αντιδράσεις. Το βάρος πέφτει στην ανθρώπινη φύση του Χριστού με ότι αυτό συνεπάγεται στην άλλη του συμβολιστική και μεταφυσική χαρακτηρολογία στην πορεία της μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Το κείμενο του κυρίου Γιάννη Η. Χάρη χωρίς να αγνοεί το θέμα, οι ερμηνευτικές του προεκτάσεις, υπερβαίνουν τα πλαίσια της θρησκευτικής ή εκκλησιαστικής προσέγγισης. Μας μιλά για τα πολλαπλά και υπόγεια ρεύματα του φανατισμού που διαρρέουν ολόκληρη τη ελληνική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων και των κρατικών δομών και πολιτικής εξουσίας, αλλά και ημών των κατοίκων.
Το μονόστηλο του Βασίλη Ραφαηλίδη κινείται μέσα στις γνωστές και αποδεκτές θέσεις και ιδέες που εξέφραζε όσο ζούσε ο σπουδαίος αυτός κριτικός κινηματογράφου και κοινωνικός αναλυτής. Ένας αυθεντικός μαρξιστής διανοούμενος, που πίστευε ότι μόνο με την παιδεία και την μόρφωση μπορεί να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Τα κείμενα του Βασίλη Ραφαηλίδη είναι μια σκληρή και συνεχής κριτική απέναντι στην αστική τάξη και των εκπροσώπους της.
Το κείμενο της συγγραφέας Έλενας Ακρίτας, εστιάζεται πέρα από την συμπεριφορά των φανατισμένων γυναικών και των συμπεριφορών τους, και στις προσωπικές της δικαστικές περιπέτειες  από τις φανατισμένες αυτές υπάρξεις. Τα βιβλία που αναφέρεται κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κάκτος.
Το κείμενο του κυρίου Μιχάλη Γ. Μερακλή που γράφτηκε με αφορμή ενός ταξιδιού του στο εξωτερικό, είναι ένα προτρεπτικό καλών προθέσεων κείμενο προς την ηγεσία της εκκλησίας. Μας μιλά για την διάσταση απόψεων του απλού πιστού και της διοίκησης της εκκλησίας του. Του αγνού φρονήματος πίστης του λαού και των σκοπιμοτήτων των εκκλησιαστικών ηγετών. Διακριτικό και προσεχτικά διατυπωμένο, στηλιτεύει με ευγένεια τις παθογένειες της διοικούσης εκκλησίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
11 Ιουλίου 2018