Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ


Υπερ αναπαύσεως… Ματθαίου, δούλου Ιησού, του Χίου, Μουντέ.

Στον πατήρ Γεώργιο Μεταλληνό με καλοσύνη.

     Παλαιοί φίλοι, Αιώνιοι έρωτες με μύησαν από νωρίς στον κόσμο της ποίησης. Έναν κόσμο τόσο αληθινό, όσο η ίδια η ζωή. Μια ζωή τόσο αληθινή όσο η ίδια η ποίηση. Και ιδιαίτερα την μυστική ποίηση την θρησκευτική. Ακόμα θυμάμαι στίχους από τα «Τέσσερα κουαρτέτα» του Τόμας Στερν Έλιοτ, από τις «Ελεγείες» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, από το πέμπτο Ευαγγέλιο όπως το αποκαλούν το «Εκ βαθέων» το εξομολογητικό ημερολόγιο του Όσκαρ Ουάιλντ, τα ποιήματα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, τα ποιήματα του Συμεών του Νέου Θεολόγου, του Μάιστερ Έκκχαρτ, του Τζαλαλαντίν Ρουμί, του Ύμνους του Ορφέα και τόσων άλλων της μυστικής ποιητικής παράδοσης.
Από νέος βούτηξα στα μυστικά ποιητικά αυτά κείμενα-ακόμα να ξεπλύνω την μαγευτική τους αρμύρα-αλλά φιλοδόξησα με τον τότε εφηβικό μου ναρκισσισμό να γνωρίσω από κοντά τους νεότερους ποιητές της εποχής μου. Αργότερα μέσω ενός δασκάλου-που έζησα αρκετά χρόνια κοντά του, του Κίμωνα Φράϊερ, γνώρισα αρκετούς. Από αυτούς άλλοι με απογοητέψανε, άλλοι με γήτεψαν με την δημιουργία τους και την παρουσία τους, για άλλους δεν ήμουνα εγώ ακόμα ώριμος να κατανοήσω το έργο τους και το ποιητικό τους όραμα.
     Ένας από τους πνευματικούς δημιουργούς που με μάγεψε-και πιστεύω όχι μόνο εμένα, ήταν και ο Ματθαίος Μουντές. Το ποιητικό του έργο καθώς και οι εκπομπές του στο ραδιόφωνο με τίτλο «Αιγαίο, ρίζα και παράδοση» ακόμα μιλούν στην καρδιά μου.
     Ο Ματθαίος Μουντές υπήρξε ένα λυρικά ευαίσθητο άτομο, ένας τρυφερός και αρκετά δημιουργικός χαρακτήρας. Ένας χαρακτήρας ένθους για ποίηση και γι’ ότι έχει σχέση με την ελληνική παράδοση. Διακόνησε με αυταπάρνηση και ζήλο το χώρο της Θεολογίας, της Λαογραφίας, και ιδιαίτερα της Ποίησης.
Διατηρώντας την πίστη του κοχλάζουσα και την αναπόφευκτη για αυτόν θεολογική του ευγένεια, παρέμεινε ως το τέλος του βίου του-10 Φεβρουαρίου του 2000, ημέρα του αγίου Χαραλάμπους του ιερομάρτυρος-σταθερός στην αινιγματικά αναστάσιμη πλευρά της ζωής. Την ανθρώπινα φωσφορίζουσα και όχι θεϊκά εωσφορίζουσα βιωματική προσέγγιση του κόσμου. Όχι χωρίς αγωνία και οδύνη, διεύρυνε με κριτική συνέπεια τον ορθόδοξο ποιητικό θεολογικό λόγο της παράδοσής μας στο έργο και ίσως και στον βίο του. «Κοιμήθηκα στο κατώφλι του ελέους και ξύπνησα μέσα σε ένα ποίημα». Αυτός ήταν ο ποιητής Ματθαίος Μουντές.
     Ένας δημιουργός που αγωνίστηκε να ανακαλύψει το παρθενικό –πριν την προπατορική αστοχία, νόημα της ζωής. Ο ποιητικός τρόπος έκφρασης, με την ευρύτερη έννοια του όρου, ήταν για τον Μουντέ, ο σπουδαιότερος τρόπος για να επαναανακαλύψει ο άνθρωπος την χαμένη του ταυτότητα, να πετύχει την ακεραιότητά του. Δεν εγκιβωτίστηκε σε ποιητικές φόρμες άδοξης καλλιτεχνικής υστεροφημίας, αλλά αξιώθηκε να αρκεστεί «στην ελεημοσύνη των στίχων». Απόφυγε τους κώδικες του δόγματος που ευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο όνομα ενός άνωθεν θεϊκού μεγαλείου. Δεν ενδιαφέρθηκε για θεολογικούς ερασιτεχνισμούς που απορρίπτουν την ανθρώπινη φύση και δοξάζουν το θείο όραμα με πομπώδεις τελετουργίες. Ούτε συνοδοιπόρησε με πηρομελή πνευματικά ερμηνευτές των γραφών, που αποστρέφονται οτιδήποτε θύραθεν, ως μη ορθόδοξο. Λες και η Ορθοδοξία είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για τους έχοντες καθαρή πίστης συνείδηση. Αυτούς που δεν ένιωσαν ότι η όποια πίστη του κάθε ανθρώπου («στον οίκο του πατρός μου πολλαί μοναί εισί» γράφει ο Παύλος),είναι μια ποιητική υπεραιμία αγάπης. Μια ελεήμων ρωγμή στη θανατηφόρα βεβαιότητα της ζωής, και στην παγερή στεγανότητα του αναπόφευκτου θανάτου.
Ο Ματθαίος ένιωσε οδυνηρά νωρίς, ότι το κορμί και η ποίηση-για να τον παραφράσω- είναι μαρτύριο και ανάσα στην διαδικασία της λύτρωσής μας. Και τα δύο μας οδηγούν στην επίγνωση της προτεραίας, χαμένης πλέον, συμμετρίας της αθωότητάς μας.
    Καμία μάλλον ελπιδοφόρα ανάταση δεν μπορεί να ξορκίσει όχι μόνο το τέλος των πάντων και την αργή σιωπή των πραγμάτων, αλλά και τα καρφιά της μνήμης, που αγκυλώνουν τόσο την ζωή όσο και τον θάνατο στην παραμυθία της συμπαντικής αίσθησης του σταυροαναστάσιμου Λόγου. Ο Ματθαίος αφουγκραζόμενος τις σπαρακτικές αγωνίες των ψυχωμένων ψυχών, προσέφυγε στις αρχέγονες ποιητικές οσμές του κόσμου, που μας προσφέρει η υπαρξιακή και θεολογούσα ποίηση, θέλοντας όχι μόνο να απαλύνει με ποιητικό τρόπο τον ανθρώπινο πόνο αλλά και να συνδέσει την ουράνια με την επίγεια γαλήνη, το εκείθεν με το εδώ, εδώ και τώρα. Πίστευε με θέρμη γι’ αυτό και η υμνητική του διάθεση, ο ικετήριος λόγος του. Τόξευε με το δόρυ της προσευχής την ουσία του Θεού που είναι η ποίηση και ζητούσε παρακλητικά να λυτρωθεί από τα «εσωτερικά» άγχη του κορμιού και της μνήμης. «Κουράστηκα να καραδοκώ πως θα αποφύγω το επικίνδυνο τμήμα της ψυχής μου» γράφει. Επεδίωκε απεγνωσμένα την συμπάθεια και την νέα συνθήκη ελέους που θα τον βοηθούσε «να ξεράσει τα μαύρα σαββατόβραδα και τη σκληρότητα της απατηλής μαγείας». Ο Ματθαίος κατόρθωσε μάλλον ν βιώσει τον τρόπο του Υπάρχειν ποιητικά και να απολαύσει έστω και αμυδρά διαμέσου της ελευθερίας του πνεύματος, εκείνο του «Βασιλείου της Χάριτος» κατά την φρασεολογία του Νικολάϊ Μπερντιάγεφ.
     Για τον Ματθαίο «δούλο Ιησού, του Χίου» όπως και για κάθε γνήσιο δημιουργό, ο ποιητικός αυτός τρόπος του Υπάρχειν είναι ο ζυμομύκητας της ίδιας της ζωής, της πίστης και της απιστίας μας το ελιξίριο της παρηγοριάς μας. Η Ορθοδοξία και η ορθοπραξία της ήταν γι εκείνον ένας τρόπος αίσθησης. Μια παραμυθιακή αίσθηση του κόσμου πέρα από τους τριγμούς της παγιωμένης λογικής μας, που μεταβάλλει τα νοητά σε αισθητά μέσω της πίστης.  Ένα «αχλό» αεράκι τρυφερής ευαισθησίας σαν την πρωινή αύρα που σκορπίζεται χωρίς όρια ακόμα και πάνω από τις σχισμές της αβύσσου. Ένα πνευματικό πούσι που πιρουνιάζει τις νωθρές συνειδήσεις μας, «μέχρις ότου διαλυθούμε στην τελική φράση του Θεού».
     Η ποιητική του δημιουργία σαν τεχνική και σαν μορφή ξέφυγε αρκετά από τα στενά όρια της δογματικής χριστιανικής συμβολικής και διέπλασε έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα με οτιδήποτε αυτό συνεπάγεται στο χώρο της θρησκευτικής δημιουργίας. Διατήρησε και εμπλούτισε ταυτόχρονα, έναν υπαρξιακό ορθόδοξο τόνο στο έργο του, μια ατμόσφαιρα ποιητική που με την πρώτη επαφή μαζί της υποδηλώνει τις αναφορές και τις πηγές της. Κράτησε και διατήρησε την ορθόδοξη εκκλησιαστική ερμηνευτική του κόσμου, όχι μόνο στα βιωματικά της καθέκαστα-και λιγότερο ίσως, αλλά και στην γλωσσική της τυπολογία και οντολογία, από όπου και άρδευσε τον ποιητικό πλούτο, αλλά και τον τρόπο νοηματοδότησής του. Είτε αυτό εκφράζεται μέσα στο έργο του ως ποιητική ευθύνη είτε ως παιχνίδισμα του νου ή σταθερή υπομνηματική αναφορά της μνήμης. Ο ποιητικός του λόγος δεν επιζητεί την τολμηρότητα της περιγραφής των καταστάσεων, ούτε είναι ένας συνεπής λαμπαδηφόρος του Αναστάσιμου θεολογικού μηνύματος. Αρκετές φορές (ιδιαίτερα στη συλλογή του «Νηπιοβαπτισμός») στέκεται στα επίθυρα της ματαιότητας του κόσμου, ή ακόμα λαμνοκοπά μέσα στην ευαισθησιακή του φθορά, την των παθών λυγρότητα της φύσης με απόγνωση και θλίψη, αναζητώντας απελπισμένα την πρωταρχική νηπιακή αθωότητα που θα ξορκίσει το σκότος της κοινωνικής επιταγής «τους αιώνες της πίκρας σαρώνει σα μελτεμάκι τους βαριούς ήχους των βασανισμένων». Η Ανάσταση για τον ποιητή είναι «μόνο νανούρισμα, κι είναι μόνο βυθός και έκσταση» γράφει για να μας υπενθυμίσει για μια ακόμη φορά την αιώνια εφηβική του ματιά του, την εναγώνια πάλη του για διαρκή αθωότητα, πέρα από κοινωνικές ή θεολογικές παραδοξότητες. Μια αθωότητα που φέρνει στο νου μας-ασφαλώς και με τις πρέπουσες διαφοροποιήσεις, τον Αρθούρο Ρεμπώ-την πρωταρχική αθωότητα των ενστίκτων. Ο Ματθαίος θραύει το της φθοράς επικάρπιο για να καρπίσει το βαθύτερο Είναι του ανθρώπου το καθ’ ομοίωση.
    Οι εικόνες του αν και τραγικά «αθώες» έχουν κάποτε μια παιδική αφέλεια που τρομάζει αλλά και προκαλεί τον θαυμασμό. Έχουν μια παιδική αθωότητα. Αδυνατούν να μεταγγίσουν το εικονογραφόμενο πρόβλημα ως κατάσταση και μας το προσφέρουν ως φωτογραφικό στιγμιότυπο μάλλον επιφανειακά. Η υμνητική τους διάθεση προς τον Θεό και την Πλατυτέρα, φέρνει στο νου τον θεηγόρο ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε, παρά τον Τάκη Παπατσώνη, που η αστική του μάλλον παράδοση τον προσδιορίζει ως ψυχολογική κατάσταση, ως πνευματική καλλιέργεια δηλαδή. Ενώ ο σπαρακτικός τόνος των νοημάτων τους έχει πολλά κοινά σημεία με την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη αλλά και με τον τρυφερό και θρησκευτικό κόσμο της Μελισσάνθης. Όσον αφορά την φόρμα του, δεν είναι τόσο μετρική όσο μουσική. Ο στίχος του έχει μια εσωτερική μουσικότητα ή αποκτά μια τέτοια από την τραγικότητά του. Τα «πάντα» σχεδόν είναι ρευστά, τα διαπερνά ένας χαρμολυπικός σκεπτικισμός, που άλλοτε ξεπερνά την απαισιόδοξη διάθεση και άλλοτε διαχέεται μέσα στην εσωτερική αμφισβήτηση, την συνειδησιακή απόγνωση, χωρίς όμως ποτέ να καταφεύγει στην άρνηση. Εικόνες ασφυκτικά σωματικές που παράγουν από μόνες τους μια μεταφυσική. Σωματικά θα γράφαμε «μεταφυσικές» όπως «Το ζωντανό μου σώμα δεν είναι παράσταση ιερογλυφική είναι η εύγλωττη παρουσία της παρηγορίας». Το σώμα μας είναι Ναός του Θεού σύμφωνα με την γνωστή ρήση του Αποστόλου Παύλου. «Είναι προϋπόθεση της μυστικής εμπειρίας και μετέχει ουσιαστικά στην αγαλλίαση της θείας δόξας» γράφει ένας σημαντικός στοχαστής του καιρού μας ο Χρίστος Γιανναράς.
   Η ποίησή του είναι γεμάτη από εικόνες δέησης προς τον Θεό. Την διαπερνά ο πόθος μιας ακατόρθωτης αρμονίας που μόνο μια συνεχή ένταση μπορεί να παράγει, μια διαρκή και παρατεταμένη όξυνση. Άλλοτε πάλι συναντάμε δυνατές ποιητικές εικόνες παράκλησης, άλλοτε εικόνες προσευχής από κάποιον που την ποιητική του εργασία την χαρακτηρίζει «η αναιμία μιας θεολογικής παρακμής». Είναι ένας «αντιμίμος» που επιδιώκει την προϊούσα παραδείσια φθορά να την πνίξει μέσα στην ομορφιά της λεκτικής καθαρότητας ακόμα και αν θέλγετε από τους «ραχιτικούς στίχους» της ποίησης.
     Ο Ματθαίος Μουντές δεν είναι ένας μεγαλόπνοος Vates ή εκκλησιαστικός ποιητής με μεγαλεπήβολα οράματα ατομικής σωτηριολογίας. Δεν συγγενεύει με την ασφυκτική ιεροπρέπεια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η θρησκευτική του αγωνία θυμίζει την ποιητική μαρτυρία της Όλγας Βότση αν και διαφέρουν οι φωνές τους υφολογικά και μορφολογικά. Η Κλωντελική αίσθηση του τραγικού συναισθήματος της ζωής που εικονοποιεί με ενάργεια ο ποιητής τον φέρνει κοντύτερα σε έναν άκρως δεητικό δημιουργό, τον Ελευθέριο Μάϊνα. Ο Ματθαίος δεν ανήκει στο Βεριτηκό παρακλάδι αλλά δεν είναι και σαν τον πιστό μεν αλλά γλυκερό Παντελή Πάσχο. Είναι ομότροπος του Νίκου Καμβύση, και ασφαλώς συνορεύει η ποιητική του φωνή με αυτήν του Στυλιανού Χαρκιανάκη χωρίς όμως να τον διακατέχει τόσο έντονα αυτός ο φόβος του θανάτου, όπως τον Κρητικό ιερωμένο.
     Ο Ματθαίος ατενίζει τον κόσμο συνήθως με έναν έντονο Καβαφικό τρόπο. Κρυσταλλώνει την φθορά ως κατάσταση για να μπορεί να την σχολιάσει ανενόχλητος μέσα στην «στωϊκότητά» του. Ο Αλεξανδρινός μεγαλοφυής αυτός γέρων της ιστορίας βομβαρδίζει θα λέγαμε την προσπάθεια πνευματικής ανάτασης του κόσμου όπως θα ήθελε ο Ματθαίος και αποκλείει μάλλον κάθε προσπάθεια διαφυγής. Ενώ ο Καβάφης μένει προσκολλημένος στο μνημονικό παρελθόν και στην ειρωνική ματιά του, ο Χιώτης ποιητής θέλει ή τουλάχιστον επιδιώκει να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της. Και ασφαλώς τους χωρίζει η θεματολογία και η ιστορική συμβολική. Ο Ματθαίος κατανοεί όπως και ο Αλεξανδρινός ότι «είμαστε η σαρκική πόρτα που μπαίνει στον κόσμο μας ο Θεός», η Μοίρα αν θέλετε. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης μέσα στο μονήρες δωμάτιό του αρκείται στη θωπεία της μνήμης και στην παρηγοριά των ιστορικών του συμβόλων, αποδέχεται την ζωή με όλα τα ηδονικά της μυρωδικά. Αντίθετα ο Μουντές υιοθετώντας μάλλον τον θυσιαστικό κοινωνισμό-και όχι τον αγωνιστικό του Γιάννη Ρίτσου-, επιστρέφει ή προσπαθεί να επανέλθει και πάλι σαν άλλος Ιωνάς στην κοιλιά του θεϊκού κήτους. «Αν δεν τα καταφέρεις κι εκεί, τότε κούρνιασε στον πυθμένα της μεγάλης κοιλιάς του Θεού».
     Η γλώσσα του ποιητή Ματθαίου Μουντέ, είναι οντολογική στις αναφορές της και τις ερμηνευτικές της προεκτάσεις, κενωτική μέσα στην υφολογική της μονοσημία και θεολογική τόσο στις αφετηριακές της καταβολές όσο και στις συμβολικές της εκβολές, καθώς ξεδιπλώνεται και ζητά να προσαρμοστεί προς τις βαθύτερες πηγές της παράδοσης και την Κοσμοευστοχία του Δημιουργού. Είναι μια ποιητική γλώσσα εξομολογητική με την σημασία ότι εκφράζει την πρωταρχική εκκλησιαστική έννοια του προσώπου, και «πραγματώνει» με έναν ιδιαίτερο τεχνοτροπικό τρόπο την κοινότητα του εκκλησιαστικού ατόμου. Της προσφέρει φωνή, με μια μοντέρνα και σύγχρονη, αλλά μερικές φορές, πειραματική φόρμα.
     Ο ποιητής εξομολογείται τα πάθη και τις εμπειρίες του κόσμου. Η κραυγή αγωνίας του είναι ο πόνος του κόσμου, οι εκτροπές του είναι οι ενοχές του ποιητή, η φθορά του είναι και δική του φθορά, η αστοχία του προβάλλεται και αντικατοπτρίζεται πάνω του. Ένα γλωσσικό ζεύγμα που περιφέρεται μέσα στα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας και ιχνογραφεί κάθε συγκινησιακό παλμό της. Οι γλωσσικές εντάσεις της ποιητικής του δημιουργίας κρυσταλλώνουν την καθημερινή μας πραγματικότητα και ο ικετευτικός του τόνος είναι ο συλλογικός παλμός της εσωτερικής μας καθημερινής αγωνίας. Η ποιητική του γλώσσα συστενάζει με τα παθήματα της ψυχής και η σιωπή των συναισθημάτων κορυφώνεται με την αρμονική εκφορά της.
     Με τον τρόπο αυτόν Ποίηση και Κόσμος ταυτίζονται, Άνθρωπος και Ποιητής γίνονται ένα, Θεός και Γλώσσα γίνονται Λόγος ευκοσμίας. Ένας λόγος που δεν κρίνει ή καταδικάζει, αλλά διαχειρίζεται με έλεος τα ανθρώπινα συμβάντα και ατομικά καθέκαστα, και τα επαναπροσδιορίζει μέσα «στον παράδεισο» της βιωματικής μας φθοράς και ιστορικής μνήμης, ως γλώσσα ικεσίας και παράκλησης. Ως Λόγος-προσευχή-στην ματαιότητα της ακοσμίας αλλά και την επισφαλή βεβαιότητα της ευκοσμίας.
Ένας γνήσιος ποιητικός λόγος που όσο πιο πολύ καθορίζει την βιωματική αντιληπτότητα του κόσμου μας, τόσο πιο κοντά ερχόμαστε προς την αθωότητα της φύσης μας.
      Αιώνιοι φίλοι, παλαιοί έρωτες, ακόμα θυμάμαι την προσφορά σας και τις διδαχές σας. Άλλοι έχετε ταξιδέψει μακριά, άλλοι βρίσκεστε σε αγωνίας μονοπάτια του κορμιού και της μνήμης.
     Όλοι σας όμως είστε χουχουλιασμένοι στην ποιητική ψίχα της καρδιάς του κάθε ευαίσθητου ανθρώπου. Εκεί, που από προχθές αναπαύεται και ο ποιητής Ματθαίος Μουντές.
Αιωνία μας η μνήμη, ζώντων και κεκοιμημένων, «έως την τελική φράση του Θεού»
Υ. Γ. Οι στίχοι που μπολιάζουν εποικοδομητικά το κείμενο είναι από τις εξής συλλογές: «Παρακαταθήκη», «Τα αντίποινα», «Η αντοχή των υλικών» και τον «Νηπιοβαπτισμό».

  Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, 
πρώτη δημοσίευση,εφημερίδα «Η Εποχή», Κυριακή 23 Απριλίου 2000, 
σελίδα 28.
Πειραιάς 19 Μαΐου 2013.