Κυριακή 26 Μαΐου 2013

ΣΠΥΡΟΣ ΜΕΛΑΣ


                                    ΠΕΙΡΑΙΚΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ

            Οι Πειραϊκές μνήμες του Σπύρου Μελά (Ναύπακτος 1882-Αθήνα 2/4/1966) ενός ακαταπόνητου συγγραφέα, μαχόμενου δημοσιογράφου, οξυδερκούς και από στόφα θεατρική θεατρανθρώπου, με γερές ιστορικές βάσεις αλλά πικρόχολου και εμπαθή όσον αφορά τα λογοτεχνικά μας πράγματα, (αναφέρομαι στην προσπάθεια που κατέβαλε να πείσει τους ξένους ιθύνοντες να μη δώσουν το Νόμπελ Λογοτεχνίας στο Νίκο Καζαντζάκη -και νομίζω συνήργησε και εναντίον του Άγγελου Σικελιανού να μην το κερδίσει αν δεν κάνω λάθος-) ήταν κάτι που από παλιά με έθελγαν. Για την ακρίβεια από τότε που έπεσε στα χέρια μου ένα δανεικό βιβλίο με χρονογραφήματά του με το ψευδώνυμο Φορτούνιο. Η γλαφυρότατη δημοσιογραφική του γλώσσα, η σπιρτάδα του πνεύματός του, το στρωτό και ελάχιστα περίτεχνο ύφος του, και εν γένει, ο απλός αλλά όχι απλοϊκός τρόπος που φώτιζε τα γεγονότα της εποχής του και τα αποτύπωνε στα χρονογραφήματα στα δεκάδες άρθρα και βιβλία του ήτανε τα στοιχεία εκείνα-που παρ' ότι τον αντιπαθούσα για τις ενέργειες εναντίον του μεγάλου Κρητικού δασκάλου, με έκαναν να αναζητώ βιβλία του και να τα μελετώ.
 Από τα ιστορικά του “Ματωμένα Ράσα”, “Ο Γέρος του Μοριά” έως τα Θεατρικά του “Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται” (και την βιογραφία του από το Χρήστο Σολωμονίδη), ο Σπύρος Μελάς, ο πνευματικός αυτός δημιουργός που συνέδεσε τα νεανικά χρόνια της ζωής του με την πόλη του Πειραιά, υπήρξε ο συγγραφέας που με απλό και εύληπτο τρόπο μας έμαθε να αγαπάμε την ιστορία του τόπου μας, να θέλουμε να μάθουμε περισσότερα για τους ήρωες του 1821, και το σημαντικότερο, -για τους θεατρόφιλους, να στραφούμε προς το Θέατρο. Αν ο μεγάλος Ζακυνθινός Γρηγόριος Ξενόπουλος έθεσε τις βάσεις της νεότερης θεατρικής παιδείας ο Μελάς τις συνέχισε επάξια και με μεγάλη επιτυχία. Είτε ως θεατρώνης, είτε ως ιδρυτής θεατρικών σχημάτων “Θέατρο Τέχνης” είτε ως συγγραφέας.
     Ο αστείρευτος αυτός γραφιάς-δημοσιογράφος και εκδότης του περιοδικού “Ελληνική Δημιουργία”, συνδέθηκε και αγάπησε τον Πειραιά και δεν έπαυε κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας να τον μνημονεύει και να μιλά με νοσταλγία για τα παιδικά του χρόνια που πέρασε εδώ και τις φιλικές σχέσεις που δημιούργησε με διάφορους συγγραφείς του.
Επιμέλεια: Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

     Το τσουβάλιασμα του Πεταλά      

     Ακόμα δεν είχα προφθάσει ν' αρχίζω να ζω-μαθητής της δευτέρας του Γυμνασίου, στον Πειραιά, πλατεία Κοραή-που βρέθηκα ιδιοκτήτης και διευθυντής θεάτρου και συγγραφέας και σκηνοθέτης και σκηνογράφος και μηχανικός και ηθοποιός...
            Αυτό θα πει πρωϊμότητα! Και όποιος κοτάει, ας έρθει εδώ, να μου αμφισβητήσει την αρμοδιότητα να μιλήσω για θέατρο. Το θέατρο, που είχα σκαρώσει και διηύθηνα-τόσο πρόωρα-ήτανε στο πλυσταριό του σπιτιού μας. Είχε σκηνή κανονική και μεγαλούτσικη, “μαντώ ντ' αρλεκέν”, αυλαία, κουϊντες και διάφορα “φοντάλε”, από χοντρό χαρτί,όλα ζωγραφισμένα με το χέρι μου. Για να πω την αλήθεια όμως είχα κι' ένα βοηθό πολύτιμο, τον Γιάννη Πολίτη, το σοφό φυτολόγο σήμερα και συνάδελφο στην Ακαδημία. Ήτανε τότε γειτονόπουλο και συμμαθητής του άρεσε η τέχνη-και σήμερα γράφει στίχους, τον ξεσκεπάζω-και το θέατρο και αυτός μούδινε την απάντηση γιατί δεν μπορούσα να παρασταίνω μόνος μου. Αλλά μου τόσκασε πολύ γρήγορα: Έφευγε συχνά, πήγαινε στο Φάληρο και μάζευε φύκια σ' ένα τενεκέ, ή στην Πειραϊκή Χερσόνησο και ξερίζωνε άγρια φυτά, και τα μελετούσε μ' ένα φακό, δείχνοντας-από τότε-την κλίση του στην επιστημονική έρευνα...
            Να με συμπαθάτε που αρχίζω τις ιστορίες μου από τον Πειραιά. Θα ρθω σύντομα στην Αθήνα. Ο Πειραιάς όμως δεν ήτανε τότε πνευματικό κέντρο ευκαταφρόνητο:Είχε δώσει ποιητές πασίγνωστους: Το Γιώργη Στρατήγη, το Λάμπρο Πορφύρα, το Γιώργη Ζουφρέ, μεταφραστή του Δάντη και ποιητή χαριτωμένων μύθων, όπου ανέστρεφε το ηθικό νόημά τους. Το μύθο για το “Τζίτζικα και το μερμήγκι” τον είχε παραλάξει με τον ακόλουθο τρόπο:-Καλοκαίρι και άνοιξη όσο ήταν τα λουλούδια, -κρυμμένος μες στα φύλλα αξέγνοιαστος, ο τρελός ο τζίτζικας την περνούσε με τραγούδια.- Κι' ο σοφός ο Μύρμηγκας, το προβλεπτικό μυρμήγκι, στη ζέστη και στον ήλιο ακούραστος, κουβάλαγε στην τρύπα του ξύλο, ψωμί, σκουλήκι.- Το καλοκαίρι πέρασε, ήλθε ο χειμώνας, κρύο, το χιόνι τους εσκέπασε, ψοφήσανε κι' οι δύο!...Τον Άριστο Καμπάνη που έκαψε τους στίχους του “Προσφορά στον Ήφαιστο” για να γίνει πεζογράφος, κριτικός και ιστορικός της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, το Νίκο Χαντζάρα, ειδυλλιακό ποιητή και μερικούς άλλους και πεζογράφους, σαν τον Παύλο Νιρβάνα, που η μορφή του κυριαρχούσε σ' αυτή την αξιόλογη πνευματική συντροφιά, που είχε την έδρα της στο καφενείο του Διονυσιάδη.
     Πλάει σ' αυτό το καφενείο ήτανε το ομώνυμο θέατρο. Ο θεατρώνης του, ο Διονυσιάδης, ένας αθλητικός λεβέντης, με κάτι μουστάκιες Νικοτσάρα, ρεπούμπλικα στραβά και λιγάκι  “μουρμουρισμένος”, εφρόντιζε να φέρνει ... κάθε καλοκαίρι, θίασο, που ναυαγούσε μερικές φορές από τη μέση της περιόδου και άρχιζε το δράμα να ζητούν οι θεατρίνοι μικροπροκαταβολές για να συντηρηθούν κι' ο Διονυσιάδης να τραβά το συρτάρι του πάγκου, όπου μαζί με τα πατσαβουριασμένα δίφραγκα, υπήρχε και μιά κάμα, προς γνώσιν, συμμόρφωσιν και περιορισμόν των απαιτήσεων... Σ' αυτό το θέατρο πρωταντίκρυσα έργα της νεώτερης σκηνικής τέχνης, και σ' αυτό πήρα το φοβερό βάφτισμα στα πυρά του προσκηνίου, όχι με το “Γιό του Ίσκιου”- όπως πιστεύεται κι' έχει γραφτεί και στις γραμματολογίες-αλλά μ' ένα δίπρακτο δραματάκι, που το χειρόγραφο-ευτυχώς ίσως-έχει χαθεί. Είχε τον τίτλο “Θυσία”.Θα μιλήσω λίγο πιό κάτω γι' αυτό.
            Ήτανε κάμποσο πρωτότυπο αυτό το θέατρο Διονυσιάδη και η ζωή του γεμάτη περιπέτειες. Δεν ξεχνώ πως είδα να παίζεται- και με ποιό περίεργο τρόπο και από ποιά περίεργη αφορμή:- για πρώτη φορά ο “Αθανάσιος Διάκος”. Ο Διονυσιάδης ήταν “μουρντάρης”. Τα είχε με κάποια θεατρινούλα του θιάσου Πεταλά, που δούλευε τότε στο θέατρό του. Η γυναίκα του, ζηλιάρα, τούκανε καθημερινές σκηνές. Από το άλλο μέρος οι δουλειές του θεάτρου δεν πήγαιναν καθόλου καλά, τα έργα πέφτανε από την πρώτη βραδυά, η ζημιά μεγάλωνε ολοένα και ο Διονυσιάδης δεν ήξερε τι να κάνει για να μπορέσει να ορθοποδήσει... όταν ένα πρωί, πάνω στο συνηθισμένο καυγά η γυναίκα του εξαγριωμένη του φώναξε:
            -Άχ εσύ!. Εσύ θέλεις σούβλισμα!
            Της απάντησε, απροσδόκητα, γεμάτος χαρά:
-        Σ' ευχαριστώ, χρυσό μου...! Μ' έσωσες!.. Τώρα ξέρω τι έργο πρέπει να βάλω στο θέατρο για
να σωθώ- τον “Αθανάσιο Διάκο!” ...
     Αλλά μαζί με την έμπνευση αυτή του είχε ρθει και μια άλλη, ακόμα πιο σίγουρη, για εισπρακτική επιτυχία. Κατέβηκε αμέσως στο θέατρο κι' έδωσε για τύπωμα το ακόλουθο πρόγραμμα
“Θέατρο Διονυσιάδη- Από του προσεχούς Σαββάτου- ο “Αθανάσιος Διάκος”, ο ήρως της Αλαμάνας, ο οποίος θα ψηθεί ζωντανός επί σκηνής: Αθανάσιος Διάκος- Θεοδόσης Πεταλάς”. Προσκαλούσε μ' άλλα λόγια το κοινό του Πειραιά, να παρακολουθήσει πως θα ψήνανε τον Πεταλά στη σούβλα, πάνω στη σκηνή... Και ποιός δεν πήγε και ποιός δεν έτρεξε ν' απολαύσει το θέαμα, το αξιομνημόνευτο εκείνο βράδυ! Ένας κόσμος απίστευτος και απίθανος, ετερόκλητος και ξεσηκωμένος πλημμύρισε ασφυκτικά την πλατεία. Είχαν καβαλικέψει ακόμα και τις μάντρες. Όλα πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που ο ήρωας αρνείται να υπακούσει στον Πασά και ν' αλλαξοπιστήσει για να γλυτώσει το κεφάλι του. Όταν όμως ο Πασάς προστάζει να τον σουβλίσουν και να τον ψήσουν ζωντανό, η ατμόσφαιρα έγινε απότομα ζοφερή: Όλοι περίμεναν να ιδούν πως θα σούβλιζαν
και θάψηναν τον Πεταλά. Είχαν ετοιμάσει, εννοείται, ένα ομοίωμα του πρωταγωνιστή και, με τη βοήθεια δυο κόκκινων λαμπιονών και μιας σειράς από ψεύτικα κάρβουνα, που παράστησαν την ανθρακιά, παρουσιάσανε, στο τέλος, σουβλισμένο, το ομοίωμα του Πεταλά κι' άρχισαν να το γυρίζουν.
     Αλλά τότε σηκώθηκε φοβερή βουή και από την πλατεία κι' από τις μάντρες:
 -Απατεώνες!... Παληανθρώποι!... Τα λεφτά μας!
 -Τα λεφτά μας!... Τα λεφτά μας! Τα δίφραγκά μας!... (Δύο δραχμές είχε το εισιτήριο).
     Και χωρίς να σκεφτούν καθόλου τι ανόητο και σκληρό ήταν αυτό που γύρευαν, άρχισαν να ρίχνουν στη σκηνή, για να τιμωρήσουν τους “απατεώνες” ό,τι βρίσκανε μπροστά τους, μαξιλάρια, καθίσματα-ακόμη και κομμάτια γκαζοσωλήνες- μ' αληθινή μανία. Ο Διονυσιάδης βγήκε τότε, αγριεμένος και με τη ρεπούμπλικα στραβά, στο προσκήνιο, αψηφώντας τα βλήματα του κοινού:
 -Βρε Πειραιώτες- φώναξε με τη βροντερή φωνή του- γιατί να ήσαστε άτιμοι άνθρωποι, μωρέ; Τι θέλατε, δηλαδή;  Για δυό παληοδραχμές που δώσατε να ψήσω τον Πεταλά στη σούβλα;
     Μ' άλλα λόγια, κι ο ίδιος δε διαφωνούσε με το έξαλλο αίτημα του κοινού. Εύρισκε μονάχα το ποσό εξευτελιστικό...
     Χωρίς τέτοιες δυναμικές αρετές ήτανε δύσκολο, την εποχή εκείνη, να σταθεί ένας θεατρώνης στον Πειραιά. Στην άλλη πλευρά του Πασαλιμανιού (εκεί ήτανε το θέατρο του Διονυσιάδη), αντίκρυ από τη θάλασσα, λειτουργούσε ο “Απόλλων”, ένα άλλο θέατρο πιο λαϊκό. Έδινε δυό ειδών
θεάματα: Ή παντομίμες δραματικές- το γνήσιο λαϊκό δράμα δεν είχε αποκτήσει ακόμα φωνή, μιλούσε με νοήματα- με το διάσημο στα χρονικά της Ελληνικής παντομίμας θίασο του Αβράμ Παντελιάδη και του Τιμολέοντα Ανδριόπουλου, ή κωμωδίες αυτοσχέδιες, απηχήσεις της “Κομέντια ντέλ Άρτε” ή παραποιήσεις Μολιέρου, με τον διαβόητο κωμικό Κανέλλο, που ερχότανε, το Σαββατόβραδο προ πάντων, ντυμένος και μακιγιαρισμένος, με ψηλό καπέλλο και με βελάδα, να παραστήσει, καβάλλα σ' ένα σταχτί γαϊδαράκο, από το μεγάλο δρόμο του Πασαλιμανιού, με βεγγαλικά, κλαπαδούρες και ιαχές της λουστραρίας... Αυτός σατίριζε τα γαλλικά της “αριστοκρατίας” με κάτι απλοϊκούς διαλόγους σαν κι αυτόν:
 -Κομάν σα φας;
 -Τυρί μπιέν!.
     Γέμιζε το θέατρο από παιδιά του λιμανιού, αλητάκια, λωποδυτάκια, αλλά και τίμια εργατάκια της φάμπρικας, πούφταναν μουντζουρωμένα (δεν πρόφθαναν ούτε να πλυθούν) και μπακαλογατάκια και λουστράκια και κάθε καρυδιάς καρύδι. Έκαναν τέτοιο πάταγο με φωνές, σφυρίγματα, κρότους ανυπομονησίας, να ιδούν τον “Γενναίο Ναύτη”, που ξεκοίλιαζε, με μια πελώρια κάμα, όλο το θίασο και τον έστρωνε κάτω, ή τον “ραδιούργο” Γώλο να βασανίζει τη Γενοβέφα “μετά του υιού της Δολόρου” - όπως έλεγε το πρόγραμμα, έκαναν τέτοιο πάταγο, λέω, που οι θεατρώνηδες, αδερφοί Παπαδόπουλοι, πριν σηκωθεί η αυλαία, έπαιρναν από ένα κομμάτι ξύλο, κατέβαιναν στην πλατεία, έδιναν ένα γερό μπερντάκι στους πιό ζωηρούς, για να γίνει κάποια 
ησυχία και ν' αρχίσει η παράσταση. Αυτός ο ξυλοδαρμός ήταν η κανονική, τακτική και απαραίτητη
εισαγωγή σ' όλα τα θεάματα.
     Απ' αυτά τα δύο θέατρα είχε γεννηθεί το δικό μου, στο πλυσταριό του σπιτιού μας. Δίναμε κι εμείς παντομίμες και κωμωδίες- “είσοδος ελευθέρα” στους πιτσιρίκους της γειτονιάς- που αυτοσχεδιάζαμε....

                    Σπύρος Μελάς, “Πενήντα Χρόνια Θέατρο” εκδόσεις Γεωργίου Φέξη 1960  

Σημείωση: Το κείμενο αυτό είναι η αρχή ενός ευρύτερου θεατρικού οδοιπορικού του Σπύρου Μελά έτσι όπως αποτυπώνεται στις 430 σελίδων βιβλίο του με μεγάλο ανεκδοτολογικό ενδιαφέρον με το γενικό τίτλο “Πενήντα Χρόνια Θέατρο”
Ένα ενδιαφέρον μελέτημα, όχι μόνο για τους ιστορικούς ή ερευνητές της ιστορίας του Ελληνικού Θεάτρου, αλλά και για τις κρίσεις που εκφέρει ένα άτομο παθιασμένο για το σανίδι και τη θεατρική τέχνη από τα μικράτα του. Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια που το καθένα προσδιορίζεται από το χρονικό και ιδιαίτερο στίγμα του. Η συγγραφική ροή κυλά ευχάριστα και με ευκολία, χωρίς να μπουκώνει από συμπληρωματικές πληροφορίες που θα  ενδιέφεραν μόνο τους ειδικούς. Ο Μελάς έχει όχι μόνο τη στόφα του θετρανθρώπου αλλά προτίστως του δημοσιογράφου και αυτό είναι πολύ μεγάλο προσόν. Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο “Σ' αναζήτηση του Εγώ” ο συγγραφέας μιλά για τα παιδικά του χρόνια στον Πειραιά. Μας προσφέρει πληροφορίες πολύτιμες για την όλη του θεατρική πορεία και για τον χώρο του Πειραιά μπορούμε να τις συσχετίσουμε με εκείνες του Νίκου Χαντζάρα, δες χρονογραφήματα στην εφημερίδα “Φωνή του Πειραιώς” ή το βιβλίο του Άγγελου Κοσμή και άλλων της εποχής. 
 Εκείνο που για άλλη μια φορά διαπιστώνουμε είναι ότι: ο Θεατρικός χώρος του Πειραιά είναι αχαρτογράφητος και ακόμα αποδελτίωτος. Μια ιστορία του Θεατρικού Πειραιά που θα μας φανέρωνε τους εκατοντάδες θιάσους που πέρασαν από τη μικρή μας πόλη, τα διάφορα μπουλούκια και τους ερασιτεχνικούς θιάσους που μας άφησαν τη θεατρική τους ικμάδα και παιδεία, δεν έχει ακόμα γραφεί. Υπάρχουν ασφαλώς σκόρπια κείμενα και μικρές μελέτες σε διάφορα περιοδικά της πόλης και ακόμα, πληροφοριακό υλικό αντλεί κανείς από τον τοπικό και αθηναϊκό τύπο. Αλλά αν σκεφτούμε ότι ο πατέρας της ιστορίας του Ελληνικού Θεάτρου Νικόλαος Λάσκαρης, και ο άλλος Διόσκουρος, ο Γιάννης Σιδέρης στη δική τους Ιστορία δεν αναφέρουν παρά ελάχιστα για αυτό το θέμα είναι όχι παρήγορο για εμάς τους Πειραιώτες και την κάποτε Θεατροκρατούσα πόλη μας. Που έθρεψε στην θαλασσινή αγκαλιά της ουκ ολίγους ανθρώπους του Θεάτρου και του Θεάματος. Ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, παραγωγούς, κινηματογραφιστές, μουσικούς, ενδυματολόγους κ.λ.π. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια από αξιόλογους ερευνητές (όσον αφορά το Δ.Θ.Π. ,Ν. Αξαρλής, Κ. Μπρεντάνου), το Νότη Κύτταρη για τα Βαριετέ, και από το Γιώργο Μπαλούρδο που κατέγραψε ένα μεγάλο σε όγκο πληροφοριακό υλικό, αλλά αν δεν υπάρξει  Δημοτικό ενδιαφέρον δύσκολα θα βρεθεί λύση.
           Στην πόλη αυτή που γεννήθηκαν ή έζησαν: ένας Αιμίλιος Βεάκης, μια Κατίνα Παξινού, ένας Δημήτρης Ροντήρης, ένας Θύμιος Καρακατσάνης,  ένας Γιώργος Κιμούλης, ένας Νίκος Δαφνής, ένας Γιάννης Κόκκινος, ένας Τάκης Βουτέρης, ένας Κώστας Κράλιοβιτς,  ένας Χάρης Ρώμας, μια Δέσπω Διαμαντίδου, μια Λήδα Πρωτοψάλτη και μια πλειάδα άλλων καλλιτεχνών που τίμησαν και εξακολουθούν μονοσήμαντα να τιμούν την πόλη του Πειραιά, φοβάμαι αν δεν ενδιαφερθούν οι αρμόδιοι για όλο το Θεατρικό φάσμα και εύρος, ότι ο Πειραιάς θα παραμείνει ένα Μουσείο “Μαντάμ Τισό” για επετειακές και μόνο εκδηλώσεις και άδοξες πολιτικές-δημοτικές αναφορές.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα, «Κοινωνική» Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011 σελίδα 13 για το «Πειραϊκό Σεντούκι».
Πειραιάς 26/5/2013
    
             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου