Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Πειραιάς 3/1/1946-Αθήνα, Κυριακή 27/11/2011

«Οι πιο ωραίοι δρόμοι στην πόλη είναι οι αδιέξοδοι./
 Και στη ζωή μας άλλωστε το ίδιο συμβαίνει».

      Με αυτούς τους στίχους τελειώνει ένα ποίημά του ο ποιητής και καθηγητής Βαγγέλης Αθανασόπουλος στα γενέθλια της γέννησης της μοναχοκόρης του. Τον Βαγγέλη, τον ποιητή, τον δοκιμιογράφο, τον μεταφραστή, τον πεζογράφο, τον νεοελληνιστή φιλόλογο, τον καθηγητή πανεπιστημίου, τον Πειραιώτη, που δεν έχανε ευκαιρία να επισκέπτεται την πόλη που γεννήθηκε, μια και εδώ έμεναν οι γονείς του, τον γνώρισα στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όταν ένας κοινός μας φίλος ο συγγραφέας Βρασίδας Καραλής μου τον έφερε στο σπίτι που μένω εδώ και χρόνια στον Πειραιά. Άρχιζε αν θυμάμαι καλά την σταδιοδρομία του στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα χέρια του κρατούσε τις ποιητικές του συλλογές και ένα ανάτυπο από ένα κείμενο που είχε γράψει για τον «Φάουστ» του Γκαίτε. (Διαλεκτική σκέψη και Έρωτας Faust ) 1984. Το πρώτο πράγμα που μου είπε μόλις εξερεύνησε τον μικρό χώρο του σπιτιού ήταν το εξής: «Γιώργο, πρέπει να είσαι αρκετά τρελός για να έχεις τόσα πολλά βιβλία και να ξοδεύεις τα λεφτά σου σε αυτά» Μαζί με τον Βρασίδα, βάλαμε και οι δύο τα γέλια και όπως γίνεται συνήθως στις ουσιαστικές παρέες και στις ειλικρινείς κουβέντες μεταξύ φίλων, τσακωθήκαμε για θέματα «κουλτουριάρικα» και βρεθήκαμε να τα πίνουμε σε ένα μπαράκι στον Πειραιά μιλώντας για την πόλη μας πού τόσο αγαπούσαμε και οι τρεις. Θυμάμαι επίσης την δεύτερη φορά που συναντηθήκαμε για να ηχογραφήσουμε την εκπομπή για Πειραιώτες δημιουργούς στο Κανάλι 1 του Πειραιά με τον γενικό τίτλο «Τα Μακρά Τείχη», που είχα αναλάβει. Ήταν μια ζεστή συνέντευξη που έγινε στο σπίτι μου με πολύ γέλιο και αρκετά απρόοπτα. Η εκπομπή μεταδόθηκε (νομίζω ήταν κάθε Τετάρτη;) και για πρώτη φορά ο πνευματικός κόσμος του Πειραιά μάθαινε για έναν νέο Πειραιώτη δημιουργό ο οποίος άρχιζε την καριέρα του στο πανεπιστήμιο, αλλά και την σημαντική του παρουσία στα Ελληνικά γράμματα  Στον Βαγγέλη επίσης, οφείλω και την γνωριμία μου με τον συγγραφέα Θανάση Πετσάλη-Διομήδη.
     ‘Έκτοτε μέχρι το φετινό Πάσχα που με κάλεσε και τον επισκέφτηκα στο σπίτι του επικοινωνούσαμε, βλεπόμασταν όποτε και οι δύο μπορούσαμε, και πάρα πολλές φορές μου τηλεφωνούσε για να που πει, ότι θέλει να μου χαρίσει διάφορα βιβλία-εκτός από τα δικά του-που του έδιναν οι εκδοτικοί οίκοι λόγω των εργασιών και των κριτικών του σε διάφορα έντυπα.
       Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος υπήρξε ένας από τους πολυγραφότερους πανεπιστημιακούς καθηγητές, το έργο του αριθμεί πάνω από είκοσι τόμους: «Ανδρέας Κάλβος η Ιεροτελεστία της Επανάστασης» 1986, «Στράτηςς Μυριβήλης-Στρατής Τσίρκας, Η Πολιτική διάσταση» 1992 και τα δύο από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα, «Το Ποιητικό τοπίο του Ελληνικού 19ου και 20ου αιώνα», τόμοι 2 από τις εκδόσεις Καστανιώτη 1995, και «Οι Μάσκες του Ρεαλισμού», τόμοι 3 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο 2003, καθώς και δεκάδες επιμέλειες βιβλίων, όπως: του διηγηματογράφου Γεωργίου Βιζυηνού, του Δημήτρη Βικέλα, του μυθιστοριογράφου Μ. Καραγάτση, του Θανάση Πετσάλη Διομήδη, της Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου και πολλών άλλων. Στο ενεργητικό του έχει επίσης και αρκετές μεταφράσεις κυρίως, Άγγλων Ρομαντικών ποιητών όπως Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Σάμουελ Κόλριτζ, αλλά και των Σαρλ Μπωντλαίρ, Έζρα Πάουντ, Λούντβιχ Βίτγενστάιν, και πάμπολλες κριτικές βιβλίων, εισαγωγές και μελετήματα, στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ευθύνη», «Νέα Εστία», «Περίπλους» και στις εφημερίδες «Βραδυνή», «Ελευθεροτυπία», «Η Καθημερινή» κ.λ.π. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1964 με κριτικό άρθρο στην εφημερίδα «Βραδυνή» και στον λογοτεχνικό στίβο το 1976 με την ποιητική συλλογή «Εαυτόν τιμωρούμενος» από τις εκδόσεις «Κέδρος».
     Ο Πειραιώτης πανεπιστημιακός «σπατάλησε» θα γράφαμε την τεράστια παρακαταθήκη των πολύπλευρων γνώσεών του στην πανεπιστημιακή έρευνα που με συνέπεια διεξήγαγε.
   Στις μελέτες του συνήθιζε να ανοίγει έναν διάλογο με τις απόψεις άλλων θεωρητικών κριτικών, σχολίαζε τις απόψεις τους, και προχωρούσε τις σκέψεις τους. Ιδιαίτερα διερευνούσε την ποιητική των κειμένων αλλά και της γλώσσας τους, σε σχέση με τη θέση που έχουν τα κείμενα αυτά μέσα στις διάφορες εθνικές γραμματολογίες. Άνοιγε δηλαδή έναν ενδοκειμενικό λογοτεχνικό πολιτισμικό διάλογο. Με εξαιρετική διεισδυτικότητα ανίχνευε τη δημιουργική λειτουργικότητα των κειμένων που τον ενδιέφεραν και μας φανέρωνε τους εσωτερικούς προσανατολισμούς των συγγραφέων σε σχέση με την εποχή τους και με άλλες κειμενικές συγγενικές παραμέτρους. Ο Αθανασόπουλος ακολουθούσε έναν ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης των κειμένων. Η αναγνωστική του και ερμηνευτική του μεθοδολογία ήταν πολλές φορές τόσο προσωπική που ίσως γινόταν κάπως σκοτεινή και δυσκολοξεκλείδωτη για τους αναγνώστες των μελετημάτων του. Η εξέταση πολλές φορές της συνήχησης των λέξεων, των συντακτικών σχημάτων εντός του κειμένου, της λειτουργικότητας και της σημασίας που έπαιζαν ορισμένα ουσιαστικά μέσα σε μια πρόταση καθώς και την ιδιαίτερη λειτουργικότητα άλλων, ενώ μας φανέρωνε την έμπειρη ματιά ενός στοχαστή και ερευνητή,-ενός συνεπή παλαιού φιλολόγου-δυσκόλευε τον αναγνώστη στην παρακολούθηση των θεωρητικών του προσεγγίσεων. Βασικό εργαλείο της έρευνάς του ήταν επίσης και «η διάγνωση της μυθικής μεθόδου». Ο αναγνώστη χρειαζόταν αρκετή προσπάθεια και τεράστια αναγνωστική επάρκεια για να κατανοήσει τα κείμενά του. Ο Βαγγέλης συνομιλούσε με τα κείμενα με έναν ιδιαίτερο τρόπο αδιαφορώντας μάλλον αρκετές φορές για τους δικούς του αναγνώστες. Ανέλυε φιλοσοφικά τα κείμενα, στοχαζόταν πάνω σε αυτά που του στέκονταν η αφορμή για να απλώσει τις δικές του σκέψεις και στοχασμούς. Από τις συζητήσεις μας γνώριζα αν θυμάμαι σωστά, ότι τον ενδιέφερε περισσότερο η φιλοσοφία από την καθαρή λογοτεχνία. (ίσως να κάνω λάθος, αλλά τι σημασία έχει τώρα πια).
    Το πυκνό του ύφος, το αρκετά σκοτεινό, και η «συμπαγή» λεκτική εκφορά της γραφής του ήταν κάτι που τον διέκριναν σαν συγγραφέα.
    Το 1991 βραβεύτηκε με το κρατικό βραβείο δοκιμίου και κριτικής και την επόμενη χρονιά από το Ίδρυμα της Ελένης και του Κώστα Ουράνη, με το οποίο συνεργάστηκε στην επιμέλεια έκδοσης αρκετών συγγραφέων.
     Αγαπητέ δάσκαλε και φίλε Βαγγέλη, βρίσκεσαι πλέον στην γειτονιά συγγραφέων που αγάπησες και ερεύνησες.
     Κρίμα για άλλη μια φορά που ο Πειραιάς δεν θέλησε να γνωρίσει ένα σημαντικό τέκνο του και γιατί όχι να το τιμήσει.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος,
σε μια πρώτη μορφή, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Κοινωνική» Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011 σελίδα 5.