Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ


ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ

«Προσωπογραφίες» 
Αθήνα 1997.

     Ο κύριος Αχιλλέας Χρηστίδης γεννήθηκε στον Πειραιά. Είναι αυτοδίδακτος ζωγράφος και έχει στο ενεργητικό του δώδεκα ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το Εξωτερικό.
     Στο μικρό  βιβλίο με τίτλο «Προσωπογραφίες» που μόλις κυκλοφόρησε, αποτυπώνει με πυρετική τρυφερότητα, έτσι όπως διαφαίνεται από τις λιτές πινελιές και την οικονομία που χαρακτηρίζει τη φόρμα του, τα πρόσωπα οκτώ διαφορετικών συγγραφέων που αγάπησε. Πρόσωπα που σημάδεψαν με τον τρόπο τους και το έργο τους τον πολιτιστικό τους χώρο.
Όπως: ο ελισαβετιανός δραματουργός Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ο τραγικός ποιητής Κάρολος Μπωντλαίρ, ο κλειστοφοβικός μυθιστοριογράφος Φρανς Κάφκα, η οριακή προσωπικότητα του συγγραφέα Αντονέν Αρτώ, ο σιωπηλός Σάμιουελ Μπέκετ, ο περιθωριακός Ουίλλιαμ Μπάροουζ, ο δωρικός Νίκος Καρούζος, η σημαντική πεζογράφος Ζυράννα Ζατέλη.
Η εξπρεσιονιστική του ματιά ανακαλεί αμυδρά τον Εμίλ Χάνσεν και τον Έρνστ Κίρχνερ, και το Γερμανικό κίνημα της «Γέφυρας» όπως αναπτύχθηκε στην Δρέσδη την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, και επεδίωξε να εκφράσει εσωτερικές πεποιθήσεις… με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό. Ένα κίνημα που «συνέχισε» την Σχολή των Φοβιστών. Τα ακαθόριστα συχνά χαρακτηριστικά των προσωπογραφιών του, θυμίζουν ζωγράφους του δεύτερου Γερμανικού εξπρεσιονιστικού κινήματος με τίτλο «Γαλάζιος Καβαλάρης» των αρχών της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα μας, που στην ομάδα του ανήκουν ο Φράνς Μάρκ, ο Αουγκούστ Μάκε κ. ά. Ο Πειραιώτης συγγραφέας και τεχνοκριτικός Μάνος Στεφανίδης, σε σημείωμά του για παλαιότερη εργασία του ζωγράφου σημειώνει χαρακτηριστικά: «Είναι ένας ανακατασκευαστής του οποίου η πρωτοτυπία έγκειται στην παντελής έλλειψη οποιασδήποτε διατεταγμένης πρωτοτυπίας».
    Οι «Προσωπογραφίες» του Αχιλλέα Χρηστίδη μας φανερώνουν όχι μόνο τον εξωτερικό χώρο  που δρουν και δημιουργούν τα πρόσωπα που σκιτσάρει, αλλά μας αποκαλύπτουν και τις διάφορες επιδράσεις που δέχτηκαν από αυτό. Η αλλαγή αυτή συνμαρτυρείται και  από τα αποσπάσματα που συμπληρώνουν την έκδοση. Ο χώρος και ο χρόνος που ζουν και κινούνται εγκιβωτίζουν την προσωπικότητά τους , και αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά τους. Η ταυτότητά τους πολιορκείται από κοινωνικό τους περιβάλλον και το ψυχικό τους στίγμα αλώνεται «αβάσταχτα». Η πνευματική τους αδρότητα με ένταση δοσμένη οριοθετεί τη ρητορική της προσωπογραφούμενης προσωπικότητάς τους.
Ο Πειραιώτης ζωγράφος δεν επιδιώκει να τέρψει το βλέμμα μας με τις σπαρακτικές αυτές ανθρώπινες φιγούρες του. Δεν επιθυμεί να γίνει γλαφυρός ή διακοσμητικός στις αισθήσεις μας. Αλλά με το δραματικό αλλά ταυτόχρονα και σκληρό ύφος του σχεδίου και των χρωμάτων που υιοθετεί, και μια συμπύκνωση τόσο στην ένταση των γραμμών όσο και των άλλων στοιχείων της απεικόνισης, επιδιώκει να αποδώσει την οδύνη της ανθρώπινης κατάστασης όπως αυτός την αισθάνεται και την βιώνει.
Θέμα σταθερό της ζωγραφικής του πρότασης είναι ο ανθρώπινος πόνος, η αγωνία, η οδύνη, η βία, ο φόβος, η μοναξιά, η τρέλα, η απόγνωση, οι διάφορες καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής που αποτυπώνονται στα πορτρέτα που σκιτσάρει. Αλλά και η μορφική τους επεξεργασία είναι το ίδιο αγωνιώδης, έντονη, βίαιη, απότομη, τραχεία τραγική. Ώστε να μην αναγνωρίζεται εύκολα όχι μόνο το απεικονιζόμενο πρόσωπο, αλλά και, να μας δημιουργείται η απορία για το που θα συναντήσει κανείς περισσότερη σκληρότητα, στη ζωή ή στην απεικόνισή της.
Τα σκίτσα του Αχιλλέα Χρηστίδη, καταθλίβουν, απογοητεύουν, δεν προσφέρουν καμία ελπίδα σωτηρίας, ανάσα ζωής, ψυχική διέξοδο.  Ένα ανάλογο αίσθημα νιώθουμε όταν παρατηρούμε τα έργα του Άγγλου Φράνσις Μπέικον ή του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρτ Μουνχ. Τα νευρώδη και πλαστικά σκιτσογραφικά του πρόσωπα είναι μουντά, κλεισμένα στον εαυτό τους, ευάλωτα στη μοναξιά και το προσωπικό τους άγχος, την ματαιότητα της ζωής τους και τις διάφορες κοινωνικές τους φοβίες. Το μόνο που μας επιτρέπεται να ανακαλύψουμε σε αυτά είναι ένας ακαθόριστος αισθησιασμός που διαφαίνεται μέσα από την παράδοξη ανέλιξη της εσωτερικής τους αναγκαιότητας να υπάρξουν έστω και ως «σκίτσο». Η επιθυμία του Πειραιώτη ζωγράφου για την ψυχολογική χαρακτηρολογία του καθενός από αυτά είναι σαφής και έντονη. Και η ακινητοποίησή τους (σε σκίτσο), με σκοτεινά, και στερεά χρώματα σχήματα πλαστικά και έντονα, και ύφος όχι πάντα αδρό, αποδίδουν την αχρονικότητα θα λέγαμε του χαρακτήρα τους. Των σημαντικών αυτών καλλιτεχνών της Τέχνης που κατά τον Χρηστίδη γειτονεύουν ασφυκτικά μέσα στην συνείδησή μας.
Και καθώς τα παρατηρούμε και αναπλάθουμε των Εκείνων βίο, αντικρίζουμε τα δικά μας πρόσωπα, νιώθουμε την δική μας πορεία, τις ατομικές μας φοβίες, αφουγκραζόμαστε τα προσωπικά μας άγχη. Εμπλουτίζουμε με τον τρόπο αυτό το δικό μας εικονοστάσι με μορφές που υπήρξαν και υπάρχουν ως έκφραση του δικού μας αδιεξόδου.

 Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, πρώτη δημοσίευση,
εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιά» 5 Μαρτίου 1997