Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

ΘΟΔΩΡΟΣ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ


                        Η ΑΛΛΗ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

     Παράξενο παιχνίδι επεφύλαξε η Μοίρα  στον ποιητή των εικόνων, στον σκηνοθέτη που ανέδειξε τα πιο σκοτεινά σημεία της Ελληνικής πολιτικής Ιστορίας, στον καλλιτέχνη που απεικόνισε τα ένδοξα ερείπια της αυτοκρατορικής ιστορίας των Ελλήνων, στον πιο homo politicus σκηνοθέτη του Ελληνικού κινηματογράφου.
Ο TEO, της λεπτής ισορροπίας μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, της απτής καθημερινότητας και της πολιτικής σκληρότητας, του εσωτερικού χώρου αλλά και των μεγάλων εξωτερικών πλάνων, ο μαϊστορας της Έβδομης Τέχνης που συνεχώς μας ταξίδευε σε χώρους δημιουργικής φαντασίας δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας.
Κάθε ταινία του Αγγελόπουλου είναι ένα αποκαλυπτικό και συνάμα συνταρακτικά σκληρό ταξίδι, μια απαρίθμηση των σπασμένων και αρχαϊκών ιστορικών στιγμών της Ελληνικής Ιστορίας. Μια συνεχιζόμενη περιπλάνηση ακόμα και όταν όλα έχουν κατά βάθος χαθεί, όταν δείχνουν ότι έχουν κλείσει τον κύκλο τους. Μια αδιάκοπη δραματική περιπέτεια μεταξύ ενός εύθραυστου συλλογικού πολιτικού οράματος και μιας βέβηλης καθημερινότητας. Δεν είναι σίγουρα τυχαία η επιλογή του σκηνοθέτη να γυρίσει τις περισσότερες ταινίες του στις πιο απομακρυσμένες-συνοριακές περιοχές της Ελλάδας. Να φωτογραφήσει κάπως «πρωτόγονες» περιοχές της Ελληνικής υπαίθρου με ότι αυτό συνεπάγεται. Η ιστορική ταλάντωση συνεχίζεται και όταν ο Θίασος ξεπουλά όλα του τα υπάρχοντα, ακόμα και. τις δραματικές μνήμες των ηρώων του. Συνεχίζεται και όταν το χέρι που αναδύεται από τον Θερμαϊκό κόλπο του λιμανιού της Θεσσαλονίκης,-με κομμένο το δείχτη του, δεν μπορεί να μας δείξει πλέον το δρόμο-στόχο. Ακόμα και αν η σχεδία πλημμυρισμένη από την ομίχλη, με επιβάτες τους δύο ηλικιωμένους, άγνωστο αν θα φτάσει ποτέ στα Κύθηρα. Ακόμα και όταν ο πληγωμένος Μεγαλέξανδρος θυσιάζεται καθώς οικειοποιείται,-(και χρησιμοποιείται;) ο επαναστατικός του ηρωισμός από την άρχουσα τάξη. Ακόμα και όταν η σκόνη του χρόνου σκεπάσει τα πάντα.
Ακόμα και μετά την αιωνιότητα, «περισσεύει» μια μέρα. Η μέρα της αφήγησης του δημιουργού.
     Η εξορία συνεχίζεται μόνο και μόνο για να υπάρχει το βλέμμα του Οδυσσέα. Φυγάς Θεόθεν και Αλήτης έλεγαν οι Αρχαίοι. Αυτή είναι η άλλη πατρίδα του Έλληνα, το διαρκές μας ταξίδι προς τα έξω με τον αρχαίο πολιτισμό και μέσα μας με την ορθόδοξη παράδοση. Αυτά τα αινιγματικά πρόσωπα των σύγχρονων Ελλήνων Ατρειδών είναι εκείνα που συνεχίζουν την παράδοση του ταξιδιού με τίμημα την ίδια τους την ύπαρξη με ένα ευδιάκριτο και σαφή τελετουργικό και συμπλέκουν, την ιερή και βέβηλη ταυτοχρόνως Ιστορία της Ελλάδας με την δική τους μικροιστορία. Μια ιστορία ανακυκλούμενη από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας απαλλαγμένη από ευθύγραμμες νοσταλγικές σχηματοποιήσεις αλλά και προκαθορισμένες  σκοτεινές αρχές της μοίρας.    
     Παύσεις, σιωπές, ασπρόμαυρα και έγχρωμα πλάνα, μακρόσυρτες χρονικές αναφορές, αργές, νωχελικές κινήσεις, θεατρικές αναπαραστάσεις, αυθεντικά γεγονότα παλαιότερων ιστορικών στιγμών, επαναλαμβανόμενα στίγματα-φετίχ που φανερώνουν την προβολή του ιστορικού χθες στο επικαιρικό σήμερα, αλληγορικά ευρήματα, ιδεολογικές εμμονές με διαχρονικότητα, ελεγειακές εικόνες, και ένας σαφής αλλά κλειστός μύθος με τους ιδιαίτερους συμβολισμούς του, καθώς και η χρησιμοποίηση μιας κρυπτογραφικής κινηματογραφικής γλώσσας αρθρώνουν τον ποιητικό λόγο των ταινιών του και οργανώνουν το υλικό της κινηματογραφίας του και της προσωπικής του φιλοσοφίας. Μια φιλοσοφία σαφώς οντολογική, άκρως αισθητική, που έρχεται από τα βάθη της ελληνικής ιστορίας, από τα μύχια κρύφια της ελληνικής φυλής, και οδεύει που; Και προς το;
          Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, αυτός ο ανήσυχος γιος ενός μικρέμπορα αρωματοπώλη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου του 1936, (χρονιά σημαδιακή (δικτατορία του Μεταξά), το 1953 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με το πέρας των σπουδών του φεύγει για την Πόλη του Φωτός, το Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα στη Σορβόννη κοντά στον μεγάλο στρουκτουραλιστή ανθρωπολόγο Κλωντ Λεβι Στρως και έρχεται σε επαφή με τα νέα ρεύματα της Ευρωπαϊκής διανόησης αλλά και της τέχνης του κινηματογράφου. Επίσης κατά την διαμονή του στο Παρίσι μαθητεύει κοντά στον δημιουργό του Cinema-Verite (σινεμά της Αλήθειας), Jean Rouch. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1964 κάνει τον κριτικό κινηματογράφου στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή». Η περίοδος 1972-1977 είναι όπως σημειώνει ο Sergio Arecco στο βιβλίο του: «Θόδωρος Αγγελόπουλος- κριτική ανάλυση του έργου του» εκδόσεις Ηράκλειτος 1985,
«Είναι τα χρόνια της πυρετικής δραστηριότητας του Αγγελόπουλου, της έμμονης ιδέας του για την «αρχαιολογία» της ιστορίας (με την έννοια που δίνει ο Φουκώ στη λέξη «αρχαιολογία»). Αλλά ο Αγγελόπουλος είναι μια εξαιρετική προσωπικότητα, και τα χρόνια που καθιερώνεται είναι χρόνια της απροσδόκητης κάμψης του ενθουσιασμού των νέων Ελλήνων σκηνοθετών». σελίδα 18.        
      Οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι θα γράφαμε, κινηματογραφικές δημιουργίες-ιστορικά τεκμήρια. Ταινίες με έντονο και καθοριστικό το στίγμα της ιστορικής και πολιτικής μυθοπλασίας οι οποίες αναπαριστούν τα ερείπια μιας χώρας όπως είναι η Ελλάδα με ένδοξο παρελθόν. Μιας χώρας που βαλτώνει από τη γάγγραινα  της χρόνιας υπανάπτυξης και που δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί το πολιτιστικό της παρελθόν, που αρέσκεται να κομπάζει φορώντας τα ευρωπαϊκά της ψιμύθια και υπερηφανεύεται  για το σπάσιμο του κοινωνικού και κοινοτικού της ιστού. Ο σημαντικότερος ίσως σκηνοθέτης του νεότερου Ελληνικού κινηματογράφου με τις ταινίες-τεκμήριο, πραγματοποιεί μια ανθρωπολογική ανάλυση της Ελληνικής πραγματικότητας. Ερμηνεύει την ιστορική και πολιτική Ελληνική παθογένεια σε όλο της το τραγικό μεγαλείο. Στα έργα του η Ιστορία μετασχηματίζεται διαρκώς. Ο έντονα πολιτικοποιημένος, και ιστορικά συνειδητοποιημένος, «αριστερός» κινηματογραφιστής, αναζητά το υπόβαθρο της ιστορικής εξέλιξης μέσα στην πολιτική εξουσία των νικητών και τις επακόλουθες μετά την νίκη τους πρακτικές τους, αναλύοντας ταυτόχρονα τους καταπιεστικούς μηχανισμούς πολιτικής κυριαρχίας και φυσικής εξόντωσης των αντιπάλων τους αλλά και τους επακόλουθους τρόπους παραγωγής της πάλης των τάξεων. Οι ήρωές του, δεν είναι «μοντέλα» που τους χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης σαν «μανεκέν» όπως έπραξε στις δεκάδες πολιτικές ταινίες του ο λαϊκός Γιάννης Δαλιανίδης, και του οποίου η «ταξική» ματιά δεν έχει προσεχθεί όσο θα έπρεπε από τους ειδικούς του κινηματογράφου,(παρά μόνο τα φαντασμαγορικά Μιούζικαλ του). Οι ηθοποιοί του Αγγελόπουλου δεν στέκονται στυλιζαρισμένοι απέναντι στον φακό, δεν αποτελούν συμπλήρωμα της κινηματογραφικής μυθοπλασίας αλλά κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του αδιέξοδα και την ατομική του εξορία μεταφέρουν πάνω τους όχι μόνο τα γνωρίσματα του χαρακτήρα τους και τις υπαρξιακές τους διαθέσεις και αγωνίες αλλά την ιστορική μοίρα ενός μεγάλου τμήματος του Ελληνικού κόσμου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα των ιδεολογικών όραμά των τους. Η κοινωνική και πολιτική ανάγνωση των ταινιών του καθώς και η ιστορική ερμηνεία των επιλογών των ηρώων του μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε τα συνειδητά ή ασυναίσθητα πολιτικά ολισθήματα μιας κοινωνίας η οποία δεν κατόρθωσε μέχρι τις μέρες μας να βρει το ιστορικό της στίγμα, το οποίο θα την απαλλάξει από τις αγκυλωτικές κοινωνικές εμμονές και φοβίες της και θα την οδηγήσει προς το μέλλον. Δηλαδή προς τις αξίες του Δυτικού κόσμου όπου ανήκει, και που κάποτε στο  ένδοξο παρελθόν της αγωνίστηκε για τις αξίες αυτές.
     Ο θεατής των έργων του Αγγελόπουλου, δεν είναι πλέον «αθώος των ιστορικών γεγονότων τούτων», δεν παρακολουθεί με απάθεια τις επιδράσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος στην διαμόρφωση του χαρακτήρα των ηρώων, δεν παρακολουθεί τις ταινίες ως ένα ακόμα μάθημα της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας της πατρίδας του, ούτε ως εγκώμιο μιας ηττημένης ιδεολογίας βυθισμένος στη βελούδινη πολυθρόνα του. Ο θεατής μέσω του κινηματογραφικού φακού του Αγγελόπουλου συνεχίζει θα σημειώναμε, την πολιτική ιστορία της Ελλάδας με άλλα μέσα, για να παραφράσουμε την γνωστή ρήση του Τσίγκα Βερτόφ, «Ο κινηματογράφος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα».
            Μπορεί τα πλάνα του να είναι πάρα πολύ αργά, μπορεί ο κινηματογραφικός του χρόνος να «σέρνεται» πολλές φορές και να κουράζει, άλλες πάλι φορές η γωνία λήψης του φακού του να μεταβάλλεται ελάχιστα έως καθόλου και άλλες φορές να ξαναβλέπουμε το ίδιο σκηνικό στο βάθος του πλάνου, μπορεί η ιδεολογία να πρυτανεύει και να στενεύει κάπως την κινηματογραφική του αισθητική-ιδιαίτερα στις πρώτες του ταινίες- όμως η συνολική θεώρηση του έργου του, το σύνολο οπτικό του πεδίο, είναι όχι μόνο θετικό για την Ελληνική και Παγκόσμια Κινηματογραφική Τέχνη, αλλά και ένα αυθεντικό κινηματογραφικό τεκμήριο της Ελληνικής Ιστορίας.
      Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος  μας διδάσκει Ιστορία και Πολιτισμό με ένα βλέμμα μετέωρο μεν αλλά ασφαλές αν κατανοήσουμε την ερμηνεία και ποιητικότητα των εικόνων και των λεγομένων του. Η σκηνοθετική του μαγεία δεν είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί, αρκεί να επιμείνουμε και να την σεβαστούμε. Τα σενάριά του είναι σεμινάρια ιστορικής και πολιτικής διδαχής. Ο φακός του είναι αριστοκρατικός αλλά και έντονα οντολογικός.
      Η Ελλάδα ανεξάρτητα από την τύχη που της επεφύλασσαν οι κατά καιρούς πολιτικοί, θρησκευτικοί και οι άλλοι κρατικοδίαιτοι ηγέτες της, (που φλερτάρουν με τον νομικίστικο ανθρωπισμό τους με την ισλαμοποίησή της όπως άλλοτε φλέρταραν με την σταλινοποίησή της) υπήρξε μια πατρίδα (έστω μητριά) που μπορεί να εξόριζε τα τέκνα της αλλά κυοφόρησε μεγάλες προσωπικότητες σε όλους τους τομείς του πολιτισμού και της ιστορίας. 
     Και θα γράφαμε, σαν κατευόδιο στο στερνό ταξίδι αυτού του μεγάλου Έλληνα,-που τόσο κυνήγησε την έννοια του χρόνου μέσα στις ταινίες του και ο χρόνος-η ταχύτητα, είναι εκείνη που του έκοψε το νήμα της ζωής του (τι τραγική κάθαρση)  να μην επαληθευτεί ο σεναριακός του λόγος όσον αφορά την χώρα.
       Ο Θανάσης Βέγγος σε μια στιγμή λέει βγαίνοντας από το αμάξι: «Η Ελλάδα πέθανε, αλλά αν είναι να πεθάνει ας πεθάνει γρήγορα γιατί ο θάνατός της είναι αργός και κάνει πολύ θόρυβο».
           Ας ελπίσουμε να μπορέσουμε εμείς, οι θιασώτες των ταινιών του, εμείς οι περιλυπόμενοι Έλληνες, να σταματήσουμε αυτόν τον επιθανάτιο θόρυβο. Του το οφείλουμε.   


                                
 


     Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου του 1936 και άφησε την τελευταία του πνοή χθες, ημέρα Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2012 σε ηλικία μόλις 76 ετών, ύστερα από ξαφνικό και αναπάντεχο τροχαίο δυστύχημα που είχε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της νέας του ταινίας «Η Άλλη Θάλασσα» στην περιοχή της Δραπετσώνας.
         Ο Αγγελόπουλος άφησε στην μέση τις σπουδές στη Νομική Σχολή για να ασχοληθεί με την μεγάλη του αγάπη τον Κινηματογράφο. Την δεκαετία του 1960 φεύγει για σπουδές στην Γαλλία όπου σπουδάζει στη Σορβόννη Φιλολογία, Φιλμολογία και Εθνολογία. Μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων αυτών συνεχίζει τις σπουδές του πάνω στον Κινηματογράφο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ασχολείται με την κινηματογραφική κριτική στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή» Μαζί με τον Βασίλη Ραφαηλίδη εκδίδουν το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος».
Το 1965 γυρίζει τη μικρού μήκους  ταινία «Περιπέτειες με τους Φόρμιγξ»,
το 1968 επίσης τη μικρού μήκους «Εκπομπή»,
το 1970 γυρίζει την ασπρόμαυρη μεγάλου μήκους ταινία του «Αναπαράσταση», το 1972 γυρίζει τις «Μέρες του ‘36» μια κατεξοχήν πολιτική ταινία που έκανε εντύπωση.
Το 1975 γυρίζει τον θρυλικό «Θίασο» έχει μείνει αλησμόνητη ανάμεσα στις άλλες σκηνές και εκείνη που όλος ο Θίασος, το μπουλούκι των ηθοποιών ξεπουλάει τα μπαγκάζια του και διαλύεται.
Το 1977 έρχονται «Οι κυνηγοί» με τα μεγάλα πλάνα πάνω στο χιόνι. Ένα μάθημα για σπουδαστές της Κινηματογραφικής τέχνης.
Ακολουθεί το 1980 ο θρυλικός «Μεγαλέξανδρος» που τόσο πολύ σχολιάστηκε για τα (πράγματι) πάρα πολύ αργά πλάνα του. Θυμάμαι, εδώ στον Πειραιά που το παρακολούθησα την πρώτη φορά, τους θεατές να κοιμούνται ή να φεύγουν νευριασμένοι. Ένα τέταρτο αν θυμάμαι καλά ήταν ένα και μόνο πλάνο του Μεγαλέξανδρου πάνω στην οθόνη. Την δεύτερη φορά είδα το έργο με τον παιδικό φίλο Βρασίδα Καραλή, αντέξαμε σκουντώντας ο ένας τον άλλον, στον κινηματογράφο Ολύμπιον ήταν νομίζω.
Το 1984 έρχεται η λυρική και ποιητικότατη ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα» με τις θεσπέσιες πολύχρωμες εικόνες και τα μαγευτικά πλάνα, με τον θεϊκό Μάνο Κατράκη, αυτή την επιβλητική παρουσία πάνω στην σχεδία σε ένα ταξίδι μέσα στην ομίχλη προς το πουθενά, και το σαξόφωνο με την μουσική σύνθεση της Ελένης Καραϊνδου να σπαράζει ένα αργόσυρτο μοιρολόι. Μια Ελεγειακή ταινία από τις σπουδαιότερες του Ελληνικού Κινηματογράφου.
Ακολουθεί ο τρυφερός «Μελισσοκόμος» 1986 με τον αλησμόνητο Μαρτσέλο Μαστρογιάννη σε έναν ρόλο εντελώς διαφορετικό από αυτούς που μας είχε συνηθίσει.
Ακολουθεί το 1988 το «Τοπίο στην ομίχλη» με τον Στράτο Τζώρτζογλου, τον Ηλία Λογοθέτη και την σταθερή συνεργάτιδά του ηθοποιό Εύα Κοταμανίδου.
Το 1991 έχουμε το «Μετέωρο βήμα του πελαργού» όπου η Ιστορία, η Ιδεολογία, ο Πολιτισμός γενικότερα, με την παλάμη χωρίς δείκτη δεν δείχνουν πουθενά  Τι προφητική διαπίστωση για την σημερινή Ελλάδα. Πάλι με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννη, και τον τρομερό θρύλο της Γαλλικής σκηνής την πανέμορφη Ζαν Μορό.
Ακολουθούν 1995 «Το βλέμμα του Οδυσσέα», με τον Θανάση Βέγγο,
1998 το «Μια αιωνιότητα και μία μέρα»,
το 2004 «Το λιβάδι που δακρύζει».
Το 2008 την «Σκόνη του χρόνου» με τον Μισέλ Πικολί και την Ιρέν Ζακόμπ.
Φέτος πριν τον αναπάντεχο χαμό του ετοίμαζε την τελευταία του ταινία «Η άλλη θάλασσα»
Το 1998 βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών.
Πολλά του σενάρια κυκλοφορούν από τις γνωστές κινηματογραφικές εκδόσεις «Αιγόκερως» καθώς και μελέτημα σχετικά με το έργο του.
Η Κινηματογραφική Ιαπωνική Ακαδημία έχει συμπεριλάβει όλες τις ταινίες του σαν μάθημα σε ομώνυμες σχολές.

      Και όπως έλεγε και ο ίδιος : «Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω, ξεχάστε με στην θάλασσα».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος,
Πειραιάς 26 Μαΐου 2013.

Σημείωση: Το κείμενο σε μια πρώτη μορφή του γράφτηκε για την σελίδα «Πειραϊκό Σεντούκι» της Πειραϊκής εφημερίδας «Κοινωνική» που είχα δημιουργήσει γράφοντας διάφορα κείμενα που αφορούν τον πολιτισμό και την τέχνη γενικότερα καθώς και κριτικές βιβλίων και περιοδικών. Δημοσιεύτηκε την Πέμπτη 26 Ιανουαρίου του 2012.