Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ


ΣΕΡ ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ (1903-2000)

Ένας στυλίτης του βυζαντινού πολιτισμού


      Έφηβος θυμάμαι ήμουν όταν πρωτοδιάβασα τα βιβλία του διαπρεπούς βυζαντινολόγου. Είχαν προηγηθεί οι εργασίες του Φαίδωνος Κουκουλέ, του Νικόλαου Τωμαδάκη, του Διονύσιου Ζακυθηνού και άλλων.  Ήταν η εποχή που στην Ελλάδα-τουλάχιστον για τους νέους της γενιάς μου-που μαθαίναμε την Βυζαντινή ιστορία από το βιβλίο του Ρώσου ιστορικού Αλεξάντερ Βασίλιεφ. Την μύηση στην ιστορία του Βυζαντίου μας την είχε κάνει ένας βιβλιοπώλης στην οδό Ιπποκράτους στην Αθήνα, ο «Βαγιοννάκης» αν θυμάμαι σωστά το όνομά του. Αυτός μας τροφοδοτούσε με τα σχετικά βιβλία, παλαιά και νέα, όπως αντίστοιχα ο «Λαδιάς» μας πωλούσε βιβλία με το κιλό. Δεκάδες βιβλία είχαμε αγοράσει πάνω στη ζυγαριά. Αλήθεια τι πλούτος γνώσεων δόθηκε με το κιλό. Λάτρης ανέκαθεν της εκκλησιαστικής γραμματείας, αλλά και της θύραθεν, χωρίς ασφαλώς να παραμελώ και την αρχαία ελληνική παιδεία και αισθητική βούτηξα από πολύ νωρίς στα νάματά τους. Ο σοφός αυτός βιβλιοπώλης ο «Βαγιοννάκης», κατάλαβε αμέσως τι σαβουραναγνώστης ήμουν (έτσι με αποκαλούσαν οι φίλοι), αλλά και τι αναζητήσεις είχα και μου πρόσφερε για πρώτη φορά τα βιβλία του σερ Στίβεν Ράνσιμαν.
     Ήταν μετά το τέλος της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Εποχή των πολλαπλών κοινωνικών επιλογών και ανερμήνευτων ακόμα ονείρων, των αβάσταχτων διλημμάτων και αποφάσεων όσον αφορά τις ερωτικές μας προτιμήσεις αλλά και των καθημερινών ξαφνικών εκλάμψεων. Όταν ο λυγμός της εφηβείας συναντούσε τον χαροποιό φόβο των ανθρώπων της γενιάς μου. Καθώς η ζωή με όλα τα μεγαλειώδη μυστικά και μυστήριά της αγωνιζόταν να αποτυπωθεί σε κάθε είδους πράξη και εμπειρία, θέλοντας να αποκαλυφθεί μπροστά στους άλλους και να μετατραπεί σε έναν παγκόσμιο διερμηνέα πολιτικών πρακτικών και κοινωνικών ευαισθησιών, επαναστατικών επιλογών αλλά και ατέλειωτων ψευδαισθήσεων. Όταν ο θάνατος ακόμα ήταν ένα απλό στίγμα στο πρόσφατο παρελθόν της ιστορίας. Τότε, συνειδητοποιήσαμε,-όσοι από εμάς ήθελαν και άντεχαν-ότι μόνη πατρίδα του ανθρώπου είναι το σώμα του και οι ανάγκες του. Ταυτότητά του είναι η δια βίου καλλιέργειά του και οι ευαισθησίες του. Και για σημαία του έχει τις καθημερινές εμπειρίες του.
Μέτοικοι ήμαστε του κόσμου τούτου και ξενομερίτες του άλλου.
Ανακαλύπταμε το μυστήριο του Εσύ στον άλλον σαν έκσταση και την έπαρση του Εγώ σε Εμάς σαν προτροπή. Παραπαίοντες εξερευνητές της ζωής βλέπαμε πως μόνο ο προσωπικός μας μύθος είναι το όντος παρόν στην κατ’ εξακολούθηση φθορά των γεγονότων. Ενώ η ζωή των άλλων μόνο ως αληθοφάνεια σε περιπετειώδη στιγμιότυπα μπορούσε να μας δοθεί.
     Και αυτήν την αληθοφάνεια μας φανερώνει η της Ιστορίας μάθηση. Η ιστορία όχι ως αυτονόητος δεσμός με το παρελθόν ή την αλυσίδα της φυλετικής μας δόξας, ή των ιχνών της παράδοσης, ή ακόμα της όποιας «βιολογικής ή πολιτιστικής καθαρότητας», αλλά σαν αναζήτηση και ερμηνεία του προσωπικού μας βίου πέρα από το φυλλορρόημα των συμβάντων και των αποτυχιών μας. Σαν μια διαρκή πορεία κατανόησης και αποκάλυψης των διαφορετικών τρόπων σκέψης του άλλου και της όποιας αποκλίνουσας έκφρασης από τους όμορους θεσμούς και δεσμούς της φυλής και των γεωγραφικά φυλετικών απογόνων και προγόνων.
     Από τον Ισοκράτη και το «των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή του της κοινής φύσεως μετέχοντας» που γράφει στον «Πανηγυρικό» του, έως τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα και το «Έλληνες εσμέν γένει τε και παιδεία…». Από τον αρχαίο Αλεξανδρινό ποιητή και λόγιο Καλλίμαχο ως τον σύγχρονο Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, από τον νηπτικό Νικόλαο Καβάσιλα ως τον Κρητικό στοχαστή και πεζογράφο Νίκο Καζαντζάκη, τον Ρωμανό τον Μελωδό και τον Οδυσσέα Ελύτη και άλλους φάρους της ημετέρας αυτοσυνειδησίας μία η οδός. Η ίδια της αγάπης η πληγή από της πατρίδας τη μαχαιριά στο κρουστό κορμί των Ελλήνων.
    Έλληνες εσμέν από καταναγκασμό της ιστορίας ; ή από του γεωγραφικού τοπίου το αδιέξοδο ;
     Η παραγωγή του βυζαντινού πολιτισμού
   Ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν μας έμαθε-σε εμάς που δεν είμαστε ιστορικοί του Βυζαντίου αλλά ερευνητές του-περισσότερο μάλλον από του δύο Ρώσους Αλεξάντερ ιστορικούς, τον Βασίλιεφ και
τον Οστρογκόρσκι βυζαντινολόγους, (αναφέρω ενδεικτικά αυτούς τους δύο) ότι ο βυζαντινός κόσμος ανεξάρτητα από την ιστορική του έκβαση παρήγαγε έναν πολιτισμό. Έναν πολιτισμό που ίσως να μην συνέχισε σε όλες του τις ιστορικές και πολιτικές παραμέτρους τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, όμως ακροβατεί πάνω σε εκείνου τα όρια. Οι βυζαντινοί δεν είναι μόνο οι βιβλιοθηκάριοι της αρχαίας σοφίας, ούτε μόνο οι καταστροφείς της. Και ασφαλώς η παρακμή του Αρχαίου Κόσμου δεν προήλθε από τη νέα Ιουδαϊκή αίρεση τη μυθολογούσα πίστη, τον Χριστιανισμό και τους «νέους» πολιτιστικούς ιδεοτύπους που εισήγαγε. Αλλά στην ιστορική γήρανση και τα συνεχή πολιτικά και άλλα λάθη των Αρχαίων. Ο Ράνσιμαν είχε την πρέπουσα νηφαλιότητα του ιστορικού που είναι απαλλαγμένος από ιδεολογικές αγκυλώσεις ή μεθοδολογικές προκαταλήψεις. Μέσα από τις αντιφάσεις της βυζαντινής διαδρομής και τη σκοτεινή πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων, ο ιστορικός μας έδειξε την πνευματική εσχατολογική πορεία του βυζαντινού ανθρώπου, του διανοουμένου και του καθημερινού. Μας εικονογράφησε την διαμόρφωση του αποφατικού χαρακτήρα του νέου Πολίτη, που ο δεσμός του δεν ήταν πια η Πόλις, αλλά η Πίστις. Η ιστορική του ματιά δεν έμεινε σε κλέη αυτοκρατορικά, σε ένδοξους πολέμαρχους, στις ίντριγκες των εκκλησιαστικών ηγετών, ή σε αξιοσημείωτες πολιορκίες και μάχες. Αλλά φώτισε την πνευματική αναζήτηση, τις πολιτικές φιλοδοξίες και τις ενδόμυχες θρησκευτικές επιθυμίες ενός «νέου» ανθρώπου που σέβονταν την αρχαία παράδοση στο βαθμό που αυτή δεν του στερούσε την ουράνιο βασιλεία όπως είχε αρχίσει να την πιστεύει. Οι βυζαντινοί μάλλον ήσαν ή ένιωθαν μισθοφόροι της ουράνιας αρχής παρά της επίγειας εξουσίας. Τουλάχιστον ένα μέρος από αυτούς μέσα στη χιλιόχρονη παρουσία του βυζαντινού κράτους. Γι’ αυτό και δεν θα απελευθέρωναν μάλλον ποτέ άγιους τόπους, γιατί ένιωθαν που πραγματικά βρίσκεται η ιερότητα του βίου. Γι’ αυτό η πίστη υπερτερούσε της πατρίδας και η εκκλησία της όποιας πολιτικής αρχής.
Θεοκρατία πολιτική ή Ουτοπία κοινωνική απέχουμε πολύ ιστορικά και από τα δύο σήμερα. Νησί των Μακάρων ή Χριστιανά τα τέλη ημών, Απολλώνιος ο Τυανέας ή Εμμανουήλ,. Τι σημασία έχει πλέον. Ή μάλλον για τον κάθε άνθρωπο(και Έλληνα) η απάντηση είναι τόσο προσωπική γι’ αυτό και τόσο μοναδική.
                         Η υαλογραφία της Ελληνικής ιδιοσυγκρασίας     
     Στο συγγραφικό έργο του σερ Στίβεν Ράνσιμαν,-αυτά τουλάχιστον που έχουν εκδοθεί στα Ελληνικά και έχω μελετήσει-το τρίτομο «Οι Σταυροφορίες» από τις εκδόσεις του Γενικού Επιτελείου Στρατού, «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία» εκδόσεις Μπεργάδης, η «Βυζαντινή θεοκρατία και Τελευταία βυζαντινή αναγέννηση» εκδόσεις Δόμος, «Μυστράς» εκδόσεις Καρδαμίτσα, και τέλος «Βυζαντινός πολιτισμός» από τις εκδόσεις Γαλαξίας της Ελένης Βλάχου, αναγνωρίζει με άνεση ο αναγνώστης την αγωνία του Άγγλου ιστορικού αλλά και τον επίπονο μόχθο του να διασώσει την Ελληνική Ψυχή. Να υαλογραφήσει την Ελληνική ιδιοσυγκρασία να παρατείνει έστω τον πνευματικό λήθαργο των Νεοελλήνων.
  Ψηφίδα την ψηφίδα οικοδομεί το αυτοκρατορικό μεγαλείο του βυζαντινού πολιτισμού την ίδια στιγμή που αυτό καταρρέει. Στέκεται σε θέματα παιδείας περισσότερο παρά σε πολεμικά γεγονότα. Λιγότερο αναλυτικά εξετάζει το Βυζαντινό Δίκαιο και την Βυζαντινή Εικονογραφία. Τον θέλγει υπέρμετρα το ράσο οι διπλωματίες του οι δογματισμοί του και οι ίντριγκές του. Ορισμένες φορές οι απόψεις του είναι μάλλον κάπως σκοτεινές, όπως παραδείγματος χάριν οι θέσεις που εκφράζει για τον Πλήθωνα τον Γεμιστό στο βιβλίο του ο «Μυστράς» και στο άλλο σύγγραμμά του «Η Βυζαντινή Θεοκρατία και η Τελευταία βυζαντινή αναγέννηση», δες τα σχετικά κεφάλαια.
                   Αυστηρός και δίκαιος κριτής   
     Είναι αυστηρός στις κρίσεις του, αλλά δίκαιος. Επίσης κάτι πολύ σημαντικό για την ιστορική έρευνα: Θέτει ερωτήματα ουσιώδη, ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί ο όποιος μελετητής του έργου του με τις προτεινόμενες θέσεις του. Ο σερ Στιβεν Ράνσιμαν έχει ιστορική ταυτότητα, ερμηνεύει με σοβαρότητα και σεβασμό τα γεγονότα, η ματιά του είναι ξεκάθαρη στο τι επιζητεί, είναι γλαφυρός αφηγητής με κομψό ύφος κάπως επίπεδο, χωρίς γλωσσικές ακροβασίες και μάλλον περισσότερο θεολογίζων παρά ιστορίζων αν είναι ορθές οι ερμηνευτικές μου εκτιμήσεις για το έργο του. Οι επισημάνσεις του δεν διακρίνονται για την θεολογική ή ιστορική τους εκζήτηση. Είναι σαφής: «Το σχίσμα λοιπόν του 1054 ήταν μια περίπτωση προσωπικού αλληλοαφορισμού δύο ιεραρχών» σημειώνει στη «Βυζαντινή Θεοκρατία». Πόσο αληθινός αλήθεια είναι ο λόγος του στις ημέρες μας που βασιλεύει μια Ορθόδοξη Ειδωλολατρία. Μια επαναφορά στις πιο σκοτεινές και δεισιδαιμονέστατες θρησκευτικές πρακτικές, καθώς υποχωρεί ο καθαρός λόγος έναντι μιας
 Πελασγικής αμορφίας του προσώπου και μιας κοινωνίας του χάους και των διαφόρων θεολογικών νευρώσεων.  Η βυζαντινή κοινωνία αν δεν κάνω λάθος τουλάχιστον στις κορυφές της ανάπτυξής της αν και αρκετά φορμαλιστική και έντονα τυπολατρική δεν ήταν όμως ποτέ αποκλειστική, κλειστή ήταν και ανοιχτή για να θυμηθούμε τον Κάρλ Πόπερ. Τι κοινωνία θα θέλαμε να οικοδομήσουμε στις μέρες μας άραγε:  Ο Ράνσιμαν πάλι, ίσως είναι δίκαιος ιστορικά όταν γράφει στον «Βυζαντινό πολιτισμό»: «Λείπει από τη βυζαντινή λογοτεχνία μια κάποια δημιουργική αυθορμησία και οι βυζαντινοί μόνο στους ύμνους και σε έργα μυστικής ευλάβειας έχουν ένα μεγαλείο…» Αν διαβάσει κανείς τα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, πέρα από τα δογματικά θεολογικά ρετάλια των συγγραφικών του προτάσεων διαβάζεται αυτός ο συγγραφέας; Έχουν σχέση με τον απλό και παραβολικό λόγο του Εμμανουήλ οι σχοινοτενείς αυτές περικοκλάδες; Αλλά μήπως έχουν τα λαϊκά Συναξάρια με τις νομικές ιερεμιάδες του Πηδαλίου;
     Ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν αγάπησε το Βυζάντιο και τον πολιτισμό του όπως η μεγάλη και σοφή δασκάλα Ζακλίν ντε Ρομιλλύ την Αρχαιότητα και το κουρασμένο μεγαλείο της. Ο Ράνσιμαν φορά βυζαντινή χλαμύδα όχι όμως αυτοκρατορική, αλλά υφασμένη με το αίμα και τον αγώνα των απλών και λόγιων βυζαντινών ανθρώπων. Ο Άγγλος ιστορικός διασώζει στο έργο του την θρησκεύουσα ψυχή των Ελλήνων που αναζητά το χαμένο μεγαλείο της.  Ενός Έλληνα, διαχρονικά τραγικά διχασμένου, που εξακολουθεί με αγωνία ακόμα και σήμερα να ρωτά κάθε ξένο μελετητή του πολιτισμού του, σαν βασίλισσα γοργόνα, αν γνωρίζει κάτι η χώρα του και οι άνθρωποί της από το πολύτιμο τζιβαερικό της δικής του πατρίδας.
   Γράφει στην «Άλωση της Κωνσταντινούπολης»: «Το Βυζάντιο ζει σε όλα τα μοναστήρια, σε όλες τις εκκλησίες, τους ύμνους και τα στασίδια των πιστών… πίσω από την απλή τρεμάμενη φλόγα των κεριών και των καντηλιών.».
      Και με αυτό το σάβανο του Ελληνικού αυτοκρατορικού μεγαλείου τυλιγμένος αναπαύεται εδώ και μία εβδομάδα στις αγκαλιές της μητέρας εκκλησίας-γης, ο σερ Στίβεν Ράνσιμαν.
Ο Έλλην της ημετέρας πίστεως και παιδεύσεως.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος,
εφημερίδα, «Η Εποχή», Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2000 σελίδα 19.