Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Μάρη Θεοδοσοπούλου .Μία ακόμη κριτική του βιβλίου της ΕΠΟΧΙΚΑ


Τα βιβλία δεν χωρίζονται σε καλά και κακά, αλλά σε άξια σχολιασμού και αδιάφορα
 Κώστας Κρεμμύδας, Μάρη Θεοδοσοπούλου, Εποχικά,
Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ Κυριακή 18/7/1999, σ. 24.
     Μεταφέροντας στην ιστοσελίδα μου τις κριτικές για το πρώτο βιβλίο της Μάρη Θεοδοσοπούλου «ΕΠΟΧΙΚΑ» εκδόσεις Νεφέλη 1999,-αυτές που βιαστικά είχα φυλάξει στον φάκελό της-δεν συμπεριέλαβα την κριτική του ποιητή και διευθυντή του λογοτεχνικού περιοδικού «Μανδραγόρας» και των εκδόσεων Κώστα Κρεμμύδα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Εποχή» Κυριακή 18 Ιουλίου 1999 λόγω έκτασης και γιατί, θεωρώ ότι το κείμενο του κυρίου Κώστα Κρεμμύδα διαθέτει μια δική του αυτόνομη διαδρομή μέσα στο πλαίσιο των βιβλιοκρισιών για το πρώτο βιβλίο της Θεοδοσοπούλου. Οι υπόλοιπες κριτικές που παρέθεσα κινούνται όλες σχεδόν μέσα σε ένα πλαίσιο κριτικών και αναγνωστικών αναφορών, σε ένα πεδίο θεωρητικής αυτό αναφορικότητας για το τι περιμένει ένας αναγνώστης από έναν ή μία κριτικό, και για τις τεχνικές κατά κάποιον τρόπο της μυθιστορηματικής γραφής, το συγγραφικό ποιόν του συγγραφέα, τον τόπο καταγωγής του, το θεματολογικό του εύρος, τις συγκλίσεις και αποκλείσεις του με άλλους ομοτέχνους του. Και φυσικά, τι ανέμεναν από τον δημοσιογραφικό-κριτικό λόγο της Θεοδοσοπούλου. Άλλες ήσαν περισσότερο φιλικές άλλες την έσφαζαν κατά το κοινώς λεγόμενο με το μπαμπάκι. Και είναι εύλογο αυτό, μια και οι κριτικοί αυτοί ανήκουν σε έναν συγκριμένο πολιτικό χώρο, διαθέτουν την δική τους αυτάρκεια γνώσεων και δημοσιογραφική εμπειρία, ενδιαφέρονται γιατί όχι για την κυκλοφορία των εντύπων που συνεργάζονται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά και για τις δικές τους απόψεις στο πως βλέπουν και αντιμετωπίζουν τον ρόλο του κριτικού και τις σκέψεις που διατυπώνει μέσα στην σύγχρονη κοινωνία-μικρών αναγνωστικών προσδοκιών-και την ίσως αναποτελεσματικότητα της παρέμβασής του ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Στην ουσία ο λόγος ενός κριτικού είναι μάλλον ένας άλλος τρόπος να εκθέσει τις απόψεις του, αφού δεν ανήκει στην χορεία των πρωτογενών δημιουργών που είναι περισσότερο αποδεκτοί από το αναγνωστικό κοινό.
    Το κείμενο του Κώστα Κρεμμύδα κινείται κατά την αναγνωστική μου επάρκεια σε ένα άλλο επίπεδο, χωρίς να χάνει τον κεντρικό στόχο της αφετηριακής του αφορμής-που είναι τα κείμενα της Θεοδοσοπούλου-εξετάζει το θέμα από κοινωνιολογικής, οικονομικής, πολιτικής πλευράς. Το κείμενο του Κρεμμύδα έχει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και αυτό διακρίνεται από τις πολλές επιμέρους παρεμβάσεις του. Η ειδοποιός διαφορά ή μάλλον μία από τα κείμενα των άλλων κριτικών είναι ότι ανοίγει συζήτηση με τον λόγο άλλων κριτικών, βάζει μέσα στο γήπεδο της βιβλιοκριτικής παρουσίασης και έκθεσης των απόψεων και το έντυπο στο οποίο συνεργάζονταν η Θεοδοσοπούλου, αλλά, και τον κοινωνικό περίγυρο ως κατοίκους και αναγνώστες αυτής της χώρας και της πρωτεύουσας της. Αν τον ερμηνεύω σωστά, μιλά για τις παθογένειες τις κοινωνικές μιας ολόκληρης κοινωνίας και μιας χώρας που εδώ και αρκετές δεκαετίας μπλεγμένη μέσα στα γρανάζια μιας καιροσκοπικής πολιτικής και μιας οικονομικής αλογίας, με την συγκατάθεση φυσικά ημών των πολιτών, απολαμβάνουμε την μιζέρια και την εξαθλίωσή μας. Τον ένδοξό μας επαρχιωτισμό. Την βλαχομπαρόκ έπαρσή μας. Εισαγάγει δηλαδή ο Κρεμμύδας μέσα στην κριτική του παρουσία και την πολιτική ως κινητήριο και απαραίτητη προϋπόθεση τόσο της τέχνης όσο και της κριτικής. Κινείται μέσα σε μια κριτική ενός ολόκληρου εμπορικού συστήματος αναφορών οικονομικών, πολιτικών, εκδοτικών, συγγραφικών αλλά και αναγνωστικών. Και δεν έχει άδικο, ανεξάρτητα αν είναι μια φωνή μέσα στον κυκεώνα της εμπορικής εκδοτικής σκοπιμότητας. Η ταύτιση των θέσεων της Θεοδοσοπούλου με την ταυτότητα της εφημερίδας που δημοσιογραφεί είναι σωστή και δίκαιη. Μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο της πολιτικής δημοσιογραφίας κινούνται και τα κείμενα της Μάρης, και αυτό έχει την σημασία του και την αξία του. Ας μην ξεχνάμε ότι ο γάλλος συγγραφέας Ονόρε ντε Μπαλζάκ έγραφε σε εφημερίδα των αμπελουργών της εποχής του. Η κριτική αυτή του Κρεμμύδα που μεταφέρω εδώ, έχει ένα εύρος ιδεολογικών και κριτικών πλησιάσματος και πολιτικών που δεν εστίασαν την προσοχή τους οι άλλοι κριτικοί. Είναι ενδιαφέρον να δούμε τους παράλληλους δρόμους κριτικών βλεμμάτων, πέρα από τις θέσεις που εκφράζουν και πέρα από το τι αναφέρουν για το βιβλίο «ΕΠΟΧΙΚΑ» ή παράλληλα με αυτό. Να δούμε τις υποστηλωματικές τους αναφορές, εντός και εκτός του λογοτεχνικού πεδίου, τις παραμέτρους που υιοθετούν για να ερμηνεύσουν το φαινόμενο του κριτικού λόγου στην εποχή που γράφονται τα κείμενα και που δημοσιεύονται οι κριτικές της Μάρης. Σίγουρα πάντως, το τελευταίο αυτό κείμενο που δημοσιεύω μπορεί να σταθεί και αυτόνομα σαν ένας σύγχρονος σχολιασμός πολιτικός και κοινωνικός της επικαιρότητας και της ελληνικής κοινωνίας. Με δόση απαισιοδοξίας θα σημείωνα ότι, η Εποχή μας τους επιβεβαίωσε και τους επαλήθευσε. Η σημερινή εμπορική σκοπιμότητα που πρυτανεύει στις μέρες μας στον χώρο των εκδόσεων αλλά και της τέχνης γενικότερα είναι μια πραγματικότητα που δεν στέκεται στα ψιλά γράμματα σκέψεων και κρίσεων μερικών περί της μυθιστορίας φιλαναγνωστών και κριτικών. Το μνημόνιο ήταν μια πρόφαση για να εκδηλωθεί αβίαστα η οικονομική μας απληστία, Ή μήπως κάνω λάθος. Εξάλλου για μια συνηγορία των σημερινών ασχολουμένων με τα εκδοτικά εμπορικά πράγματα, θυμάστε ότι έπρεπε να δώσεις 5000 παλαιές δραχμές για να ακούσει από κοντά τον Αμερικανό ποιητή Άλλεν Γκίνσμπεγκ; Και ακόμα, όταν ρώτησαν τον ισπανό ζωγράφο Σαλβαντόρ Νταλί για ποιους ζωγραφίζει, αυτός είπε: «Μα φυσικά, για πλούσιους Αμερικανούς» Άρα, Later, που επαναλαμβάνει διαρκώς ο ωραίος φοιτητής εξ Αμερικής Όλιβερ στην γνωστή ευαίσθητη και ρομαντική ταινία, για εμάς τους αναγνώστες.
Μεταφέρω την κριτική του Κρεμμύδα, καθώς παρατήρησα ότι οι «φανατικοί» αναγνώστες των βιβλιοκριτικών και των βιβλίων της Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι πάρα πολλοί και πληθαίνουν, και πάνω από τετρακόσιοι-στην Ελλάδα και το εξωτερικό-είδαν(;) τις βιβλιοκριτικές για το βιβλίο της (ιδιαίτερα στην Πολωνία) που παρουσίασα μέσα σε μία εβδομάδα, που σημαίνει ότι, το ενδιαφέρον για την κριτική της παρουσία είναι μεγάλο και σίγουρα ανοδικό. Χωρίς να αγνοώ φυσικά, και την σημασία του κριτικού λόγου των ελλήνων και ελληνίδων κριτικών που υπογράφουν τα κείμενα.
     Πριν την κριτική του ποιητή Κώστα Κρεμμύδα η εφημερίδα που δημοσίευε τα κείμενά της η Μάρη Θεοδοσοπούλου προτάσσει ένα μικρό κείμενο.
Τα βιβλία δεν χωρίζονται σε καλά και κακά, αλλά  σε άξια σχολιασμού και αδιάφορα.
     Ίσως να υπερβάλλει ο Δημ. Κούρτοβικ, όταν υποστηρίζει πως η κριτική δεν γράφεται για κάποιο είδος κοινό (αλλά για τους συγγραφείς). Τότε πως εξηγείται ότι ένα ολιγομελές αναγνωστικό κοινό όπως αυτό της «Εποχής» μπόρεσε να κάνει γνωστή στο χώρο και να καθιερώσει την επί 9 συναπτά έτη κριτικό βιβλίο της εφημερίδας μας Μ. Θεοδοσοπούλου;
     Τώρα που οι κριτικές της στην «Εποχή» κυκλοφόρησαν σε βιβλίο διστάσαμε να πράξουμε ό,τι επιθυμούσαμε. Να γράψουμε γι’ αυτό. Η δεοντολογία βλέπετε.
     Ο αγαπητός φίλος όμως και «φαν» της «Εποχής» και της Θεοδοσοπούλου Κώστας Κρεμμύδας μας έβγαλε από το «αδιέξοδο» στέλνοντας την κριτική του για τα ΕΠΟΧΙΑΚΑ της Μάρης. Έτσι οι φαν της θα έχουν αυτή τη φορά την ευκαιρία να διαβάσουν όχι κάτι δικό της, αλλά κάτι αντικειμενικό και συνάμα θερμό, που αναφέρεται στα συγκεντρωτικά κείμενά της.
                               Η «Εποχή»
Μάρη Θεοδοσοπούλου, ΕΠΟΧΙΚΑ, Κείμενα για νεότερους πεζογράφους. Εκδόσεις «ΝΕΦΕΛΗ», Αθήνα1999, σ.200
      Τελικά ίσως και να είναι προτιμότερο να σχολιάζει κάποιος ένα βιβλίο μόνον όταν βρίσκεται σε ιδεατή απόσταση συναισθηματικής ασφάλειας, γράφει η Μάρη Θεοδοσοπούλου σε ένα από τα τελευταία κριτικά της δοκίμια, (απλώς «κείμενα» τα χαρακτηρίζει η ίδια). Θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε και εμείς την ίδια σκέψη αν δεν είχαμε προσεγγίσει την πρώτη-τμηματική-ανάγνωση της προσωπικής της κατάθεσης.
     Το βιβλίο έφτασε ταχυδρομικώς. Στο εσωτερικό υπήρχε η αφιέρωση. Του Κώστα Κρεμμύδα για να θυμάται ότι υπήρξε μια εφημερίδα με το όνομα «Εποχή». Ας σταθούμε απλώς στην πρόταξη της εφημερίδας (και όχι του συγγραφέα ή του έργου του)-η δεύτερη επισήμανση μετά το λιτό «κείμενα»-χωρίς άλλες σημειολογικές αναφορές. Και στις δύο περιπτώσεις ανιχνεύουμε την πλήρη επίγνωση ενεργητικής σοβαρότητας για το μέγεθος και τους κινδύνους του εγχειρήματος (κριτικής) παρά μια παθητική μετριοφροσύνη.
     Η γραφή είναι όπως το μπάσκετ: από την ώρα που φύγει η μπάλα από το χέρι σου ξέρες αν έχεις πετύχει το καλάθι, ή όχι. Η Θεοδοσοπούλου τις περισσότερες φορές ευστοχεί, χωρίς εντούτοις ν’ αποστεί της σεμνότητας (και αμφιβολίας) του γνώστη: λέξεις όπως «πιθανώς», «νομίζουμε», «ίσως», επανέρχονται στα κείμενά της. Μακριά από (επιβεβλημένες) κοσμικότητες και χωρίς την αλαζόνα ταυτότητα του ειδήμονα, δε διστάζει φορές να γίνει απολογητική «οι πιθανώς μεμψιμοιρίες…», χαρακτηρίζει παρατηρήσεις της, ή: «να εξομολογηθούμε πως νιώθουμε ευτυχείς που κανέναν δεν επηρεάζουμε» (σ.44). Και πιο κάτω «μ’ αυτά που πιθανώς να φανούν και λίγο αυθαίρετα δεν ισχυριζόμαστε πως…» (σ. 131), «πιθανώς και περιβάλλοντος στην ερμηνεία των προθέσεων του συγγραφέα» (σ. 131) «σύμφωνα με τη δική μας σταθερά αυθαιρετούσα ανάγνωση» (σ. 132). «Εν θερμώ βιβλιοπαρουσιάσεις, υπό την πίεση του χρόνου και δημοσιογραφικής πραγματικότητας», γράφει σε άλλο σημείο και συνεχίζει: «έχουμε την υποψία πως στις μέρες μας ο περιορισμένος ορίζοντας προσδοκιών του βιβλιοπαρουσιαστή αδικεί πολλά νεωτερικά κείμενα».
     Κάποιες φορές η Θ. αισθάνεται υποχρεωμένη να δικαιολογηθεί εξ ονόματος του δημιουργού: «έτσι και αλλιώς το στοίχημα του βιβλίου ήταν δύσκολο» (σ.22). Αυτοϋπονομευόμενη ακόμη και για τα τυπικά της προσόντα-αναγκαία πάντως μόνο για διορισμό στο δημόσιο-μετρά διπλά, (αγωνία) κάθε της λέξη (σχεδιάζουμε όταν αποσυρθούμε από το Ex Libris να επανεξετάσουμε όσες βιβλιοπαρουσιάσεις οι συγγραφείς προσέλαβαν ως «αρνητικές». Αν και υποψιαζόμαστε πως αρνητικό έχει καταλήξει να αποκαλείται ό,τι δεν πλατειάζει με θαυμαστικούς τόνους σ. 41), Και είναι αλήθεια πως σπανίζουν οι φορές που η Θ. είναι επικριτική, αλλά και τότε οι εξαιρετικά ήπιες ενστάσεις της διατυπώνονται με έκδηλες επιφυλάξεις και μέγιστη προσοχή.
     «Όλοι ξέρουν ότι στην Ελλάδα οι κριτικές κατά κανόνα δεν γράφονται για κάποιο κοινό, αλλά για τους ίδιους τους συγγραφείς. Αδιάφορες όπως είναι για τον περισσότερο κόσμο, βιβλιόφιλους και μη, προορίζονται απλώς να διογκώσουν το «μπουκ» του συγγραφέα, η επίσημη θέση του οποίου εξαρτάται μάλλον από αυτές (κυρίως την ποσότητά τους) παρά από το ίδιο το έργο του. Καλός συγγραφέας είναι αυτός που λόγω χαρακτήρα μπορεί να εμπνέει την ευμενή στάση των κριτικών ή λόγω ισχυρής κοινωνικής θέσης να την επιβάλλει», καταθέτει τις απόψεις του ο Δημοσθένης Κούρτοβικ και συμπληρώνει «Η κριτική όπως και η λογοτεχνία, είναι τελικά υπόθεση απροσάρμοστων». Συμφωνώντας απολύτως μαζί του, οφείλω να διαχωρίσω τη συνειδητά «ιδιότυπη» (με όρους τρέχουσας λογοτεχνίας) άποψη της Θεοδοσοπούλου, όπως την εκθέτει στο προλογικό της κείμενο «Φιλοδοξία μας υπήρξε η όσο το δυνατόν αντιπροσωπευτικότερη καταγραφή του πεζογραφικού τοπίου των νεώτερων». Αντίθετα στον κοσμικό τύπο οι ελάχιστες ήδη εναπομείνασες σελίδες ρυθμίζονται, κυρίως με κριτήριο την εμπορικότητα και το όνομα του συγγραφέα, στους 3-4 εκδοτικούς οίκους, στην πληθώρα βιβλίων που εκδίδουν (και διοχετεύουν προνομιακώς στην κατανάλωση) και στις προτεραιότητες προβολής που οι ισχυροί-με νόμους αγοράς-εκδότες επιλέγουν. Τους λογοτέχνες όμως ποιος θα τους βαφτίσει, αναρωτιέται η Θ. και σκιαγραφεί το σημερινό τοπίο: «Πάντως όχι η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού, ανεξάρτητα αν αποτελεί τη χίμαιρα κάθε συγγραφέα, ακόμη και των αναγνωρισμένων.
     Η ευρεία αναγνωσιμότητα μάλλον περί του αντιθέτου συνηγορεί, δεδομένων των κακών συνηθειών που καλλιεργεί ο τηλεοπτικός μελοδραματισμός». Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η αξία της συνύπαρξης «ΕΠΟΧΗΣ»- Θεοδοσοπούλου, (39 από τα 44 σημειώματα δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα), για ένα έργο που ασφαλώς δε μπορούσε να ολοκληρωθεί σε άλλο χώρο, όχι αναγκαστικά λόγω παρεμβάσεων, αλλά εξ αιτίας «αντικειμενικών» δυσκολιών που ‘χουν να κάνουν με κεντρικούς σχεδιασμούς και προτεραιότητες μιας εισηγμένης πλέον στο χρηματιστήριο εμπορικής επιχείρησης και όχι μιας απλής εφημερίδας. Η διαφορά όμως του εκτοπίσματος δύο εντύπων ή δύο εκδοτικών οίκων;
     Αν θυμηθούμε στον Κούρτοβικ, αυτό είναι πρόβλημα του συγγραφέα, του εκδότη κι ενδεχομένως της λογοτεχνικής εταιρείας και των υποψηφιοτήτων που θα υποβληθούν. Για μας τους υπόλοιπους αναγνώστες (και φαν)  «ΕΠΟΧΗΣ»-Θεοδοσοπούλου, μαθημένοι άλλωστε σε μεγέθη περιθωρίου, μας αρκεί που εφημερίδα και κριτικός κατάφεραν να επιβληθούν σ’ ένα περιβάλλον αδιάφορο, αν όχι εχθρικό. Στο βαθμό μάλιστα που η πλειοψηφία της κοινής γνώμης αγνοούσε αμφοτέρους-το πρόβλημα βαρύνει μάλλον την κοινή γνώμη. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε σ’ ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο σημερινό αδιέξοδο του τίποτε και το αυριανό ενδεχόμενο του μείον τίποτε. Ένα αδιέξοδο που οι εκφάνσεις του μας αγγίζουν απειλητικά-ακόμη και τους κοινωνικά (και οικονομικά) ευρωστότερους, επιστημονικά επαρκέστερους και λογοτεχνικά διασημότερους των συνελλήνων.
     Σε μια πόλη καταφανώς γερασμένη, αισθητικώς βιασμένη, περιβαλλοντικώς ανάπηρη, της οποίας οι πολίτες και οι ένοικοι δε διστάζουν να (αλληλο) εκθέσουν τον πόνο, τη σωματική και ψυχική παραμόρφωση, την αγριάδα, τη βία, την απειλή (και να αλληλοεκτεθούν), όπου οι κλειδαριές και τα λουκέτα ασφαλείας γίνονται πλέον είδη εν ανεπαρκεία, τα δικαστήρια της Ευελπίδων χώροι συνάθροισης και αναψυχής, τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων άγγελοι δολοφονιών, ατυχημάτων, τραγικών ανθρώπινων κοινωνιών και βιβλικών φυσικών καταστροφών, τι απομένει ν’ αντιτάξουμε;
     Αρκεί ο διάλογος με τους ξένους ομοτέχνους, όπως ισχυρίζεται ο Νάσος Βαγενάς, όταν κάνει λόγο για «τον κριτικό επαρχιωτισμό μας» και τα διεθνή πρότυπα, ως απάντηση των σύγχρονων κοινωνιών αδιεξόδων;
Τι συμβαίνει όμως σήμερα στη δυτική Ευρώπη και πόσο μακριά βρίσκεται η ευρωπαϊκή απάντηση των ελλαδικών αξιών; Ίσως η πολυπολιτισμικότητα ν’ εγγίζει περισσότερο τα προβλήματα παρά τις λύσεις τους.
    Στο ελάχιστο ενδεχόμενο μιας ανατροπής τόσο η «ΕΠΟΧΗ» όσο και η Μάρη Θεοδοσοπούλου έχουν πολλά να πουν. Όχι πως ένας στίχος μπορεί ν’ ανατρέψει κοινωνίες, για να επικαλεστούμε (παραλλαγμένο) ακόμη μία φορά το στίχο του Πατρίκιου δια στόματος Αναγνωστάκη. Απλώς για να θυμηθούμε πως τελικό συμπέρασμα (κι επομένως οριστική λύση) δεν υπάρχει γιατί η λογοτεχνικότητα ενός κειμένου (και η μετάλλαξη μιας κοινωνίας) μένει μη μετρήσιμη ποσότητα, στη διακριτική ευχέρεια, συχνά και αυθαιρεσία του αναγνώστη, του πολιτικού και του ψηφοφόρου. Και ως γνωστόν δι’ αντιπροσώπων δεν λύνονται τα προβλήματα.
Κώστας Κρεμμύδας, εφημερίδα «Η ΕΠΟΧΗ» Κυριακή 18 Ιουλίου 1999.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Δευτέρα του Πάσχα του 2018