Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Μαγιάτικη σπονδή στην ποίηση και τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο


Μαγιάτικη Σπονδή στην ποίηση και τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο

      Πλησιάζει η εορτή της Πρωτομαγιάς, και από παράδοση η δημόσια τηλεόραση και τα ραδιόφωνα, μετέδιδαν ή ελάχιστοι σταθμοί εξακολουθούν να μεταδίδουν επαναστατικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου. Παλαιότερα οι πολυσέλιδες εφημερίδες την ημέρα αυτή, είχαν αφιερώματα στους εργατικούς αγώνες, στον αγωνιστή-κομμουνιστή ποιητή, και δημοσίευαν αποσπάσματα από το γνωστό και χιλιοτραγουδισμένο έργο του «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ». Δημοσίευαν άρθρα για την ιστορία της συγγραφής του, την συμβολή του έργου μέσα στο σύνολο ποιητικό ωκεάνιο σώμα του ποιητή, την μελοποίησή του ( δες, Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης κ. ά.), αναφέρονταν στις εργασίες που γράφτηκαν για το έργο αυτό του Ρίτσου μετά την έκδοσή του σε αυτοτελή τόμο (1936), την κυκλοφορία του στο εμπόριο και τις πολλαπλές επανεκδόσεις του. Ο «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» είναι μία από τις ποιητικές συλλογές του ποιητή Γιάννη Ρίτσου που αγαπήθηκε από τους έλληνες και τις ελληνίδες, διαβάστηκε με αγωνιστικό ζήλο και πάθος, τραγουδήθηκε ακόμα και από τους πολιτικούς και κομματικούς αντιπάλους της πολιτικής ιδεολογίας του ποιητή. Η μεγαλόπνοη, γεμάτη φουρτουνιασμένο αγωνιστικό και επαναστατικό ήθος ποίηση του εθνικού μας βάρδου, ενέπνευσε και αγαπήθηκε πανελλαδικά και διαχρονικά από έλληνες και ελληνίδες που μπορεί να πολέμησαν τον ίδιο και το έργο του, να τον φυλάκισαν και να τον εξόρισαν-μέσα στο διχαστικό και ακραία πολιτικό κλίμα της εποχής που έζησε και έγραψε, εξαιτίας της στράτευσής του και της κομμουνιστικής του ιδεολογίας, το ποιητικό του όμως έργο, ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος από αυτό, τραγουδήθηκε και αγαπήθηκε ακόμα θα γράφαμε και από τους πολιτικούς του βασανιστές. Μπορεί ο ίδιος και η οικογένειά του να υπέστησαν τα πάνδεινα, να ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης του 1974, όμως η ποιητική του δημιουργία είχε κερδίσει τις καρδιές και την αγάπη του κόσμου. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, αυτός ο χορευτής της υψηλής ποίησης, είχε κερδίσει από πολύ νωρίς με τον ποιητικό του λόγο και άλλες του δημιουργικές δραστηριότητες το ποιητικό και καλλιτεχνικό στερέωμα τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος. Ο ποιητικός του λόγος, στάθηκε μια ανοιχτή ομπρέλα αναφοράς και ελπίδας για χιλιάδες ανώνυμους συμπατριώτες μας, μια πνευματική εστία παρηγοριάς και θάρρους στα δικά τους προσωπικά πολιτικά, ιδεολογικά και κομματικά αδιέξοδα. Αν και πολλές φορές μάλλον, το πολυσέλιδο και πολύστικτο έργο του επισκίασε την ποιητική φωνή άλλων ομοϊδεατών του των καιρών του δημιουργών. Όπως πχ. του Τάσου Λειβαδίτη, εν μέρει του Κώστα Βάρναλη, του Μανόλη Αναγνωστάκη επίσης και πολλών άλλων, που στρατεύτηκαν και υποστήριξαν την κόκκινη ιδεολογία, θυσιάζοντας ακόμα και την ίδια τους την ζωή στον οραματικό τους αγώνα για ένα δικαιότερο και καλύτερο πανανθρώπινο αύριο. Για μια κοινωνία χωρίς την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
     Στην μνήμη αυτού του υπέροχου ανθρώπου και αγωνιστή, του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, καθώς πλησιάζει η εορτή της Πρωτομαγιάς αναδημοσιεύω ορισμένα από τα αμέτρητα άρθρα και κείμενα, μελέτες και κριτικές που γράφτηκαν για τον ποιητή πριν και μετά την κοίμησή του. Ορισμένα από τα κείμενα αυτά γράφτηκαν αμέσως μετά τον θάνατό του άλλα, είχαν δημοσιευτεί παλαιότερα σε εφημερίδες και περιοδικά. Υπάρχουν και αυτά, που έχουν συμπεριληφθεί σε συγκεντρωτικούς τόμους των συγγραφέων που τα υπογράφουν, όλα όμως έχουν την αξία και την σημασία τους όχι μόνο για το ωκεάνιο αυτό έργο και τις ποιητικές συλλογές ποταμός, αλλά και για την διαχρονική συνέχεια της ελληνικής ποίησης και γραμματείας του προηγούμενου αιώνα, και γιατί όχι, και των ημερών μας. Από τα Ακριτικά Τραγούδια μέχρι τις μεγάλες ηρωικές συνθέσεις των μεγάλων ποιητών ο δρόμος είναι ενιαίος και διαρκής.
     Ο ποιητικός λόγος του Γιάννη Ρίτσου, νομίζω ότι δεν έπαψε να μας ενδιαφέρει και να μας απασχολεί ακόμα και σε αυτές τις διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και ατομικές συνθήκες που διανύουμε. Κρύβει μέσα του τόσα πολλά μεταλλεύματα ανθρώπινης ελπίδας και πνευματικής ανάτασης, παρηγοριάς και στοχασμού, σοφίας και επαναστατικής εγρήγορσης, που πάντα όταν ανατρέχουμε σε κάποιον από τους ποιητικούς του τόμους, κάτι καινούργιο θα ανακαλύπτουμε. Κάτι πάντα μας ξεφεύγει από τα εκατοντάδες μικρά και μεγάλα μυστικά του που δεν αναγνωρίσαμε με την πρώτη ανάγνωση, το πρώτο διάβασμα, την πρώτη επαφή. Κάθε αναγνώστης ή αναγνώστρια του πολύτομου έργου του εξακολουθεί να βρίσκει πτυχές που τον μαγεύουν, τον συγκινούν, τον ερεθίζουν, τον κάνουν να θέλει να σταματήσει σε σελίδες που δεν είχαν πριν προσέξει οι άλλοι, να ανοίξει μια συνομιλία μαζί του, να αφήσει τον ποιητικό του λόγο να νοτίσει την συνείδησή του, να δροσιστεί από την ποιητική αύρα ενός έργου και ενός δημιουργού που πρόσφερε τον βίο του στην επανάσταση και την ποίηση ως αντίδωρο. Που συνένωσε τον επαναστατικό λόγο της εποχής του με τον ελληνικό ποιητικό λόγο και την πανάρχαια ανθρωπιστική παράδοσή του. Μια ποίηση που δεν σχεδιάστηκε μέσα σε παγερά σπουδαστήρια ευφυέστατων δημιουργών, ούτε μέσα σε υγρά σπήλαια προφητών ή μεταφυσικών στοχαστών, αλλά θα γράφαμε αν δεν είναι υπερβολή, μέσα στους δρόμους των πόλεων, τα πεζοδρόμια των ποριών, τις εξορίες, τις φυλακές, τα ξερονήσια, μέσα στο μονήρες κελί του ποιητή. Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου είναι ο ανθρώπινος λόγος μέσα στην Ιστορία του προηγούμενου αιώνα στο μεγαλείο και την πτώση του. Είναι η σκληρή και τραχιά φωνή του ανώνυμου καθημερινού επαναστατημένου ατόμου που παλεύει να αλλάξει την μοίρα του κόσμου και την δική του. Είναι η ποιητική φωνή ενός αγωνιστή που δεν στροβιλίζεται γύρω από το δικό του ατομικό συμφέρον και περιβάλλον, αλλά που αντιλαλεί προφητικά στις συνειδήσεις εκατομμυρίων αγωνιζομένων. Είναι ο ποιητικός λόγος που σώζει και προσπαθεί να διασώσει τον όλο άνθρωπο μέσα στην ιστορία. Το σώμα του, την συνείδησή του, την ψυχή του, τα όνειρά του, τις μικρές και μεγάλες ελπίδες του, τους οραματικούς του σκοπούς. Και μαζί με το έμψυχο ανθρώπινο δυναμικό που κινείται μέσα στον χρόνο και την ιστορία, αποκτά αγωνιστική υπόσταση και ο άψυχος χώρος, ή μάλλον ορθότερα, ο τόπος που κατοικούν και δρουν τα επαναστατημένα άτομα οικειώνεται τις ελπίδες και τις αγωνίες, τις φοβίες και τις επαληθεύσεις των ανθρώπων. Τα σπίτια-αυτοί οι οικογενειακοί ερειπωμένοι οίκοι παράδοσης και ζωής, ατομικής μακροιστορίας και συλλογικής μακροιστορίας ιστορίας στο έργο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου είναι ζωντανοί οργανισμοί, αναπνέουν ή εκπνέουν ζωή. Οι επιπλώσεις τους, οι καρέκλες, τα τραπέζια, τα κομοδίνα, οι ντουλάπες, και τα δεκάδες μικροαντικείμενα του νοικοκυριού, τα παράθυρα και οι πόρτες έχουν φωνή συνομιλούν με τον ποιητή, αλλά προπάντων, έχουν μνήμη. Την δική τους και των άλλων. Υπάρχουν βαθιές και πολύχυμες ρίζες σχέσεων μεταξύ των ερειπωμένων οικιών και των ανθρώπων που κατοικούν ή κατοικούσαν μέσα σε αυτές. Είναι οι προγονικές εστίες μνήμης και αναφοράς ζωής και θανάτου, είναι το σκοτεινό παρελθόν και το ακόμα σκοτεινότερο και αβέβαιο μέλλον. Τα πάντα μέσα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου έχουν φωνή, συνομιλούν μεταξύ τους, αφουγκράζονται τα βάσανα και τις κακουχίες των ανθρώπων. Δεσμεύονται ή απελευθερώνονται ακολουθώντας την ανθρώπινη μοίρα. Λέξεις και εικόνες, ανθρώπινες στιγμές και οράματα, διαψευσμένα όνειρα και πολιτικές πρακτικές, κομματικές στρατεύσεις και αγωνιστικές μάχες, έρωτες και οικογενειακές διαδρομές, παιδιά και συγγενείς, επώνυμων και ανώνυμων προσώπων παραστάσεις, ανάγλυφες περιγραφές ερειπωμένων σπιτιών κοντά στην θάλασσα, ερημωμένων τοπίων που ο νυχτερινός θαλασσινός φλοίσβος εντείνει ακόμα περισσότερο την ερημιά τους. Ποιητικές συνθέσεις που αντλούν την πηγή τους από δοξασμένους αρχαίους ελληνικούς βασιλικούς οίκους, πρόσωπα των αρχαίων τραγωδιών, της σημερινής(της εποχής του) πολιτικής επανάστασης, πρόσωπα της επιστήμης και της ποίησης, άνθρωποι του μόχθου και  της βιοπάλης, ρωμαλέα ρεύματα αγωνιστικής ζωής και δράσης και ρεύματα και τεχνοτροπίες της τέχνης, μικρολεπτομέρειες και μεγάλα ταμπλό ποιητικών συνθέσεων, εξιδανικευμένες και αναπόφευκτες μνήμες αγωνιστών, η ζωή και ο θάνατος πλεγμένα σε ένα γαϊτανάκι συνεχών επαληθεύσεων και διαψεύσεων οικοδομούν την καθόλου μυθολογία του ποιητικού σύμπαντος του ποιητή. Ενός σύμπαντος μνήμης και πίστης που δεν βρίσκεται κάπου στο ανεξερεύνητο υπέρ πέραν, κάπου στον άγνωστο και πολύαστρο ουράνιο θόλο, αλλά δίπλα μας, ανάμεσά μας, ζούμε και κινούμαστε μέσα σε αυτό. Που, δεν τον φωτίζουν τα μυριάδες άστρα αλλά οι ψυχές των ανθρώπων.
      Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, δεν υφαίνει την ποιητική του μυθολογία με υλικά παρμένα από θεωρητικά σχήματα ή μη βιωμένες των ανθρώπων στιγμές και κοινωνικές δράσεις, από θεωρίες κατασκευασμένες μέσα σε ακαδημαϊκά μέγαρα ποιητικής ακτινοβολίας, αλλά από το ιστορικό πανόραμα της αληθινής και σκληρής πραγματικότητας της ίδιας της ζωής, έτσι όπως την βιώσαν ο ίδιος και οι χιλιάδες σύντροφοί του. Ακτινοσκοπεί για εκείνους την ιστορία του κόσμου μας, αυτός ο οδηγητής ποιητής, ο λαϊκός λυράρης των λόγων της τυραννισμένης ζωής των χαμένων συντρόφων του-μας, των ανθρώπων με την ζεστασιά και την αισιοδοξία στα χείλη και τα μάτια, των μυριάδων αγωνιστών του κόσμου. Μας εικονογραφεί την ιστορία του κόσμου μας σε όλες του τις κοινωνικές αντιμαχόμενες διαστάσεις, τις αξιακές πολιτικές του παραμέτρους, τις διαλεκτικές του διαδικασίες εξέλιξης, ερμηνείας και κατανόησής του. Μια γυμνή της μνήμης πραγματικότητα έτσι όπως μας λέει στο έργο του «Η επιστροφή της Ιφιγένειας», για εμάς τους ανύποπτους και άγευστους ακόμα και του δικού μας θανάτου..
«Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πορεύονται έτσι ανύποπτοι για κείνους που έφυγαν, γι’ αυτούς που φεύγουν, για τους ίδιους που φεύγουν κι αυτοί-κυκλοφορούν με φυσικότητα ανάμεσα στο θάνατό τους».
      Η ποίησή του πλουμίζει την ζωή μας με θαύματα όχι μεταφυσικά αλλά της ίδιας της ιστορίας των καθημερινών ανθρώπων. Είναι το αβίαστο και φανερό μεράκι ενός λαού που δεν έπαψε να αγωνίζεται και να ελπίζει, να γονατίζει και να στέκεται περήφανα ορθός μέσα στο ιστορικό του διάβα. Που γράφει και διαβάζει ποίηση γιατί πιστεύει ότι η ποίηση είναι το προζύμι της ζωής του, είναι αυτή που αμβλύνει την στιφάδα της, αυτή που διαλαλεί μέσα στους αιώνες τη ζεβζεκιά της μοίρας. Ο Γιάννης Ρίτσος, είτε βρίσκονταν σε στρατόπεδα εξορίας, είτε σε φυλακές, είτε είναι περιορισμένος από τις κρατικές αρχές στο σπίτι του σε περιόδους δικτατορίας, είτε κυκλοφορούσε ανάμεσα σε φίλους και θαυμαστές του έργου του-μαθητές του, το βλέμμα με το οποίο αποτύπωνε και ερμήνευε τον κόσμο ήταν πάντοτε ποιητικό. Ένα βλέμμα πλημυρισμένο με φυλακισμένη ή ελεύθερη, στρατευμένη ή κοινωνική ποίηση. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με ένα μέρος της στρατευμένης ποιητικής του απλωσιάς, να τον κουράζουν οι ατέλειωτες επαναλήψεις και περιγραφές του, οι επανερχόμενες ίδιες και ίδιες ποιητικές του εικόνες, οι λέξεις που δεν θέλουν να πάρουν ανάσα και να ξεκουραστούν, που επανέρχονται με πείσμα σαν επαναλαμβανόμενα παλιρροιακά κύματα πνιγμού, μπορεί να μην συναντάμε μέσα στο πληθωρικό έργο του αυτή την επιγραμματική λιτότητα των απλών ανθρώπων, δεν θα συναντήσει όμως, κανένας λάτρης του ελληνικού ποιητικού λόγου, τίποτα τα ψεύτικο στο μεγαλειώδες φόντο του,  καμιά ρητορική εκζήτηση στην απεικόνιση της θεματολογίας του, τίποτα το αναληθές στην επιλογή των προς επεξεργασία ζητημάτων του, το ακατάδεκτο στην ερμηνευτική του ματιά, τίποτα το μη εμπειρικά βιωμένο, το ποιητικά ξιπασμένο. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος παρά τον τεράστιο όγκο των ποιητικών του συνθέσεων κατόρθωσε να μην αποτοιχίσει τίποτα από την ζωή που έζησε. Αντίθετα με τον λόγο του, «ασβέστωσε» εξαγνιστικά την προσωπική του μνήμη, έτσι που αυτή έγινε ουσιαστικό τεκμήριο της ιστορίας της εποχής του. Έδωσε φωνή στις προσδοκίες των απλών ανθρώπων, τους μακάρισε ποιητικά για να τους απαλλάξει από την κακογλωσσιά της μοίρας. Όλες σχεδόν τις αποχρώσεις εμπειριών ζωής των ανθρώπων της εποχής του τις συναντάμε στο έργο του.
Είναι ο Ποιητής του Κόσμου, της «Τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»  ίσως με την μεγαλύτερη κατανόηση, την μεγαλύτερη σεμνότητα, την μεγαλύτερη μετριοπάθεια ποιητικής φωνής. «Από δω προς την ήλιο», «Σύντροφοι».  Τίποτε άλλο. Μόνο η ηχώ της φωνής του ποιητή μέσα στον χρόνο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 28 Απριλίου 2018
--
Ποίηση Γιάννη Ρίτσου: ατέρμονες κύκλοι
ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΑΜΑΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Αλέξανδρος Αργυρίου, εφημερίδα Η Καθημερινή Τρίτη 13 Νοεμβρίου 1990, σ.21.
     Ξεκινώ με την υπόθεση ότι η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου εξελίσσεται σπειροειδώς, δηλαδή αναπτύσσεται επάνω σε επάλληλους ατέρμονες κύκλους και συγχρόνως και μέσα στη χρονική της πορεία.
     Συγχρόνως, γιατί μπορώ να υποθέσω ότι γράφει παράλληλα στα ίδια χρόνια διάφορα ποιήματα που εκφράζουν διαφορετικές καταστάσεις. Και μέσα στο χρόνο επειδή, όσο κρίνω, γράφει ποιήματα καταστάσεων, που δίνουν την αίσθηση των ημερολογιακών καταγραφών. Ένα είδος αυτοβιογραφίας, όπου, συνήθως, έχουν εξαφανιστεί οι συγκεκριμένες αφετηρίες τους, που συνεπάγεται ότι ο αφηγητής του ποιήματος δεν μιλάει για τον εαυτό του, αλλά μέσα από ένα συλλογικό εγώ. Αυτή η μεταβολή από το εγώ στο συλλογικό εγώ, (που την αντιλαμβάνομαι απολύτως οργανική), συμβαίνει μάλλον επειδή ο κομμουνισμός του Ρίτσου είναι και ο τρόπος αντίληψης του κόσμου που ενσωματώθηκε στο βιωματικό του πεδίο. Να εξηγηθώ από τώρα και ελπίζω να μην δημιουργήσω παρεξηγήσεις ο κομμουνισμός του Ρίτσου εγγράφεται στην ουμανιστική παράδοση κυρίως αν όχι, αποκλειστικά. Κρατάει γόνιμες σχέσεις με τον ουτοπικό σοσιαλισμό, ο οποίος, κι αυτός με τη σειρά του, συνδέεται με το κίνημα του Διαφωτισμού.
     Όμως αυτά (και μερικά άλλα) θα τα βρούμε αναλυτικά παρακάτω. Αλλά ας πάρουμε πρώτα μια γενική εικόνα της ποιητικής παραγωγής του Ρίτσου. Ένας από τους συστηματικούς μελετητές του έργου του ο καθηγητής Γιώργος Βελουδής, σημειώνει το 1987, ότι ο Ρίτσος έχει δημοσιεύσει 105 ενότητες ποιητικές συλλογές ή αυτοτελείς ποιητικές συνθέσεις., και ότι στο ανέκδοτο έργο του υπάρχουν ακόμη 85 τουλάχιστον ποιητικές συλλογές ή μεγάλες ποιητικές συνθέσεις. Έργα του έχουν μεταφραστεί, ως το 1976, σε 18 ξένες γλώσσες. Έχουμε ακόμη 11 τόμους μεταφράσεων και ένα τόμο δοκιμίων.
     Σε συγκεντρωτικούς τόμους, κυκλοφορούν 4 τόμοι (σήμερα 6) με γενικό τίτλο ποιήματα. Ο τόμος Τέταρτη Διάσταση συγκεντρώνει ποιήματα γραμμένα από το ’56 έως το 1972 και το γίγνεσθαι από το 1972 έως το 1977.
      Υπάρχει ακόμη και ο τόμος Επικαιρικά που περιλαμβάνει ποιήματα από το ’45 έως το ’69. Άθροισα τις σελίδες των 7 αυτών τόμων: Είναι πάνω από 2600 σελίδες. Για το σύνολο ο Βελουδής μιλάει για 5.500. Το 1984 για να γιορταστούν τα 50 χρόνια της εκδοτικής παρουσίας του Ρίτσου, εκδόθηκαν τα Επινίκια, που περιλαμβάνουν ποιήματα, γραμμένα από το 1977 έως το 1983, άλλες 230 σελίδες.
     Στη συνολική θεώρηση του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, που έγραψε ο Παντελής Πρεβελάκης το ’79 και το ’80, υπολογίζει ότι ο Ρίτσος έγραψε πάνω από 100.000 στίχους.
      Σύμφωνα με την βούληση του Ρίτσου ως ποιητής γεννιέται το 1930, εφ’ όσον από το έτος αυτό αριθμεί την παραγωγή του. Το 1934 εκδίδεται η πρώτη συγκέντρωση ποιημάτων του. Τίτλος Τρακτέρ. Έκτοτε η ποιητική του παραγωγή συνεχίζεται αδιάπτωτα.
      Με το Τρακτέρ και τις Πυραμίδες με ποιήματα των ετών 1930-1935, φάνηκε ο προικισμένος ποιητής, που χρησιμοποιούσε τον παραδοσιακό στίχο με υποδειγματική άνεση, σε ποικίλα μέτρα και με εύστοχες ομοιοκαταληξίες. Πιστεύω πως οφείλουμε να δεχθούμε ότι η παιδεία του Ρίτσου στην ελληνική τονική ποίηση, από τότε θα ήταν σημαντική. Από τον Σολωμό στον Βαλαωρίτη, στον Σικελιανό, στον Βάρναλη, στον Καρυωτάκη, αλλά και στους ελάσσονες, Μαλακάση, Πορφύρα, Γρυπάρη, τίποτε δεν θα του ήταν ξένο. Πρέπει ακόμα να προσθέσουμε τον Μπλοκ, τον Μαγιακόφσκι, τον Αραγκόν, τον Ελυάρ, και τον Χικμέτ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξαντλούμε τα ονόματα των ποιητών από τους οποίους διδάχτηκε-το λέω μεταφορικά, διότι πιστεύω ότι διάβαζε κριτικά τους άλλους ποιητές ο Ρίτσος. Υποπτεύομαι δε ότι ο Ρίτσος δεν παραθέτει τυχαία τα ακόλουθα του Αραγκόν.
     «δεν γράφω ποτέ ένα ποίημα που να μην έχει υπόψη του όλα τα ποιήματα που πρόσφατα έχω γράψει κι όλα τα ποιήματα που έχω πρόσφατα διαβάσει».
     Καταγράφω μια φράση του Ρίτσου που σταχυολόγησε ο τότε κοσμήτορας της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργος Π. Σαββίδης, στις 10 Ιουνίου 1975, στη συνοπτική, αλλά αξιόλογη εισήγησή του για την αναγόρευση του Ρίτσου σε επίτιμο διδάκτορα της Σχολής: «Η ποίηση δεν θέτει όρους αποδοχής της, αλλά τους δημιουργεί αυτούς τους όρους».
    Άς βάλω μια τάξη για όσα μίλησα ή υπαινίχθηκα.
α) Για τα αυτοβιογραφικά στοιχεία που συναντάμε στην ποίηση του Ρίτσου, αρρώστιες, θάνατοι, (ζωή στρατοπέδων. Αλλά με το τελευταίο, ζωή στρατοπέδων το αυτοβιογραφικό στοιχείο αλλάζει χαρακτήρα.
     Αν ζει κανείς σε στρατόπεδο, μοιραία ζει μια συλλογική πραγματικότητα. Κι αν έχει την ευαισθησία ενός ποιητή, που αυτοκυριαρχείται, φυσιολογικά, βιογραφεί μια γενική κατάσταση, που με την περιγραφική ικανότητα του Ρίτσου, ο λόγος του αφηγητή μοιάζει να είναι λόγος ενός κορυφαίου χορού σε τραγωδία. Επί πλέον, σε περιόδους αιχμής, Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, πάλι και εδώ τα αυτοβιογραφικά μεταξιώνονται και αποβαίνουν: έκφραση της συλλογικής μοίρας.
     Για να βγάλω το δικό του συμπέρασμα πιστεύω ότι εξαιρώντας την πρώτη και δεύτερη ποιητική φάση, που κλείνει το 1942 τα καθαρά αυτοβιογραφικά στοιχεία του: μειώνονται συνεχώς στα επόμενα έργα του και καταλήγουν σε απλά σημεία αναφοράς που συνδυάζονται με τις συλλογικές μνήμες. Μια εξαίρεση Το τερατώδες αριστούργημα. Όσοι ξέρετε τα Τρία κρυφά ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη που είναι και αυτά απολογία και απολογισμός ζωής, μπορείτε να καταλάβετε τις χαρακτηρολογικές διαφορές και ποιητικές λειτουργίες των δύο, χαρακτήρων και γραφών, Σεφέρη-Ρίτσου, που ωστόσο η καθεμία έχει τη δική της οικονομία και εσωτερική συνέπεια.
β) Τα ιστορικά στοιχεία που συναντάμε στην ποίηση του Ρίτσου καταγράφουν τις περιπέτειες του έθνους και του λαού-οι λέξεις εδώ χωρίς τον ρητορικό τους εξευτελισμό. Αν ο ποιητής τιτλοφορεί ένα μόνο συγκεντρωτικό τόμο ποιημάτων του Επικαιρικά, τολμώ να υποστηρίξω ότι όλη η προσφορά του είναι «επικαιρική» χωρίς με αυτό να μπορεί να πει κανείς ότι είναι και «εφήμερη». Το αντίθετο μάλιστα Τα «επικαιρικά» του μνημειώνουν κάποια και πολλά ιστορικά πρόσωπα και περιστατικά.
γ) Το ιδεολογικό στοιχείο που παρεμβαίνει στην ποίηση του Ρίτσου δεν δρα περιοριστικά, επειδή κινείται, σε «ανθρώπινη κλίμακα», για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός ποιήματος του Ελυάρ. Μιλώ βέβαια ότι δεν ενοχλεί το ιδεολογικό ακόμη και έναν αστό ή συντηρητικό ή αδιάφορο πολιτικά αναγνώστη που διαβάζει την ποίηση χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς τα «ανακλαστικά» του να ξυπνούν τη μυθολογία των αμφίστομων «μαχαιριών» τα οποία εν πάση περιπτώσει βρίσκονται έξω από το ποίημα. Εξ άλλου, όσο κρίνω, το ιδεολογικό στοιχείο στο Ρίτσο επεμβαίνει αφαιρετικά, στο σύνολο σχεδόν των ποιημάτων του. Όπως παρατηρούσα και προηγουμένως το ιδεολογικό σκέλος εστιάζεται στην ουμανιστική παράδοση. Η ίδια η Επανάσταση είναι «μια πανανθρώπινη συνάντηση» όπως εκτιμάται ότι θα συμβεί στην αναμενόμενη αταξική κοινωνία.
      Υπενθυμίζω, ότι στο παρελθόν, κάποιοι κριτικοί τη δεύτερη ποιητική φάση του Ρίτσου, από το Τραγούδι της Αδελφής μου έως τη Δοκιμασία τη θεώρησαν ως νεοχριστιανική.
      Εδώ πιστεύω βρίσκεται και ένα (δ) στοιχείο της ποίησης του Ρίτσου, το υπαρξιακό, όπως γενικά το είπανε και που για άλλους ποιητές είναι σαν να γίνεται μόνο με αυτό ποίηση. Ο έρωτας, ο θάνατος, το αίσθημα της απώλειας, της λησμονιάς, της φθοράς, της μοναξιάς και όλο το πλήθος των συναισθημάτων του ιδιωτικού βίου ψυχολογικού και σωματικού. Η αποσιώπηση τέτοιων καταστάσεων από το έργο ενός κατ’ εξοχήν λυρικού ποιητή, έστω στρατευμένου, θα σήμαινε ότι μεροληπτεί φτωχαίνοντας το ίδιο το φαινόμενο της ζωής.
     Έστω, λοιπόν, τα αυτοβιογραφικά, τα ιστορικά, τα ιδεολογικά και τα υπαρξιακά καθορίζουν τις περιφέρειες των επάλληλων κύκλων της ποίησης του Ρίτσου. Ακριβέστερα, τρέφουν την ποίησή του. Αλλιώς ειπωμένο, με γλώσσα του συρμού, καθορίζουν τα μηνύματά του. Για δικό μου λογαριασμό θα μιλούσα για οραματικό κόσμο του συγγραφέα.
………..
Απόσπασμα από την ανέκδοτη ομιλία που έγινε στις 10/3/1989 στην Εταιρεία Σπουδών (ίδρυμα Σχολή Μωραϊτη) για να εορτασθούν τα 80 χρόνια του ποιητή.
--
Σπονδή στο φέρετρο του Γιάννη Ρίτσου
Τάσος Βουρνάς, εφημερίδα Η Αυγή Τρίτη 13 Νοεμβρίου 1990
    Άφωνοι και σιωπηλοί, κρατώντας ακόμα εκείνο το απόθεμα δακρύων που μας έμεινε στα μάτια όταν συνοδεύαμε στην πόρτα του στρατοπέδου με την βαριά ένδειξη «καρκίνος της κύστης» στέκουμε αυτή τη στιγμή νοερά δίπλα στο φέρετρο που περικλείει το σκήνωμα του ποιητή. Γιατί ο Γιάννης Ρίτσος είμαστε εμείς οι ίδιοι, όταν πολεμούσαμε ή τραγουδούσαμε, ζυγιάζοντας την αντρειοσύνη και τη ρωμιοσύνη μας μέσα στη θάλασσα, των στίχων του και της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη, καθώς κατέβαινε πικρό ποτάμι από τις πληγές μας και γινόταν τραγούδι για τα γινόμενα και τα μέλλοντα. Θυμάμαι το σημαδιακό εκείνο πρωινό που μαζί με τον Θανάση Τσουπαρόπουλο τον συνοδεύσαμε ως την πύλη του στρατοπέδου. Ο Θανάσης είχε εκτονώσει την συγκίνησή του χαράζοντας σ’ ένα χαρτί μερικούς στίχους του που τους έβαλε στη φούχτα του ποιητή. Εγώ έλεγα μέσα μου «δεν θα σπάσεις, δεν θα κλάψεις. Θα του κάνεις κακό του ποιητή με τη φτήνεια των συναισθημάτων σου»!
     Και πράγματι δεν έκλαψα κι όταν ο ποιητής ξαναγύρισε στο στρατόπεδο, χωρίς το βραχνά των υποψιών της σοβαρής νόσου, έλεγε γελώντας.
-Και να φανταστείτε, παιδιά, ότι δεν έκλαψε καθόλου ο αναίσθητος!
Υπήρξε και μια άλλη στιγμή της κοινής στρατοπεδικής μας ζωής, που έλαμψε σαν αστραπή μέσα σ’ ένα σκοτάδι φανατισμού και οδύνης των ψυχών μας. Ήταν εκείνες οι τρομερές στιγμές που η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας με επικεφαλής τον Ντούμπτσεκ, συρόταν ως πρόβατο επί σφαγήν όχι μόνο από τους Σοβιετικούς, αλλά και από τον πρώτο τυχάρπαστο ρωμιό δογματικό που νομιμοποιούσε την πολιτική του ύπαρξη με ένα ράντζο σε μια γωνιά του στρατοπέδου. Όλοι θέλαμε να πούμε το λόγο που μας έπνιγε. Όλοι, προπαντός, θέλαμε να ξέρουμε τι λέει ο ποιητής. Σαν κάποια κρυφή και αδάμαστη δύναμη μας έσπρωξε όλους προς τον Α΄ θάλαμο, όπου είχε ο Ρίτσος το γιατάκι του. Βρήκαμε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο μπροστά στην πόρτα του κι αυτόν όρθιο να κρατά στα χέρια του ένα μεγάλο ντοσιέ με νερομπογιές, είδος ζωγραφικής που προτιμούσε.
      Δεν είπαμε τίποτε, δεν είπε τίποτε. Μόνο κάποια στιγμή άνοιξε αστραπιαία το ντοσιέ μπροστά στα μάτια μας. Και τότε προφτάσαμε να ιδούμε μεγεθυμένη τη φωτογραφία που δημοσιεύτηκε δύο-τρείς μέρες πριν στις αθηναϊκές εφημερίδες. Το άγαλμα του Αγίου Βεντσεσλάς, στην ομώνυμη πλατεία της Πράγας, σαν το σημαδεύουν τα σοβιετικά τανκς!
     Ήταν η απάντηση του ποιητή: μέγιστον μάθημα που δεν διαψεύσθηκε ποτέ από τον ίδιο, αν και επικαλέστηκαν πολλοί το γεγονός σε εποχή φανατισμού. Πολύ ακριβά, με τη σιωπή του, είχε πληρώσει το κόστος του δογματισμού μιας ηγεσίας που νόμιζε ότι, καταπατώντας τον ποιητή, εξασφαλίζει την ισόβια καταδίκη του σε πνευματικό θάνατο.
--
Αγωγιάτες δογμάτων
Κώστας Γεωργουσόπουλος, εφημερίδα Τα Νέα 5 Οκτωβρίου 1985
     Τα ζντανωφάκια (τα στρουφάκια της άλλης όχθης) σκέφτονται τελικώς αμερικάνικα! Έμαθαν για τα καλά το νόμο της αγοράς, το μάρκετινγκ της διασημότητος. Εγώ θα το ονόμαζα το αντίθετο της διασημομανίας. Διασημομανία είναι να γυαλίζεις συνεχώς τα παπούτσια του κάθε αστερίσκου, ακόμη και με το σάλιο, με σκοπό να συγκατατεθεί ο αστερίσκος να σε ταϊσει στο τραπέζι του. Το αντίθετο είναι το σύνδρομο της διασημοκτονίας. Να βαράς κάθε άξιο ή διάσημο για να γίνεσαι γνωστός ως φονιάς των μεγάλων, όπως ήταν παλιά ο Φωστήρας, φονεύς των γιγάντων.
Έτσι το ζντανωφάκι τα ‘βαλε πια αμέτι μοχαμέτι να γκρεμίσει τον ποιητή Ρίτσο και βέβαια χτυπώντας, τρομάρα του, από τα αριστερά.
Πρέπει να αποδειχτεί ο Ρίτσος ρομαντικός, ελληνοχριστιανός, ερωτόληπτος, αναχωρητικός, ποιητής, λέει το ζντανωφάκι (που γεννήθηκε μετά τον Εμφύλιο…) που δεν κατάλαβε τίποτε ούτε από Κατοχή, ούτε από Εμφύλιο, ούτε από το βάσανο της εργατιάς ο Ρίτσος συμπεραίνει το ζντανωφάκι, είναι ένας βολεμένος μικροαστός ποιητής. Να συνεχίσω; Γνωστή η μέθοδος σκοπός να γίνει σούσουρο για τον τολμηρό νεανία που ξεγύμνωσε το είδωλο και άλλα ηχηρά παρόμοια. Και βέβαια ο Ρίτσος, όπως κάθε ένας, δεν είναι ταμπού αλλά τα ζντανωφάκια δεν ξέρουν δεν μπορούν να κρίνουν ποιητές γιατί δεν τους αφήνουν τα φάλαρα. Σκέψου να κρίνεις έναν ποιητή από τα θέματά του. Εκεί είναι ακόμη τα μειράκια! Αλλά θέλετε άλλη απόδειξη περί ποιότητας και ειλικρίνειας. Στο περιοδικό που εξουθενώνεται ο Ρίτσος, ως μικροαστός δημοσιεύεται ποίημα νεανία που υποτίθεται ότι πληροί τις προδιαγραφές των ζντανωφακίων.
Ιδού: «Μεροκαματιάρηδες εσάς, εργάτες αδέλφια μου, αγωγιάτες, θεριστές, τραχείς απλοί χωριάτες, ναύτες βαρκάρηδες, ψαράδες ταπεινοί με τα χέρια ροζιασμένα»…. Και τα γνωστά λοιπά, να μην τρώω χαρτί. Που εγράφη το ποίημα; Στην Αθήνα, βέβαια. Τόσο διεισδυτική ματιά, που ανακαλύπτει αγωγιάτες και βαρκάρηδες. Αλλά έτσι ήταν πάντα τα ζντανωφάκια: έγραφαν και έκριναν εκ του ασφαλούς: από το γραφείο τους. Αφηρημένα για αφηρημένα. Νέτα-σκέτα: δογματικά νερόβραστα.