Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

ΤΑ ΕΠΟΧΙΚΑ της Μάρης Θεοδοσοπούλου


ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΠΟΧΙΚΑ
Κείμενα για νεότερους πεζογράφους
Εκδόσεις Νεφέλη1999, σελίδες 204, διαστάσεις 16,5Χ24 δραχμές 3120
Με 44 κείμενα στα οποία πραγματεύεται αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής 36 νεότερων συγγραφέων, η Μ. Θεοδοσοπούλου επιχειρεί να χαρτογραφήσει το δυσδιάκριτο τοπίο της σύγχρονης παραγωγής. Τα κριτικά κείμενά της έχουν δημοσιευθεί ως επί το πλείστον στην εφημερίδα «Εποχή», καθώς και στο περιοδικό «Αντί» και την εφημερίδα «Το Βήμα», τα τελευταία δέκα χρόνια. Αισθητικές τάσεις, μορφικά μοντέλα, η γλώσσα αλλά και η ευρύτερη ιδεολογία των εξεταζομένων συγγραφέων, επιδιώκεται να εντοπιστούν και να ανιχνευθούν, με την πεποίθηση ότι η δυναμική της νεότερης πεζογραφίας αξίζει την προσοχή μας.

      Ας δούμε πως δεξιώθηκαν την έκδοση του βιβλίου με ορισμένες από τις βιβλιοκριτικές της κριτικού Μάρη Θεοδοσοπούλου άλλοι κριτικοί συνάδερφοί της, που παράλληλα με εκείνη, σχολιάζουν, κρίνουν, αναλύουν και παρουσιάζουν την σύγχρονη εκδοτική παραγωγή στα έντυπα που δημοσιογραφούν. Έγκυρες πένες καταξιωμένοι και καταξιωμένες συγγραφικές παρουσίες και επαγγελματίες γραφιάδες που, συγχρόνως, εκθέτουν και τις δικές τους θέσεις και προβληματισμούς πάνω σε ζητήματα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας και τεχνικής, παραθέτουν τις ατομικές τους απόψεις για θέματα της ιστορίας, της πολιτικής επικαιρότητας, του πολιτισμού, της ιδεολογίας του ανανεωτικού αριστερού χώρου που ανήκε και η Θεοδοσοπούλου. Κρίσεις για την γραφή και τον εμπεριστατωμένο κριτικό λόγο της Μάρη Θεοδοσοπούλου, που σπονδυλώνουν μια εικόνα του βιβλιοκριτικού λόγου της εποχής την χρονική περίοδο που δημοσιεύονται οι κρίσεις αυτές όχι για κάποιον πρωτογενή δημιουργό-ποιητή ή πεζογράφο-αλλά για μια κριτική φωνή που ασχολείται με τον ξένο μόχθο με συνέπεια και αφοσίωση. Αναγνωρίζουμε πως όλοι οι κριτικοί σχολιαστές του συγκεντρωτικού τόμου των βιβλιοκρισιών της, των Εποχικών, ανεξάρτητα από τις επιμέρους ενστάσεις τους ή σκεπτικισμό τους για ορισμένες συγγραφικές της στιγμές, ανοίγουν μια ουσιαστική και ειλικρινή συνομιλία μαζί της και με τα κείμενά της. Στέκονται ίσοι προς ίσον. Δεν τους είναι αδιάφορος ο λόγος της ούτε οι κριτικές της παρεμβάσεις. Τα Εποχικά κείμενα διαβάζονταν και ίσως και να γονιμοποιούσαν άλλα κείμενα άλλων εντύπων ή την σκέψη άλλων κριτικών ή συγγραφέων, πέρα από το αναγνωστικό τους ακροατήριο. Οι περισσότεροι πάντως τονίζουν, την σεμνότητά της, το ατομικό της ήθος, την αγοραφοβία της. Το ότι σ’ όλη την διάρκεια της συγγραφικής της διαδρομής έμεινε πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας, κρατήθηκε μακριά από τον έπαινο των «σοφιστών» της εποχής της και ίσως ακόμα και από τους σοφιστές της πολιτικής ιδεολογίας που ακολουθούσε. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου , αυτή η επαγγελματίας κριτικός, ήταν ταγμένη σε αυτό που διακονούσε με ήθος και ζήλο.
Αντιγράφω τα κριτικά κείμενα χωρίς πρόθεση αξιολόγησης ή σύγκρισης μεταξύ των διαφόρων κριτικών φωνών, που τόσο τα πρόσωπα που υπογράφουν τις βιβλιοκρισίες όσο και τα ίδια τα κείμενα έχουν την δική τους ταυτότητα, τον δικό τους χρωματισμό, το δικό τους ύφος και μάλλον, την πολιτική και ιδεολογική αναφορικότητά τους, αν τα συσχετίσουμε με άλλες κριτικές και βιβλιοκριτικές παρεμβάσεις των υπογραφόντων τα περιοδικά και οι εφημερίδες που δημοσιεύτηκαν. Επίτηδες δεν τα ταξινομώ ούτε με αλφαβητική σειρά των επιθέτων των συγγραφέων ούτε με χρονολογική σειρά δημοσίευσής τους. Το ζήτημα βρίσκεται στο τι λένε, τι απόψεις εκφράζουν με την συνομιλία τους με μια άλλη κριτική φωνή και τι εκφράζουν τα ίδια τα κείμενα. Τι κομίζουν στον κριτικό λόγο καθώς ανοίγουν συζήτηση με άλλα κείμενα άλλων φωνών.
 Με την αντιγραφή και παράθεση των κριτικών θέλησα να κρατήσω την μνήμη της παρούσα. Να δώσω την δυνατότητα σε όσους διαβάσουν τα παρατιθέμενα αυτά συγκεντρωμένα κείμενα να έχουν μια κριτική εποπτεία και ενημερότητα. Να προσθέσω ένα μικρό λιθαράκι πληροφοριών για όσους ενδεχομένως αποφασίσουν στο μέλλον να συγκεντρώσουν τα διάσπαρτα κείμενά της που βρίσκονται σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες και να ερευνήσουν την κριτική της παρουσία, τόσο στο ευρύτερο δημοκρατικό-αριστερό πολιτικό περιβάλλον, όσο και στο γραμματολογικό. Εντάσσοντας την συγγραφική της φωνή μέσα στο σύγχρονο ελληνικό γυναικείο και αντρικό πάνθεο των κριτικών της εποχής μας.
Τώρα που η φυσική της παρουσία δεν βρίσκεται ανάμεσά μας αλλά μέσα στις σελίδες των βιβλίων που μας παρουσίασε.
Δεν εξαντλώ την αναφορά στις κριτικές, απλά παραθέτω αυτές που πρόχειρα συνάντησα στο αρχείο μου για την Μάρη Θεοδοσοπούλου γνωρίζοντας όπως όλοι μας, ότι υπάρχουν και άλλες για τα άλλα της βιβλία.
ΜΙΣΕΛ ΦΑΙΣ, εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος Κυριακή 17/10/1999, σ. 20
Νεότερη πεζογραφία
     Ερανίζοντας σαράντα τέσσερις βιβλιοκρισίες δημοσιευμένες κυρίως στην «Εποχή», και δευτερευόντως στο «Αντί» και το «Βήμα», η Μαρί Θεοδοσοπούλου επιχειρεί στα «Εποχικά. Κείμενα για νεότερους πεζογράφους» («Νεφέλη», 1999 σ.σ.) να χαρτογραφήσει τη νεότερη πεζογραφική παραγωγή επιλέγοντας τριάντα έξι διηγηματογράφους και πεζογράφους που έχουν εκδώσει βιβλίο την τελευταία δεκαετία.
     Καλύπτουν ένα ηλικιακό άνοιγμα συγγραφέων περίπου είκοσι πέντε ετών, η Θεοδοσοπούλου αναλαμβάνει να μιλήσει για την αρχή και το μέσον λογοτεχνικών διαδρομών που σε γενικές γραμμές, σχεδιάζουν το προφίλ της σχετικά πρόσφατης λογοτεχνίας μας. Συνήθως η Θεοδοσοπούλου περιορίζεται σε μια κριτική για να ψαύσει το θεματικό και υφολογικό χνάρι του παρουσιαζόμενου συγγραφέα, ενώ σπανίως καταφεύγει στη διπλή βιβλιοκρισία της ίδιας φωνής σε άλλη στιγμή, για να σταθμίσει ακριβέστερα τις συνέχειες και τις τομές που επιφέρει στο έργο ο χρόνος.
     Τρείς είναι οι άξονες του βλέμματος της Θεοδοσοπούλου. Η διαρκής προσήλωσή της στο διαμεσολαβητικό ρόλο της κριτικής δραστηριότητας. Η διασταύρωση της καθαρής κριτικής λειτουργίας με τα πολιτισμικά συμφραζόμενα που εμπεριέχει το προς σύσταση βιβλίο. Τέλος, η καλή προαίρεση ακόμη και για μυθιστορήματα ή συλλογές διηγημάτων στα οποία οι ενστάσεις ανεβαίνουν αβίαστα στον αφρό της αναγνωστικής εμπειρίας της. Για την κριτικό δεν τίθεται-νομίζω-θέμα αυτονομίας του κριτικού λόγου. Σύμπτωμα που βασανίζει κάποιες κριτικές πένες στα ένθετα εφημερίδων (πόσο μάλλον στα λογοτεχνικά περιοδικά) όπου την απουσία προσωπικής γλώσσας πασχίζουν να την μπαλώσουν με θεωρητικές συρραφές. Επίσης η τάση της να συνομιλεί ρητά μέσα από τις βιβλιοκρισίες της με το σινάφι της, συγκλίνοντας με ομοτέχνους, μαρτυρεί την αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει τη σκοπιά της. Στα κείμενα της Θεοδοσοπούλου μ’ ενδιαφέρει η πάγια θέση της να κρίνει τις προθέσεις του συγγραφέα και όχι να προσαρμόζει τις ισχυρές ή αδύναμες όψεις του κειμένου στο ατομικό γούστο της. Κάτι που αποδεικνύεται δια γυμνού οφθαλμού τόσο από την πολυφωνικότητα των επιλογών όσο και από την ευκρασία των κρίσεων. Για τη Θεοδοσοπούλου δεν υπάρχουν, ως αξιολογική προοπτική, παραδοσιακή ή νεωτερική γραφή, δεν τίθεται ζήτημα ιεράρχησης της πεζογραφίας μας σύμφωνα με τον ιδεολογικό προσανατολισμό της (ελληνοκεντρική ή κοσμοπολίτικη). Για την συγγραφέα των «Εποχικών» υπάρχουν βιβλία που κερδίζουν και χάνουν το στοίχημα στην αφήγηση, στη δομή, στη γλώσσα, βιβλία που υπακούουν στους νόμους της αγοράς και βιβλία που λογοδοτούν στην περιπέτεια της γραφής, εν τέλει βιβλία μικρής και μεγάλης ανάσας.
     Από  τα «Εποχικά» αναδύεται ένα άρωμα παλιάς κριτικογραφίας. Σ’ αυτό συντελεί η «παλιομοδίτικη» τάση της να διασταυρώνει τις αξιολογικές κρίσεις της με μια ενδελεχή περιδιάβαση στο πραγματολογικό πλαίσιο του προς κρίσιν βιβλίου. Αυτή η αναδιφησιολογία στην κριτικογραφία του βιβλίου, πρωθύστερη ή παράλληλη, στα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, στην ιστορία που διαπερνά ένα βιβλίο ως πολιτιστικό αγαθό, ακόμα κα στην τυποτεχνική του εμφάνιση, πραγματώνεται με χαρίεν ύφος και δόσεις λεπτής ειρωνείας.
      Είναι αλήθεια ότι η Θεοδοσοπούλου κάποιες φορές, όταν πρόκειται να διατυπώσει ενστάσεις ή να ψέξει ένα αρνητικό σύμπτωμα που φέρει ένα βιβλίο, καταφεύγει σε μια γλώσσα επιφυλακτική, ενίοτε και κρυπτική. Ίσως αυτή η συστολή να είναι το τίμημα της θετικής ενέργειας που σου μεταδίδουν οι βιβλιοκρισίες της. Η πιεστική ανάγκη της με άλλα λόγια, να θεωρεί το δημόσιο διάλογο γύρω από το λογοτεχνικό βιβλίο ως μια απόπειρα συνεννόησης και όχι ως μια προσπάθεια επιβολής των απόψεών της που θα σκόρπιζαν στο πέρασμά της πληγές και σύγχυση στους διπλούς αποδέκτες αυτών των κειμένων.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, περιοδικό Ο Πολίτης τχ. 64/5, 1999, σ. 62-
ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
      Όταν κάποιος ποιητής επισκέπτεται έναν εκδοτικό οίκο γα να υποβάλει τα ποιήματά του, θα πρέπει να έχει ήδη ένα έργο πίσω του, έστω και εκδοθέν «ιδίοις αναλώμασι», και ένα κάποιο «όνομα», τα οποία λειτουργούν ως απαραίτητα διαπιστευτήρια, αφού είναι γνωστό πως η ποίηση «δεν πουλάει». Αντίθετα, πουλάει η πεζογραφία και φαντάζομαι πώς όταν κάποιος επίδοξος πεζογράφος κτυπά την πόρτα ενός εκδοτικού οίκου, πράγμα που συμβαίνει αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια, ο εκδότης ή ο υπεύθυνος περί αυτά θα το υποβάλει ατύπως σε κάποια τέστ, συνήθως ακαριαία, ώστε να διαμορφώσει μια πρώτη εικόνα για τον πιθανό συνεργάτη του. Προτείνω λοιπόν το βιβλίο της Μάρης Θεοδοσοπούλου ως την πλέον κατάλληλη «εξεταστέα ύλη», ώστε η ερώτηση «τι ακριβώς γράφετε;» να είναι συγκεκριμένη και η απάντηση διαφωτιστική. Σε περίπτωση δε που αυτή η πρόταση υιοθετηθεί, είμαι σίγουρος πως θα μειωθεί ο όγκος των υποβαλλόμενων προς έκδοση μυθιστορημάτων και διηγημάτων, ίσως δε βελτιωθεί και η ποιότητα όσων κρίνονται άξια προς τούτο… Με άλλα λόγια, θεωρώ το βιβλίο απαραίτητο για κάποιον που αποφασίζει να εκδώσει τά γραφόμενά του, γιατί παρουσιάζονται βασικές τάσεις της σύγχρονης πεζογραφίας μας, αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις συγγραφέων και βιβλίων, χαρακτηριστικά της γλώσσας και της τεχνικής τους, με τρόπο αναλυτικό, βατό και, όπου χρειάζεται, διακριτικά διδακτικό. Ένας επίδοξος πεζογράφος πολλά θα είχε να κερδίσει  διαβάζοντάς το και ακόμα περισσότερα θα μπορούσε να αποφύγει. Αλλά και ένας υπεύθυνος εκδοτικού οίκου αρκετά θα είχε να σκεφτεί σχετικά με βιβλία για τα οποία έχει την ευθύνη.
     Τα Εποχικά περιλαμβάνουν τριάντα εννέα κείμενα δημοσιευμένα κατά την τελευταία δεκαετία στην εφημερίδα Η Εποχή, τέσσερα από το περιοδικό Αντί και ένα από την εφημερίδα Το Βήμα, με την οποία προσφάτως άρχισε να συνεργάζεται. Παρουσιάζονται τριάντα έξι συγγραφείς που, με εξαίρεση, εξέδωσαν το πρώτο τους πεζό κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αν η «εν θερμώ» κριτική αποτελεί τη ματιά της εποχής για κάθε εκδιδόμενο βιβλίο, αυτό δεν ισχύει ια όλες ανεξαιρέτως τις βιβλιοκριτικές, με προεξάρχουσα την προχειρότητα. Αντίθετα, η Θεοδοσοπούλου, παρ’ ότι πολυγραφότατη, έχει κατακτήσει ένα στάνταρ ποιότητας, τα δε κείμενά της βρίθουν συγκεκριμένων παρατηρήσεων, που όντως συνιστούν κριτικό τεκμήριο της «εποχής». Αν μάλιστα κάποτε θελήσει να συνθέσει αυτές τις παρατηρήσεις, ανάγοντάς τες σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, νομίζω πως θα καλύψει ένα σημαντικό κενό.
Το «υλικό», πάντως είναι έτοιμο.
   Μα όσο και αν τα Εποχικά μπορούν να αποτελέσουν έναν σίγουρο οδηγό πολλαπλής χρήσης, σε ό,τι αφορά την πρόσφατη πεζογραφική μας παραγωγή, μέσα στο βιβλίο υπάρχει ένα επαρκές δείγμα της κριτικού Μάρης Θεοδοσοπούλου πού, με υπερδεκαετή διαδρομή, την περισσότερη με εβδομαδιαία παρουσία, κάποτε και δίς της εβδομάδος, κατά προτίμηση επί πεζογραφίας, έχει διαμορφώσει ένα δικό της στίγμα, σαφές διακριτικό και πολύ ενδιαφέρον, αποτελώντας πιά ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς στο χώρο της κριτικής λογοτεχνικού βιβλίου και, κατά τη γνώμη μου, την εγκυρότερη ματιά για την πεζογραφία.
     Η κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας προϋποθέτει όντως χαμηλούς τόνους; Η Θεοδοσοπούλου σπεύδει, στην πρώτη παράγραφο του προλογικού της σημειώματος, να θέσει και να απαντήσει θετικά το ερώτημα, χαρακτηρίζοντας, έτσι, η ίδια το είδος της κριτικής που ασκεί. Οι χαμηλοί τόνοι αποτελούν σταθερή προσήλωσή της, σχεδόν αγχωτική, εις βάρος ακόμα και της ροής των κειμένων της, που κάποιες φορές ενδίδουν στην περιγραφικότητα, η οποία χρησιμοποιείται ως η ασφαλέστερη δίοδος για την εκτόνωση της κυοφορούμενης έντασης ή για την εξαντλητική τεκμηρίωση κάθε κρίσης.
     «Ποιος θυμάται σήμερα την Αλεξάνδρα Αλαφούζου;» αναρωτιόταν σε προ δεκαετίας κείμενό της η Μάρη Θεοδοσοπούλου. Το αντιπρότυπό της, λοιπόν; Η κριτικός των Νέων Πρωτοπόρων υπήρξε εισηγητής στα καθ’ ημάς του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, απολύτως δογματική, ακόμα και με τά τότε δεδομένα, ασφαλές δείγμα σήμερα, για τους γραμματολόγους του Μεσοπολέμου, της «αριστερής κριτικής της λογοτεχνίας». Εδώ και το βασικότερο ερώτημα που αναδεικνύεται από τα κείμενα της Θεοδοσοπούλου: Αφού επί πολλά έτη είναι η κριτικός της λογοτεχνίας της εφημερίδας Η Εποχή, τα κείμενά της αναπνέουν μέσα στο ιδεολογικό και εν γένει περιβάλλον του συγκεκριμένου χώρου ή έστω του ευρύτερου της ανανεωτικής Αριστεράς; Νομίζω πως ναι, αν και θα έπρεπε να τεθεί και το αμέσως επόμενο ερώτημα: Θα μπορούσαν αυτά τα κείμενα να έχουν δημοσιευτεί, ίσως και όλα, στην εφημερίδα Το Βήμα ή την Ελευθεροτυπία.; Και πάλι νομίζω πως ναι, και μάλιστα οι πρόσφατες βιβλιοκρισίες της στο Βήμα είναι από τις καλύτερες του δεκαεξασέλιδου της εφημερίδας. Από άλλη αφετηρία: οπωσδήποτε τα κείμενα της Θεοδοσοπούλου στην Εποχή δεν προβάλλουν κάποια αριστερά διαπιστευτήρια, αντίθετα, παρ’ ότι δημοσιευμένα σε δεδομένη αριστερή εφημερίδα, αρκούνται στο να συνθέτουν μια νηφάλια και σοβαρή ματιά, με πρωταρχικό της μέλημα το να μπορεί να κρατιέται μακριά από τα πυροτεχνήματα της αγοράς. Άς προσπαθήσω να γίνω πιο συγκεκριμένος, έστω και μέσω παρακαμπτηρίου: ο μελλοντικός γραμματολόγος σίγουρα θα βρει συνάφειες ανάμεσα στα συμβαίνοντα στην Αριστερά και στα κείμενα της Μάρης Θεοδοσοπούλου, αλλά θα πρέπει να κοπιάσει πολύ για να εκμαιεύσει, ενώ αντίθετα ο ιστορικός της Αριστεράς, ευθύς αμέσως, θα εκπλαγεί από την ποιότητα της σελίδας βιβλίου της μικρής αυτής εφημερίδας.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, εφημερίδα Τα Νέα-Τα Πρόσωπα τχ.36/13-11-1999
Εποχικές κρίσεις
     Αν η Μάρη Θεοδοσοπούλου δεν έγραφε αποκλειστικά, ως πρόσφατα, σε μικρής κυκλοφορίας έντυπο του χώρου της «εκτός των τειχών» αριστεράς «εμμονή μάλλον συναισθηματική, παρά ιδεολογική, από την οποία φαίνεται να την απέσπασε τελικά η αδήριτη ανάγκη του βιοπορισμού), θα έχαιρε σήμερα όσο ίσως κανένας άλλος κριτικός της γενικής αποδοχής και εκτίμησης. Αν και είναι αλήθεια πως τέτοιες υποθέσεις βασίζονται σε μια αφαίρεση, που απομονώνει τη δράση άλλων, συχνά σημαντικών παραγόντων αρκετοί π.χ. μεταξύ όσων διαβάζουν φανατικά τα κείμενα της Μ. Θ.  στην Εποχή αισθάνονται πως ο μετεγκληματισμός της στο δριμύτερο περιβάλλον μιας μεγάλης εφημερίδας όπως Το Βήμα δεν υπήρξε απόλυτα επιτυχής και σαν να μούδιασε κάπως αυτόν τον έτσι κι αλλιώς συμμαζεμένο, σχεδόν αγοραφοβικό άνθρωπο.
     Το πιο εξόφθαλμο προσόν της Μ. Θ., ως κριτικού, είναι η γραμματολογική της δεινότητα. Μολονότι νέα στην ηλικία, γνωρίζει τη λογοτεχνία άριστα, ίσως σε μεγαλύτερη έκταση απ’ οποιονδήποτε άλλο. Πράγμα ακόμα σημαντικότερο, η Μ. Θ. ενεργοποιεί σε κάθε κριτική της αυτές τις γνώσεις, επισημαίνοντας αναλογίες, συγγένειες, αντιθέσεις ανάμεσα σε έργα και συγγραφείς που πολλές φορές χωρίζονται από μεγάλη χρονική απόσταση. Με αυτό τον τρόπο κάνει κάτι που λείπει πολύ από τη σύγχρονη ελληνική κριτική: τοποθετεί τα βιβλία μέσα στη λογοτεχνική μας παράδοση, ή μάλλον ακόμα πλατύτερα, μέσα στο σύνολο της γραπτής μας παράδοσης, αφού της αρέσει να τα συσχετίζει και με εξωλογοτεχνικά κείμενα.
     Αναφέρω ως παράδειγμα την πρόσφατη παρουσίαση, στο Βήμα του βιβλίου της Μυκονιάτισσας Α. Κουσαθανά-Ρόε Η γειτονιά του Γιώρη. Η Μ. Θ., μιλώντας από αυτή την αφορμή για την καταγραφή του λαϊκού λόγου, παραθέτει δυό άλλους Μυκονιάτες, τη Μέλπω Αξιώτη και τον λεξικογράφο Παν. Κουσαθανά, επικαλείται τον Τσίρκα των ημερολογίων της τριλογίας και τον Νίκο Κάσδαγλη του Τα δόντια της μυλόπετρας, υπενθυμίζει την τετράτομη συλλογή μαρτυριών της Έλλης Παπαδημητρίου Κοινός λόγος. Αξίζει να προσέξουμε ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται για έργα ή χωρία που δεν είναι ευρύτερα γνωστά ή δεν προσφέρονται άμεσα για συσχέτιση η κοινοτοπία και το αυτονόητο δεν έχουν θέση στον ψαχνό λόγο της Μ. Θ.
Πότε πότε, βέβαια, η κριτικός το παρακάνει. Όπως π.χ. στο κείμενό της για το μυθιστόρημα του Βασίλη Μπούτου, Η συκοφαντία του αίματος (περιέχεται στον τόμο Εποχικά), όπου παραθέτει σχεδόν μισή σελίδα από τον Παπαδιαμάντη κι ένα μικρότερο απόσπασμα από το «Σαμπεθάι Καμπιλής» του Δημήτρη Χατζή, για να εξηγήσει τον τίτλο του βιβλίου. Γενικά, έχω την εντύπωση πως η Μ. Θ. νιώθει πολύ πιο άνετα στον ρόλο του αρχειοπόντικα παρά του κριτή-πράγμα που αποδίδω  στη βαθύτατη ταπεινοφροσύνη της.
Αυτή η ταπεινοφροσύνη, αλλά και η στερεότητα της σκέψης της, εγγυώνται ότι οι διακειμενικές αναφορές της, ακόμα και όταν είναι ανοικονόμητες, δεν έχουν την επιδειξιομανή εκζήτηση που μας ταλανίζει σε αντίστοιχα εγχειρήματα άλλων κριτικών. Η Μ. Θ. διαφωτίζει πραγματικά, εκεί που άλλοι παίζουν άσκοπα και αυτάρεσκα με τον φακό του κριτικού.
Ούτε συζήτηση είναι σχολαστική. Μετράει κεφάλαια μυθιστορημάτων και διηγήματα συλλογών, τα ταξινομεί σύμφωνα με κάποιο γνώρισμά τους, όχι πάντα βασικό (π.χ. γεωγραφικός χώρος), συγκρίνει αριθμούς διηγημάτων ή σελίδων από βιβλίο σε βιβλίο, προσπαθεί να ανακαλύψει κανονικότητες στους χρόνους που μεσολαβούν ανάμεσα σε δύο εμφανίσεις ενός συγγραφέα. Όλα αυτά δεν έχουν πάντοτε ουσία ή, αν έχουν, δεν γίνεται αρκετά ορατή. Αλλά νομίζω πως αυτή η σχολαστικότητα της Μ.Θ. όπως και οι παραπομπές της σε ετεροειδή έργα, απηχούν μια στρατηγική που θέλει να δώσει στον κριτικό λόγο περισσότερη ελευθερία κινήσεων κι ευρύτερη προοπτική, να τον απεγκλωβίσει  από το λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο η Νέα Κριτική (ευαγγέλιο ως σήμερα των περισσότερων κριτικών μας) είχε αναγάγει σε περίκλειστο, στεγανό, αυτάρκες σύμπαν, αρχή και τέλος του πεδίου δράσης ενός κριτικού.
Όχι πως η Μ. Θ. δεν δίνει έμφαση στα ίδια τα κείμενα, τουναντίον, είναι μια πολύ προσεχτική, ευαίσθητη και με πλούσια θεωρητική κατάρτιση αναγνώστρια. Οι παρατηρήσεις της για τη δομή, το ύφος, τη χαρακτηρολογία, τις ιδιαιτερότητες της γραφής ενός έργου είναι κατά κανόνα λεπτές και συχνά διεισδυτικές. Σ’ αυτές, άλλωστε, εξαντλείται το μεγαλύτερο μέρος της ανάλυσης και των αξιολογήσεών της. Η Μ.Θ. δεν προβαίνει σχεδόν ποτέ σε συνολικές αποτιμήσεις, είναι όμως αυστηρή στις κρίσεις της για τα επιμέρους στοιχεία του μηχανισμού ενός κειμένου. Ο αναγνώστης αφήνεται να κάνει μόνος του τον λογαριασμό, αν και πολλές φορές έχει να συνεκτιμήσει ανόμοια πράγματα, γιατί αυτή η επιχειρηματολογία της Μ. Θ. δεν συγκλίνει προς ένα κέντρο(το έργο ως ενιαία μορφή), αλλά είναι κατ’ εξοχήν φυγόκεντρη και αποδιαρθρωτική.
Αυτό, όμως, φυτεύει ένα μεγάλο πρόβλημα στα θεμέλεια των Εποχών. Όταν συγκεντρώνεις σ’ ένα τόμο τις κριτικές που έγραψες  κατά καιρούς για μια ορισμένη ομάδα συγγραφέων, συγκεκριμένα για πεζογράφους που εμφανίστηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες, είναι λογικό να παραμείνει κανείς ότι θα αναδείξεις τις ιδιαιτερότητές της, κάποια ειδικά μορφολογικά ή θεματικά γνωρίσματα, κάποιες στάσεις, κάποια ρεύματα που διαφοροποιούν αυτή την ομάδα από άλλες ή ορίζουν νέες ομάδες εντός της. Αλλιώς τι νόημα έχει η επιλογή σου; Εν τούτοις, από την φύση της η κριτική της Μ. Θ.  δεν μπορεί να δώσει τέτοια εικόνα, εστιάζει στα καθέκαστα, όχι στο σύνολο, δεν οργανώνει, αλλά συμπαραθέτει. Ο αναγνώστης των Εποχών, αφού διαβάσει όσα έχει να πει η κριτικός για 36 συγγραφείς και 44 βιβλία, μένει με την αίσθηση πως το τοπίο δεν έχει γίνει ούτε τόσο δα πιο ξεκάθαρο, ίσως μάλιστα είναι τώρα πιο θολό.
Υπάρχει και ένα άλλο παράδοξο στα Εποχικά. Παρ’ όλο που η Μ. Θ. αποφεύγει να διατυπώνει γενικές απόψεις για την ελληνική λογοτεχνία και να εκφράζει τις προσωπικές της προτιμήσεις της, είναι αρκετά φανερό μέσα σε ποιο πλαίσιο κινείται η σκέψη της. Η προσήλωση στην εντοπιότητα τη συγκινεί πολύ περισσότερο από τον κοσμοπολιτισμό, η επαρχία και η ύπαιθρος περισσότερο από το αθηναϊκό άστυ, το ιστορικό παρελθόν περισσότερο από το παρόν, η λεξιμαγεία περισσότερο από τη μυθοπλασία, παλιές ιδέες που εκφράζονται με ανατρεπτικές (αντιαφηγηματικές) φόρμες περισσότερο από καινούργιες ιδέες που χρειάζονται, αν και μεταλλαγμένη, την αφηγηματική σύμβαση, η «καθαρή λογοτεχνία» περισσότερο από τη λογοτεχνία που δέχεται προσμίξεις κι επιρροές από άλλα είδη λόγου ή και από άλλες τέχνες.
Όλα αυτά σκιαγραφούν μια κριτικό με συντηρητικές ιδέες-γιατί η μοντερνιστική παράδοση, που αποτελεί το υπόβαθρο των περισσότερων από αυτές, εκφράζει πλέον τη λογοτεχνική συντήρηση. Αλλά ένα πολύ μεγάλο μέρος των πεζογράφων της ομάδας στην οποία αναφέρονται τα Εποχικά και μάλιστα εκείνοι ακριβώς που την κάνουν να ξεχωρίζει, απομακρύνονται συνειδητά από αυτήν την παράδοση και ακολουθούν ή αναζητούν άλλους δρόμους. Κατά συνέπεια, η Μ. Θ. δυσκολεύεται να διακρίνει τις ιδιομορφίες της περιόδου που την απασχολεί ή να δει σ’ αυτές κάτι περισσότερο από παράβαση των κανόνων της «λογοτεχνικής» αυθεντικότητας.
Έτσι, ενώ είναι πάντα διορατική κι εύστοχη όταν αντιμετωπίζει συγγραφείς παραδοσιακής, δηλ. μοντερνιστικής, έκφρασης (πχ. Ανδρέας Μήτσου, Μαρία Ευθυμιάδη, Τάσος Γουδέλης, Κλαίρη Μιτσοτάκη) ή νεορεαλιστές της περιφέρειας με έντονο «ελληνικό χρώμα» (Τ. Καλούτσος, Δημήτρης Πετσετίδης, Βασίλης Τσιαμπούσης κά.) εμφανίζεται κάπως αμήχανη και ανόρεχτη όταν προσπαθεί να προσεγγίσει συγγραφείς όπως ο Φαίδων Ταμβακάκης, Ευγένιος Αρανίτσης, Βασίλης Γκουρογιάννης κ. ά., πού, αν και πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, αφ’ ενός χρησιμοποιούν τη μυθοπλασία εμφαντικά, αλλά λίγο-πολύ προσχηματικά, για να πετύχουν άλλους στόχους, αφ’ ετέρου δεν έχουν ελληνοκεντρική θεματική.
Τη στάση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνουν και οι παραλήψεις των Εποχικών. Μεταξύ των «αξιόλογων συγγραφέων» που η Μ. Θ. δεν φιλοξένησε στον τόμο (το δηλώνει στον πρόλογό της, αλλά χωρίς να εξηγεί γιατί) υπερτερούν σαφώς εκείνοι που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αποκλίνουν από τη μοντερνιστική νόρμα, κι εμπνέονται, οι περισσότεροι, από τη σύγχρονη αστική ζωή, με ελάχιστες αναφορές στην λαϊκή παράδοση. (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Διονύσης Χαριτόπουλος,  Ε. Σωτηροπούλου, Γ. Συμπάρδης, Σώτη Τριανταφύλλου, Ε. Χουρμουζιάδου, Χρήστος Χωμενίδης, Μισέλ Φάϊς κ. ά.)
Δείγματα συντηρητισμού, και μάλιστα ακραίου, είναι επίσης ορισμένες απόψεις της Μ. Θ. εγκατεσπαρμένες στις κριτικές της όπως ότι οι ιδιότητες του συγγραφέα και του κριτικού είναι ασύμβατες (θέση συν τοις άλλοις ανιστόρητη), ή ότι η σημερινή κυριαρχία των εμπορικών εκδοτικών οίκων έχει εξαλείψει-δυστυχώς, υπονοεί η Μ. Θ.-τη διαδικασία επιλογής που εξασφάλιζαν παλιά οι συντροφιές των λογοτεχνικών περιοδικών, όπου ο επίδοξος συγγραφέας έπρεπε πρώτα «να γίνει αποδεκτός στους κόλπους της ομάδας» και ακολούθως «να μαθητεύσει δίπλα στους πρεσβύτερους» πριν δημοσιεύσει (περιγραφή που θυμίζει ενοχλητικά μεσαιωνική συντεχνία)
Αλλά ο συντηρητισμός της Μ. Θ. σχετικοποιείται από το γεγονός ότι, όπως έχω ξαναγράψει, αυτό είναι το κυρίαρχο πνεύμα στη σύγχρονη ελληνική κριτική. Σε σύγκριση με τους περισσότερους συναδέρφους της, η Μ. Θ. είναι πιο ευέλικτη και, το είπα ήδη, δίνει στη λογοτεχνική κριτική πολύ μεγαλύτερο βάθος πεδίου. Τα Εποχικά προβάλλουν μεγεθυσμένες κάποιες αδυναμίες της, που θα βάραιναν πολύ λιγότερο σε μια συνολική έκδοση των κριτικών της. Οι αναγνώστες αυτού του βιβλίου είναι δίκαιο να το  λάβουν αυτό υπ’ όψιν, γιατί έτσι θα εκτιμήσουν καλύτερα της αναμφισβήτητες , πολύ σημαντικές αρετές του και τη δυνατότητά του να συμβάλει στη μελέτη της νεότατης πεζογραφίας μας, μελέτη που ουσιαστικά δεν έχει αρχίσει ακόμα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ, εφημερίδα Η Καθημερινή 8/6/1999.
Χρονικό της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας
Συλλογή βιβλιοκριτικών κειμένων της Μάρης Θεοδοσοπούλου
Ανομολόγητο παράπονο πολλών κριτικών, εκφρασμένο προσφάτως σε φιλική συντροφιά δια στόματος Αλέξανδρου Αργυρίου: «Γράφουμε για όλους και κανείς δεν γράφει για μας». Περισσότερο αναμενόμενο το παράπονο, όταν πρόκειται για νέο κριτικό που καταθέτει για πρώτη φορά τα διασπαρμένα μέλη του από το εφήμερο πεδίο της εφημερίδας και των περιοδικών στη μονιμότερη στέγη του βιβλίου. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου έκρινε και εύλογα αναμένει να κριθεί. Παρθενική της εμφάνιση στο χώρο του βιβλίου, χωρίς ωστόσο να έχει χρείαν συστάσεων, καθώς ήδη με τη διακριτική παρουσία της από τις στήλες εφημερίδων και περιοδικών (Εποχή, Καθημερινή, Βήμα, Αντί) την τελευταία δεκαετία έχει αφήσει το χνάρι της στη συνείδηση του βιβλιόφιλου κοινού που το σέβεται και αμφίδρομα την εμπιστεύεται.
     Θέλει αρετήν και τόλμην η κριτική πρωτίστως. Η. Μ. τα έχει σε ανεπτυγμένο βαθμό. Τόλμη, λ.χ. μεταξύ άλλων, είναι να στοιχηματίζεις στο άγνωστο. Να γράφεις για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς πρώτος (συνήθως σε σύγκριση με άλλους συναδέλφους σου που διακονούν κι αυτοί την πρωτογενή κριτική από αντίστοιχες στήλες εφημερίδων, καλύπτοντας εν τη γενέσει τους το γεγονός κινούμενη στο  ολισθηρό έδαφος του διαμορφούμενου έτι, προσφέροντας το «Πα στω» κάθε περαιτέρω χαρτογράφησης (η επισήμανση μας ελέγχεται εύκολα από τη σχετική «Κριτικογραφία» του Διαβάζω). Τόλμη επίσης είναι να κάνεις τα εισόδιά σου στο χώρο του βιβλίου με μια επιλογή κειμένων από την εφημερίδα Η Εποχή, τη στιγμή που μπορούσες να μπεις με τόμο από κείμενά σου λχ. στο  Βήμα. Αυτονόητα η τόλμη ενός κριτικού δεν εξαντλείται στα εν λόγω. Είναι όμως ενδείξεις πάσης περαιτέρω τόλμης. Και κάτι που άπτεται της αρετής.
     Δε μια εποχή (και πότε ίσως δεν ήταν), που σχετικά μικρή μερίδα κριτικής είναι αταλάντευτα φερέγγυος (κάποιοι ενδίδουν σε εκδοτικό τροπισμό, άλλοι πάσχουν από γενεαλογικό αλληθωρισμό, γενεοπληξία, άλλοι από φετιχονοματολαγνεία, φιλοφιλία κ.ά.) η Μ. Θ. φαίνεται με προσηλωμένο το βλέμμα στο σώμα της λογοτεχνίας. Φυσικά η συνέχεια γι’ αυτήν θα είναι ίσως πιο δύσκολη.
Τι κομίζει στην τράπεζα της κριτικής; Εντιμότητα, νηφαλιότητα, τον στοχασμό της αποδεικτικά συλλογιστικής της σκέψης, γεωμετρικά δομημένης, ασκημένης σε στέρεες μεθόδους θετικών επιστημών (η Μ. Θ. είναι διδάκτωρ μαθηματικών και φυσικής). Έχει μια φυσική ευχέρεια (ανάλογη προικισμένου σκιτσογράφου) να οργανώνει ευσύνοπτα το λόγο της, αποτυπώνοντας τα κύρια χαρακτηριστικά ενός βιβλίου έτσι ώστε να είναι απόλυτα γνωρίσιμο το πρόσωπό του. Ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του κάτι οικείο. Αρέσκεται να ανατρέχει εκάστοτε σε όλο το μέχρι τώρα έργο του συγγραφέα, να επισημάνει κομβικά σημεία, διαφοροποιήσεις κ. ά. Τους νέους μάλιστα, τους παρακολουθεί συχνά εξ απαλών ονύχων, από τις πρώτες τους πιλοτικές δημοσιεύσεις στα λογοτεχνικά φυτώρια των περιοδικών, αντιπαραβάλλοντας το αρχικό κείμενο με το τελικό της έκδοσης. Η εποπτεία όλου του σώματος της νεοελληνικής πεζογραφίας της προσφέρει την άνεση να κινείται με την ίδια ευκολία τόσο στο χώρο εκείνης του 19ου αιώνα, όσο και της απολύτως πρόσφατης. Έχει ως εκ τούτου την πολυτέλεια να προβαίνει συχνά σε συσχετίσεις οριζόντιες και κάθετες, να αναψηλαφεί συγγένειες, συγκλίσεις, αποκλίσεις, μεταστάσεις. Να τοποθετεί, να συγκρίνει, να αξιολογεί, ποτέ ερήμην όλου του τελειωμένου λογοτεχνικού σώματος. Χωρίς εμμονές και ακόλουθους αποκλεισμούς προς ορισμένες αισθητικές τάσεις, εντοπίζει το αισθητικό στίγμα, ανιχνεύει το ιδεολογικό υπόβαθρο, τη διακειμενικότητα, τους δεσμούς με το ιστορικοκοινωνικό κλίμα, πάντα με ενδολογοτεχνικούς όρους ως αισθητικές οντότητες, χωρίς ταυτόχρονα να τα αποστειρώνει από τα εν γένει πολιτιστικά συμφραζόμενα. Μακράν από κατεδαφιστικές ή υμνητικές τάσεις, καταθέτει τα πορίσματα από τη συνομιλία της με τα κείμενα, καθώς και ερμηνείες, επιφυλάξεις, θεωρητικά ψήγματα, σχόλια σε ύφος χαμηλής πτήσεως, που συχνά τα διατρέχουν πινελιές εξευγενισμένου σαρκασμού, σε μια γλώσσα που ποτέ δεν ναρκισσεύεται, αλλά φορεί κατάσαρκα το μανδύα της απλότητας. Μια γλώσσα που η φυσική της ανάσα επιτρέπει να διαβάζονται τα εν λόγω κείμενα και αυτόνομα, ως ρεαλιστικό μυθιστόρημα ιδεών, ερήμην των βιβλίων από τα οποία εκβλάστησαν.
      Χαιρόμαστε ιδιαίτερα τις καίριες επισημάνσεις της για την υφή της γλώσσας του εκάστοτε πεζογράφου, την εντρύφησή της στον βιότοπο που την εξέθρεψε, τις ίσιες αποστάσεις από το φετιχισμό της λογοτεχνικής θεωρίας και τον εμπειρισμό, την παράθεση των αναγκαίων ρεαλίων από την περιφέρεια, όπου δει, για να διερευνηθεί το αντιληπτικό πεδίο του αναγνώστη.
     Από τα 44 κείμενα του βιβλίου, θα ξεχωρίζαμε περισσότερο για την ευφορία τους εκείνα για τους Μπρουνιά, Μιτσοτάκη, Σκαμπαρδώνη, Θεοδωρόπουλο, Μήτσου, Μπούτο, Αναστασέα, Καισαρίδη κ. ά.
     Ο υπότιτλος του βιβλίου «Κείμενα…» γνέφει (υποσυνείδητα, ίσως) προς τα «Κείμενα επί κειμένων του Αλέξανδρου Αργυρίου (που αστόχως του επιδαψιλεύθη ο τίτλος «πρύτανις της κριτικής» εσχάτως, αφού ως γνωστόν οι πρυτάνεις κρατούν μόνο μια 4ετία, ενώ ο Αργυρίου είναι «μέλλον που διαρκεί πολύ») έναν κριτικό που μαζί με τους Σαββίδη, Δημαρά) πιθανόν προτύπου της Μ. Θεοδοσοπούλου.
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ, εφημερίδα Η Καθημερινή 26/9/1999
ΔΙΑ-ΚΡΙΝΟΝΤΑΣ
Με τον τίτλο «Εποχικά» (Νεφέλη, σ.σ. 200) η Μ. Θεοδοσοπούλου κυκλοφόρησε κριτικά σημειώματα μιας δεκαετίας για πεζογράφους που εμφανίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στις βιβλιοκρισίες της, οι περισσότερες από τις οποίες δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Εποχή» η κριτικός σχολιάζει το έργο 36 νεότερων πεζογράφων, χωρίς ωστόσο να πιστεύει ότι πέραν τούτων δεν υπάρχουν άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς. Τα κείμενά της είναι, καθώς προλογικά σημειώνει, εν θερμώ βιβλιοπαρουσιάσεις από αυτές που δημοσιεύονται σε εβδομαδιαία βάση κάτω από την πίεση του χρόνου και της δημοσιογραφικής πραγματικότητας-και περιέχουν κρίσεις που ως ένα βαθμό επηρεάστηκαν από το κυρίαρχο κλίμα του λογοτεχνικού χώρου, από εφήμερους δηλαδή, παρακειμενικούς παράγοντες.
      Μέχρι στιγμής κείμενα τρέχουσας βιβλιοκρισίας για τους νεότερους μεταδικτατορικούς συγγραφείς έχουν δημοσιεύσει ο Παντελής Μπουκάλας στο βιβλίο του «Ενδεχομένως» (1996) ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στο «Ημεδαπή εξορία» (1991) και ο Σπύρος Τσακνιάς στη δική του συναγωγή άρθρων ενώ έχει κυκλοφορήσει η ανθολογία «Σύγχρονοι Έλληνες πεζογράφοι 1974- 1990» του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και της υποφαινομένης. Αφιερωμένο στη νεώτερη πεζογραφία είναι επίσης το τεύχος του περιοδικού ΑΝΤΙ του περασμένου Ιουνίου (αρ. 688, 4.6.1999). Με εξαίρεση ωστόσο, τα σύντομα κείμενα του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου «Η ελληνική λογοτεχνία μετά το 1974» (ΑΝΤΙ) και του Σπύρου Τσακνιά «Το μεταδικτατορικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα» (Γράμματα και Τέχνες, τχ. 71,1994) από τις υπόλοιπες εργασίες απουσιάζει η διάθεση να δώσουν μια συνολική εικόνα των χαρακτηριστικών της μεταδικτατορικής πεζογραφίας των νεοτέρων. Αλλά και από τις δύο προαναφερθείσες αποτιμήσεις, και από εκεί απουσιάζουν, όπως προκύπτει, οι σαφείς κοινοί παρανομαστές.
Στο παρελθόν τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ως το 1965 σε σειρά βιβλιοκριτικών σημειωμάτων στο «Βήμα», ο  Βάσος Βαρίκας, είχε ήδη διατυπώσει τις απόψεις του για τις βασικές τάσεις της πεζογραφίας των μεταπολεμικών για τη λογοτεχνία των «οργισμένων» νέων, όπως είχε χαρακτηρίσει τους Κάσδαγλη, Κοτζιά, Πλασκοβίτη, Αποστολίδη, Βασιλικό, Σαμαράκη. Ο Απόστολος Σαχίνης είχε επίσης κυκλοφορήσει το βιβλίο του «Οι νέοι πεζογράφοι 1945-1965» -και παρά ορισμένες επιφυλάξεις των Βάσου Βαρίκα και Αλέξανδρου Αργυρίου, από τις σελίδες του προέκυπτε μια συνολική εικόνα για τις λυρικές τάσεις της δεκαετίας του ’40 καθώς και για την οργανική σύνδεση των πεζογράφων του ’50 και του ’60 με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής τους. Παρομοίως τις δικές του απόψεις για τη μεταπολεμική πεζογραφία της εικοσαετίας 1945-1965 είχε εκφράσει και ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μέσα από τον τόμο των βιβλιοκρισιών «Οι ιδέες και τα έργα» (1965).
     Η έλλειψη διάθεσης της σύγχρονης κριτικής να καταλήξει σε συνολικότερες αποτιμήσεις-πλην της προβληματικής που αφορά το μπεστ σέλερ-θα πρέπει νομίζω να την αναζητήσουμε σε διάφορες αιτίες: πρώτον δίδοντας έμφαση στη μελέτη της αφηγηματικής τεχνικής του κειμένου, η μεταπολεμική θεωρία της λογοτεχνίας ώθησε την κριτικογραφία στο να συγκεντρωθεί περισσότερο στην ανάλυση της μορφής του έργου. Η ανάγκη για γενικές κατηγοριοποιήσεις φαίνεται να είναι μικρότερη εξ ου και η υποχώρηση του ενδιαφέροντος για τη συγγραφή συνολικών ιστορικών κάθε είδους.
      Δεύτερον και κυριότερον, το λογοτεχνικό τοπίο είναι εξαιρετικά ρευστό. Ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός τίτλων εμφανίζεται σήμερα στις προσθήκες ενώ παράλληλα κλονίστηκαν οι προγενέστερες κοινώς αποδεκτές απόψεις για το τι συνιστά λογοτεχνικότητα. Παλαιότερα και το αναγνωστικό κοινό ήταν σχετικά ομοιογενές και τα χαρακτηριστικά της μεταπολεμικής λογοτεχνίας των νεώτερων διαγράφονταν με περισσότερη ευκρίνεια. Σήμερα οι τάσεις στα σύγχρονα έργα είναι αποκλίνουσες, ενώ το κύρος που έχει προσδώσει στη μαζική λογοτεχνία το πολυάριθμο αναγνωστικό της με τα απροσδιόριστα κριτήρια, αλλά και την εξαιρετική αυτοπεποίθηση στο γούστο του, οδηγεί σε μια κατάσταση ασταθέστερη.
Και για να επανέλθω στο έργο που έδωσε την αφορμή σε αυτό το σημείωμα: στο πρόσωπο της συγγραφέως των «Εποχικών» Μ. Θεοδοσοπούλου αναγνωρίζουμε μια συστηματική αναγνώστρια η οποία παρακολουθεί εδώ και χρόνια με κριτικό βλέμμα την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή. Οι πλούσιες γραμματολογικές της γνώσεις της επιτρέπουν να πραγματοποιεί εύστοχους συσχετισμούς, οι οποίοι προσδίδουν στο σύγχρονο λογοτεχνικό γεγονός προοπτική βάθους. Οι επιλογές έργων μέσα από τον κυκεώνα της σημερινής εκδοτικής παραγωγής προδίδει επίσης την ύπαρξη ενός αξιόπιστου γούστου. Παρατηρώ ωστόσο, ότι δεν κατόρθωσα μέσα από το βιβλίο να συνάγω κάποια σταθερότητα αξιολογικά κριτήρια, βάση των οποίων η συγγραφέας διατυπώνει τις απόψεις της, αλλά και ότι αρκετές φορές σκόνταψα στην ακυριολεξία της έκφρασης.
ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ, εφημερίδα Η Καθημερινή Σάββατο 3/4/1999
ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ
Κριτική συνομιλία
Η ενεργός λογοτεχνική κριτική παρακολουθεί, μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων και περιοδικών, την τρέχουσα παραγωγή των συγγραφέων, των σύγχρονων συγγραφέων. Τα κείμενά τους-και τα ίδια τα βιβλία βέβαια-είναι τα μόνα από τα οποία μπορούμε να διαμορφώσουμε εικόνα για τη σύγχρονη πεζογραφική γραφή, που έτσι κι αλλιώς είναι εν τη γενέσει της. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου παρακολουθεί τη νέα γενιά των Ελλήνων πεζογράφων, τα δέκα τελευταία χρόνια, από τις στήλες της εφημερίδας «Η Εποχή». Τα κείμενά της, σαράντα τέσσερα τον αριθμό (ανάμεσά τους τέσσερα στο περιοδικό «Αντί» και ένα στην εφημερίδα «Το Βήμα») κυκλοφόρησαν τούτες τις μέρες από τις εκδόσεις «Νεφέλη» σε μια συγκεντρωτική έκδοση με τίτλο «Εποχικά-Κείμενα για νεότερους πεζογράφους».
    Ο τίτλος σηματοδοτεί τα έντυπα στα οποία κυρίως δημοσιεύτηκαν τα κείμενα, «αλλά εποχικά» γιατί εν πολλοίς προσδιορίζονται από την εποχή κατά την οποία γράφονται». Και γράφτηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία τα κείμενα, από τον Δεκέμβρη του 1989 μέχρι τον Ιούλιο του 1998, τριάντα έξι από τους νεότερους πεζογράφους μας-ο προσδιορισμός νεότερος αναφέρεται στο χρόνο της πρώτης εμφάνισης με πεζογραφικό βιβλίο, αδιαφορώντας για το  χρόνο γέννησης-βρίσκονται προσωπογραφούνται και κρίνεται η γραφή τους, με αφορμή την έκδοση των βιβλίων τους: Τάκης Θεοδωρόπουλος, Πέτρος Τατσόπουλος, Άρης Σφακιανάκης, Αλέξης Πανσέληνος Ανδρέας Μήτσου, Φαίδων Ταμβακάκης, Ζυράννα Ζατέλη, Απόστολος Δοξιάδης, Δημήτρης Πετσετίδης, Βασίλης Μπούτος, Τάσος Καλούτσος, Μαρία Ευσταθιάδη, Σωτήρης Δημητρίου, Κυριάκος Αθανασιάδης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Ευγένιος Αρανίτσης, Αριστείδης Αντονάς, Νίκος Βασιλειάδης, Γιώργος Μπρουνιάς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Τάσος Γουδέλης, Κλαίρη Μιτσοτάκη, Βασίλης Γκουρογιάννης, Γιώργος Ξενάριος, Αγγέλα Καστρινάκη, Χρήστος Χαρτοματσίδης, Γεράσιμος Δενδρινός, Γιώργος Ζαρκαδάκης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Γιώργος Αδαμίδης, Δημήτρης Παστουρματζής, Μίνως Μαρκάκης, Λευκή Μολφέση, Τάσος Χατζητάτσης, Γιάννης Καισαρίδης, Νίκη Αναστασέα. «Προφανώς οι εν λόγω τριάντα έξι συγγραφείς δεν εξαντλούν όσους αξιόλογους εμφανίστηκαν σ’ αυτήν την περίοδο», επισημαίνει η κριτικός στο προλογικό της σημείωμα.
      Μα έχουν σημασία τα κριτικά κείμενα; Δίνουν κάτι περισσότερο στον αναγνώστη ή αφορούν μόνον τους μελετητές ; Αν μέσα από τα κριτικά κείμενα έχει κανείς την ευκαιρία να παρακολουθήσει  την εποχή, το περιβάλλον, τις επιρροές και την εξέλιξη του κάθε συγγραφέα, ιδιαίτερα των συγχρόνων, αυτών που συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις αναγνώσεις μας, τότε τα κριτικά κείμενα αφορούν και όσους αγαπούν την πεζογραφία. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου ανήκει στους κριτικούς που δεν περιορίζονται μόνο το περιεχόμενο του βιβλίου που, κάθε φορά, παρουσιάζουν. Αναζητεί τους λόγους και τις αιτίες γραφής, πληροφορεί για τις αλληλεπιδράσεις των συγγραφέων-«συνομιλεί» με τα κείμενα άλλων κριτικών. Οι πρώτες γενικές επισημάνσεις; «Ένα πρώτο γνώρισμα είναι η σύμπνοια που παρατηρείται στη γλώσσα. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ελευθεριότητα στις οπτικές που συγγραφείς υιοθετούν κυρίως σε κοινωνικά θέματα, όπως και στις αισθησιακές περιγραφές….». Τα κριτικά κείμενα, ασφαλώς δεν υποκαθιστούν τη σχέση μας με τα ίδια τα βιβλία. Βοηθούν όμως στο να κατανοήσουμε τους συγγραφείς μας και το έργο τους. Η πεζογραφική κατάθεση, του τελευταίου τέταρτου του αιώνα μας μόλις έχει αρχίσει να σχηματοποιείται και να μελετάται. Και τα συμπεράσματα-κάθε φορά-είναι-ενδιαφέροντα και πολύτιμα.
--
     Αυτές είναι ορισμένες από τις κριτικές που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο τύπο υποδεχόμενες το πρώτο βιβλίο της Μάρης Θεοδοσοπούλου. Όλες έχουν την σημασία τους, τον λογοτεχνικό τους σκοπό και εκφράζουν όπως είναι φυσικό, την οπτική του προσώπου που τις υπογράφει, τις αξιολογικές του θέσεις όσον αφορά τα λογοτεχνικά πράγματα στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια, τις θέσεις τους για την νεότερη πεζογραφία και το πώς αντιλαμβάνονται τα θέματα που την απασχολούν. Άντρες και γυναίκες κριτικογράφοι με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου της Μάρης Θεοδοσοπούλου ξεδιπλώνουν τις δικές τους αρχές και, ανάλογα την οπτική τους προσέγγιση μας μιλούν για αυτή. Τα κείμενα όλα ανεξαιρέτως διαφωτίζουν τον βιβλιοκριτικό λόγο της Μάρης Θεοδοσοπούλου. Άλλα είναι περισσότερο φιλικά προς αυτά και άλλα λιγότερο. Όλοι όμως συγκλίνουν στο συγγραφικό ήθος της συγγραφέως, στην εντιμότητα των συγγραφικών της προθέσεων, στην πολυμάθειά της και στην εγκυρότητα των απόψεών της. Τα κείμενα τις Θεοδοσοπούλου όπου και αν δημοσιεύονταν, είτε σε καθαρά πολιτικά έντυπα, εφημερίδες-περιοδικά, είτε σε μικρής ή μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες, τύγχαναν μεγάλης αναγνωσιμότητας. Διαβάζονταν και συζητιόνταν. Δεν σε άφηναν αδιάφορο. Ο λόγος της, συνηγορούσε σε μια άλλη ματιά απέναντι στα σύγχρονα πεζογραφικά πράγματα της εποχής μας. Καλλιέργησε μια συμπερασματική γυναικεία κριτική ερμηνευτική που οδηγούσε στην αναψηλάφηση των λογοτεχνικών μας δεδομένων και σταθερών. Πρόσφερε συντομότερους δρόμους απάντησης σε λογοτεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο αναγνώστης της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας και το εφαλτήριο για μια επανεξέταση των κανόνων που διέπουν τον πεζογραφικό λόγο. Αντικειμενικά κείμενα μέσα στην υποκειμενικότητα της δημοσιογραφικής γραφής, τα κείμενα οικοδόμησαν ένα πλαίσιο αναφορών και θέσεων για μια σύγχρονη ιστορία της νεότερης πεζογραφίας, στηριζόμενη σε μια ανοιχτή συνομιλία των ίδιων των κειμένων μεταξύ τους. Σε μια κοινωνία χριστιανικής ειδωλολατρίας των ημερών μας, που όλοι μας βιώνουμε και αναγνωρίζουμε, όπως είναι η κοινωνία του καταναλωτικού θεάματος χωρίς όρια και κανόνες, μπορούμε να μιλήσουμε και για μια σύγχρονή μας παραλογοτεχνία με ότι αυτή συνεπάγεται για την ίδια την λογοτεχνικότητα της εποχής και της πεζογραφικής δημιουργίας. Η Θεοδοσοπούλου, προσπάθησε να γεφυρώσει τις γενιές των πεζογράφων παραβλέποντας τον ενδιάμεσο χώρο της παραλογοτεχνίας που είχε ήδη εδραιωθεί στα συγγραφικά και εκδοτικά πράγματα της χώρας μας τις τελευταίες δεκαετίες. Η αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας μετά το 1981 επέφερε και την αλλαγή της εικόνας της μέσα στην πεζογραφία. Οι παθογένειες της κοινωνίας και των ατόμων, ημών των Ελλήνων, εικονογραφήθηκαν από τους νεότερους συγγραφείς με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να αξιοποιηθούν είτε από τον κινηματογραφικό φακό είτε από τον τηλεοπτικό. Η εμπορική συγγραφική σκοπιμότητα πρυτάνευσε της καλλιτεχνικής αλήθειας όπως παλαιότερα η ιδεολογική σκοπιμότητα και η πολιτική θέση, πρυτάνευε στον πεζογραφικό λόγο έναντι της αλήθειας της ίδιας της γραφής ή τις αληθοφάνειας των θεμάτων που επεξεργάζονταν. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου, δεν κράτησε για τον εαυτό της μια προνομιακή θέση κριτικού, αλλά μια θέση διακόνου της λογοτεχνίας με συνέπεια δημοσιογραφική και στάση ζωής.
Σοβαρά κείμενα, ήρεμο ύφος, καθαρός λόγος, συνθετική σκέψη, γραφή χωρίς σκοτεινούς υφάλους και διανοουμενίστικα σχήματα, παρά την πολυμάθεια της συγγραφέως. Κείμενα που δηλώνουν τα ίδια την ταυτότητά τους και παράλληλα, το τι πρεσβεύει για την νεότερη πεζογραφική γραφή η κριτικός και τι περιμένει από τους νεότερους πεζογράφους.
Το στοίχημα του συγγραφικού περάσματος στην Εποχή μας κερδήθηκε επάξια από την Μάρη Θεοδοσοπούλου, η πίκρα της μοίρας είναι, ότι δεν κερδήθηκε και στον προσωπικό της χρόνο όσο θα της άξιζε.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 4 Απριλίου 2018
Πειραιάς 4/4/2018
              
ΥΓ. Φαίνεται το μαύρο στις ζωές πολλών ελλήνων ιερωμένων και αρχιερέων έχει εγκατασταθεί για τα καλά μέσα στις συνειδήσεις τους και τις καρδιές τους γιαυτό επιμένουν τόσο πολύ και με τόσο μίσος σε ορισμένες ανθρώπινες κοινωνικές ή ερωτικές επιλογές, παραγνωρίζοντας ότι γύρω τους οι άνθρωποι ασχολούνται με σοβαρότερα προβλήματα και ζητήματα της καθημερινότητάς τους. Είναι κρίμα να βλέπεις άτομα αυτής της ηλικίας και να μην τους έχει επηρεάσει έστω και κατά τι, η επαγγελματική τους εκκλησιαστική ιδιότητα που τόσα χρόνια ασκούν. Αυτό δείχνει, όχι μόνο την αναποτελεσματικότητα των τόσων χρόνων ιερατικού αξιώματος, στον εξαγνισμό των προθέσεών τους, ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος θα είναι (θυμάστε τον άλλον που είχε ένα δις για τα γεράματά του;, τον άλλον με τις βίλες σε νησί των Κυκλάδων, το άλλον με τα χρυσά μανικετόκουμπα, και, και, έλληνες παιδάκι μου έλληνες παντός καιρού και καταστάσεων) αλλά την αχρησία της θρησκείας στις ψυχές των ανθρώπων. Τι κοινωνεί στις μέρες μας, την ορθόδοξη πρακτική του ομόδοξου νταβάριτς προέδρου της Ρωσίας; Τα κλέη των χριστιανών εμπόρων όπλων που διαμελίζουν χώρες και τόπους και σκοτώνουν αμάχους και δημιουργούν το προσφυγικό ζήτημα; Την οικονομική εκμετάλλευση των κρατών και των ανθρώπων που δημιουργεί τα ρεύματα των οικονομικών μεταναστών; Τι αλλάζει στις μέρες μας επί τα βελτίω το ισχυρό και ιστορικό παλαιό θρησκευτικό αυτό φαινόμενο της πίστης; Ποιος γυρίζει σήμερα το ροδοκόκκινο μαγουλάκι  του που είπε ο γλυκύτατος Ιησούς. Πρόσθεσε αυτοίς κακά κύριε, πρόσθεσε αυτοίς κακά τοις ενδόξοις της γης, δεν λένε οι ιερείς στους ναούς; Για ποιούς άραγε τα κακά;  Αλλά φαίνεται ορισμένοι, και δεν είναι λίγοι αυτοί οι αρχιερείς, ζήλεψαν τον ρόλο του  Ράμπο μέσα στην εκκλησία-είχαμε της εφορίας τώρα έχουμε και της εκκλησίας- είναι οι Σιλβέστερ Σταλόνε της ηθικής κάθαρσης, οι σύγχρονοι Λαδάδες των καθαρών χεριών της επαράτου, τα σιδερένια κλουβιά της ζωής του Σαβαναρόλα. Χριστιανά και σαβανωμένα τα τέλη της ζωής των άλλων όχι των δικών μας, μην το ξεχνάτε αυτό άγιοι αδερφοί. Εκτός φυσικά, αν παίρνουν τοις μετρητοίς το Και εν τω ελέησου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου, που σημαίνει ότι, ότι δεν πρόλαβαν να σκοτώσουν από το ανθρώπινο είδος οι παλαιοί Θεοί του Κόσμου, τα πράττουν αυτοί. Οι νέοι άθλιοι των Ηρακλειδών του ορθόδοξου  χριστιανικού στέμματος. Ένας κατακλυσμός ακόμα θα μας σώσει, τόσους και τόσους έκανε ο καλός θεούλης, ή ένας Τσάρλ Ήστον για να είμαστε και στο πνεύμα των κινηματογραφικών ημερών με την ποιμαντική ράβδο.
Είναι καιρός η ελληνική πολιτεία και κοινωνία να αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά τον διαχωρισμό της πολιτείας από την εκκλησία. Και, να νυμφεύονται οι αρχιερείς όπως τα παλαιά χρόνια. Γιατί να δεσμεύουν την ζωή τους με έναν άχαρο θεσμό, αυτό της αγαμίας, αυτό ήθελε ο θρησκευτικός ιδεότυπος που πιστεύουν;
Α! και επί τη ευκαιρία, και χωρίς παρεξήγηση εντεύθεν κακείθεν των ερωτικών συνόρων και φύλων. Παλαιότερα θυμάμαι άκουσα από τα χείλη γνωστού και πεπειραμένου και σοβαρού θεολόγου της θεολογικής σχολής αθηνών τα εξής:
Α) Γιατί ο Ιησούς μίλησε πρώτα στις γυναίκες μετά την ανάστασή του, ενώ είχε και φανερούς και κρυφούς μαθητές; Μα σαν παντογνώστης γνώριζε ότι οι γυναίκες είναι κουτσομπόλες, πιο φλύαρες από τους άντρες και θα την διέδιδαν ανετότερα και θα μαθεύονταν γρηγορότερα. Άνευ σχολίων υπό εμού του βορβορώδες ατόμου
Β) Κάποτε σε κάποιο βιβλίο για τον Μεγάλο Ναπολέοντα είχα διαβάσει τα εξής, όπως η αμαρτωλή και περιπεσούσα μνήμη μου έχει συγκρατήσει. Όταν έγινε αυτοκράτορας της Γαλλίας ο Ναπολέων(που πολλοί τον θεωρού μανιάτη), συγκάλεσε το υπουργικό του συμβούλιο και τους επισκόπους του Παρισιού και της περιφέρειας, και τους ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να καταργήσει τον καθολικισμό, την χριστιανική θρησκεία γενικότερα από την αυτοκρατορική του επικράτεια. Αφού τον άκουσαν όλοι οι παρευρισκόμενοι, κάπως διστακτικά-αυτοκράτωρ γαρ-παίρνει το λόγο ένας επίσκοπος και του λέει τα κάτωθι: «Άκουσα με προσοχή μεγαλειότατε αυτά που μας ανακοινώσατε. Θα σας ζητούσα να επανεξετάσετε το ζήτημα και να μην πάρετε τα αναγκαία κατασταλτικά μέτρα εναντίον της καθολικής εκκλησίας και του χριστιανισμού, για έναν λόγο. Όχι ότι δεν θα καταφέρεται να επιφέρετε πλήγμα στην εκκλησία, αλλά να, εμείς οι ιερείς και οι επίσκοποι και τα τάγματα των μοναχών, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια προσπαθούμε και αγωνιζόμαστε νυχθημερών να την καταργήσουμε και να την ξεριζώσουμε από τις ψυχές των ανθρώπων και δεν καταφέραμε και πολλά πράγματα, συνεχώς αποτυγχάνουμε, και εσείς πιστεύετε ότι μέσα σε μια ημέρα με ένα αυτοκρατορικό σας διάταγμα θα το πετύχετε;». Τόμπολα ο Μεγάλος στρατηλάτης. Μετά από αυτή την λογική απάντηση του παμπόνηρου ιερωμένου, λέγετε ότι αποσύρθηκε οικειοθελώς στο νησί Έλβα. Μην πιστεύετε τι γράφει η Ιστορία. Αυτός ήταν ο λόγος της αναχώρησής του. But άφησε πίσω του, αρκετούς επισκόπους και αρχιερείς και μοναχούς   μεγάλους Ναπολέοντες ιδιαίτερα στην χώρα μας.