Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Το προνόμιο της ποίησης


                  Το προνόμιο της ποίησης
     Στις 28 Ιανουαρίου 2006 έγινε στην Μπολόνια μια συζήτηση για την ποίηση. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα της παρέμβασης του γερμανού συγγραφέα Χανς Μάγκνους Έντσενσμπέργκερ σε αυτή τη συζήτηση.
     Είναι σχεδόν ένα θαύμα το ότι υπάρχει πάντοτε εδώ ανάμεσά μας. Ήδη τα ονόματά της αντηχούν σαν μια ηχώ απόμακρων καιρών: ποίηση, ωδή, λυρικό ποίημα. Είναι παράξενο αλλά υπάρχουν ακόμα πρόσωπα που δεν θέλουν να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια αυτού του καλαίσθητου αναχρονισμού.(…) Η θέση σύμφωνα με την οποία η ποίηση θα ήταν νεκρή δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε και από τον πιο επίμονο ισχυρογνώμονα. Δεν υπάρχει στην Γερμανία ένας συντάκτης, ένας αναγνώστης , ένας κριτικός που δεν θα μπορούσε να την αντικρούσει. Στα γραφεία αυτών των προσώπων στοιβάζεται το υλικό που τους έχει αποσταλεί. Αυτά τα πρόσωπα έχουν κυριολεκτικά θαφτεί κάτω από στίχους και ξέρουν καλά ότι  σε αυτή τη χώρα υπάρχουν όχι δεκάδες αλλά εκατοντάδες χιλιάδες ποιήτριες και ποιητές. Είναι πρόσωπα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, από όλα τα στρώματα και επαγγέλματα, άνδρες και γυναίκες, γέροι και νέοι, που αρπάζουν την πένα ή το πληκτρολόγιο του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Με αυτήν την έννοια, η λυρική ποίηση παρέμεινε αναμφίβολα μια μορφή αυτοκατανόησης και αυτοθεραπείας. Έτσι εξηγείται ίσως-τουλάχιστον εν μέρει-και ένα από τα πιο παράξενα γνωρίσματα αυτής της πρακτικής: το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι γράφονται πολύ περισσότερα ποιήματα από όσα διαβάζονται.
     Η ποίηση είναι το μοναδικό μέσο επικοινωνίας στο οποίο ο αριθμός των παραγωγών υπερβαίνει εκείνον των καταναλωτών. Η αποστροφή για την ανάγνωση στίχων συμβαδίζει με την ανάγκη να γράφονται στίχοι. Συχνά αυτά τα αντιτιθέμενα συναισθήματα συναντιούνται στο ίδιο πρόσωπο. Είναι σαν να άρχιζε απεργία πείνας το βόδι που οργώνει. Η αποφασιστική άρνηση να γνωρίσουν τους στίχους άλλων συναδέλφων τους χαρακτηρίζει και πολλούς «επαγγελματίες» ποιητές. Τουλάχιστον από αυτήν την άποψη αυτοί αισθάνονται ότι ταυτίζονται με το μεγαλύτερο μέρος  των συγκαιρινών τους που διαβάζουν κατά προτίμηση κόμικς, αστυνομικά μυθιστορήματα ή απλώς εφημερίδες.
     Ύστερα από αυτό δεν μπορεί να μας προξενεί έκπληξη το ότι το κοινό της ποίησης είναι τόσο ολιγάριθμο. Αυτή η κατάσταση ωθεί στην απελπισία πολλούς λυρικούς ποιητές, οι οποίοι διαβάζουν μόνον τα δικά τους ποιήματα. Ποιο ενδιαφέρουσα ωστόσο από αυτήν την έλλειψη ζήτησης είναι η αμετάβλητη ποσότητα αυτού του περιορισμένου κοινού. Ο αριθμός των αναγνωστών που πιάνουν στα χέρια τους ένα νέο βιβλίο με στίχους μπορεί να προσδιοριστεί εμπειρικά με τρόπο αρκετά ακριβή. Αυτός ο αριθμός αποδεικνύεται ότι είναι γύρω στο + - 1354. Ο αριθμός αυτός (η σταθερά του Εντσενσμπέργκερ) δεν είναι μόνο ανεξάρτητος από τη μόδα, τη διαφήμιση, το λεγόμενο «πνεύμα των καιρών». Αυτός έχει και οικουμενική αξία «κι εδώ το πράγμα γίνεται μυστηριώδες-για κάθε γλωσσική κοινότητα, ανεξάρτητα εντελώς από το αν αυτή γεμίζει μιαν ήπειρο ή ένα μικρό σημείο πάνω στον πλανήτη. Ένας καλός ποιητής μπορεί να υπολογίζει στον ίδιο αριθμό αναγνωστών στην Ισλανδία (250.000 κάτοικοι) όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες (250.000.000 κάτοικοι). Όλοι τηρούν αυτόν τον ιδιαίτερο κανόνα, Εσθονοί, Ιταλοί, Βούλγαροι, Γάλλοι, Γερμανοί και Βάσκοι (μόνον οι Ρώσοι δεν τον τηρούν, μια εξαίρεση που σε αυτό το σημείο δεν κατορθώνω να εξηγήσω).
     Οι αναγνώστες της ποίησης είναι επομένως παντού, χθές όπως και σήμερα, μια μικρή, ριζική αλλά σταθερή μειονότητα. Αυτή η μειονοτική συνθήκη έχει ως ς συνέπεια μιαν ακόμη ανωμαλία. Οι ποιητές και οι εκδότες βασίζονται ολικά στο γεγονός ότι κανείς δεν πρόκειται να θεωρήσει την ποίηση άξια αναφοράς. Εννοώ ότι είναι αδύνατο να ανταλλάξει κανείς ποίηση με χρήμα. Αυτό το παράπονο είναι το αντίστροφο ενός άλλου επαναλαμβανόμενου μοτίβου: εκείνου της εμπορευματοποίησης της τέχνης. Σε αυτά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα η έντονη αποστροφή για τη νεωτερικότητα συνδέεται εύκολα με την ιερή περιφρόνηση για τον καπιταλισμό. Ενώνω κι εγώ πρόθυμα τη φωνή μου με αυτόν τον χορό. Το τι κοστίζει η τέχνη και το τι κερδίζουν οι καλλιτέχνες λίγο ενδιαφέρει ως πολιτικό πρόβλημα και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αισθητικό κριτήριο.
      Είναι αλήθεια ωστόσο ότι στον πολιτισμό μας δεν υπάρχει κανένα πεδίο στο οποίο μια κάποια βιομηχανία να μην βγάζει τα κέρδη της, από τη μουσική ντίσκο ως την κοσμολογία, από τα τηλεοπτικά κουίζ ως την προϊστορία, από τον βουδισμό ζεν ως τη μεταθεωρία. Αυτό ισχύει χωρίς εξαίρεση όχι μόνον εκεί όπου η ελεύθερη επιχείρηση υπαγορεύει το νόμο της αλλά και στις επιχειρήσεις που σε μεγάλο βαθμό επιχορηγούνται και ελέγχονται από τους γραφειοκράτες, όπως είναι οι όπερες και τα μουσεία.
      Με δυό λόγια: όπως παντού έτσι και στην κουλτούρα κυριαρχεί μια ολική κι απροκάλυπτη ώθηση. Η αγορά είναι η αγορά και είναι εντελώς αδιάφορη είτε πρόκειται για μουσικούς τόνους είτε για ζωγραφικούς πίνακες, για μυθιστορήματα ή για θεωρίες. Μόνον εκκινώντας από αυτό το παρασκήνιο μπορούμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει η απουσία του παράγοντα από τη σκηνή, η απουσία δηλαδή του ποιητή. Αγορά της ποίησης δεν υπάρχει. Η ποίηση είναι το μοναδικό προϊόν της ανθρώπινης πνευματικής δραστηριότητας που είναι απρόσβλητο από κάθε απόπειρα εμπορευματοποίησης. Οφείλω να το πω: στο φως όσων προηγήθηκαν, η θρηνούμενη αδυναμία της ποίησης να πουλήσει μου φαίνεται σαν ένα μυστηριώδες προνόμιο.
Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία & 7 Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Ν. 225/12/3/2006, σ. 28. Το απόσπασμα του γερμανού συγγραφέα και η παρέμβασή του σχετικά με τον ρόλο και την σημασία της ποίησης στην εποχή μας, στην κοινωνία, τη εμπορική διεθνή αγορά, δημοσιεύτηκε στην σελίδα του περιοδικού «ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ» που την επιμέλεια είχε ο Θανάσης Γιαλκέτσης.

Σημείωση:
       Ο γερμανός συγγραφέας Εντσενσμπέργκερ, μας εκθέτει τις απόψεις του για αυτό το αιώνιο και διαχρονικό φαινόμενο «του καλαίσθητου αναχρονισμού» που είναι η Ποίηση, ο Ποιητικός λόγος, που υπάρχει σχεδόν από τότε που εμφανίστηκε το ανθρώπινο είδος και καλλιεργήθηκε με πολλούς και διάφορους τρόπους. Είτε με τον προφορικό λόγο είτε με τον γραπτό, είτε με κοφτερές πέτρες που απεικόνισαν ανθρώπινες στιγμές στα σπήλαια της Ισπανίας, είτε πάνω σε κορμούς δέντρων, είτε πάνω σε δέρματα ζώων… Έχοντας την εκδοτική και κυκλοφοριακή εμπειρία της χώρας του, της Γερμανίας, επεκτείνει τις θέσεις του και διεθνώς. Δεν γνωρίζω πόσο έχει γίνει παγκοσμίως αποδεκτός από τους ανάλογους κύκλους ο αριθμός των αναγνωστών της ποίησης + - που μας μιλά με σχετική βεβαιότητα. Ποιους στατιστικούς πίνακες της χώρας του χρησιμοποιεί και υιοθετεί για να εξαγάγει τα συμπεράσματά του, σίγουρα όμως, έχει δίκιο, όσον αφορά το αναγνωστικό κοινό και μάλιστα ιδιαίτερα στις μέρες μας, εν έτει 2018. Οι νέοι ποιητές και οι ποιήτριες συνηθίζεται να πληρώνουν οι ίδιοι από την τσέπη τους για να εκδώσουν μία ποιητική τους συλλογή. Οι ελάχιστοι οι ελάχιστες που ξεφεύγουν, δεν αναιρούν τον γενικό αυτόν κανόνα στον εκδοτικό χώρο. Άρα είναι άμεσα συνδεδεμένη η ποιητική παραγωγή με την εμπορική αγορά. Εξού και η πληθώρα των ποιητικών συλλογών, πέρα από την αισθητική τους αξία ή όχι. Αντίθετη πορεία ακολουθεί ο πεζός λόγος. Αν θυμάμαι σωστά, αναφερόμενος στον ελληνικό εκδοτικό χώρο, παρόμοιες έρευνες είχαν δημοσιευτεί παλαιότερα στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ιχνευτής» αλλά και μεταγενέστερα, σε άλλα έντυπα και εφημερίδες από έγκριτους βιβλιοκριτικούς. Όλοι μας έχουμε συναντήσει στο αναγνωστικό μας περίπατο και στις εμπορικές αγορές μας, ποιητικά βιβλία άκοπα που πωλούνται στα πεζοδρόμια ή σε παλαιοπωλεία σε διάφορα μέρη της Αθήνας. Μάλιστα πολλές φορές, η αξία μιας άκοπης ακόμα ποιητικής συλλογής, δεν μετριέται με την αξία του περιεχομένου της αλλά, από την αφιέρωση του ίδιου του ποιητή ή της ποιήτριας και αν το όνομα αυτό είναι γνωστό στον βιβλιοπώλη που την πουλά ή τον έχει δει στην τηλεόραση και είναι κάπως αναγνωρίσιμος. Όπως επίσης, συνηθίζεται, οι κληρονόμοι ενός ποιητή ή δημιουργού, να κοιτάζουν να απαλλαγούν πρώτοι αυτοί από τα ποιητικά βιβλία που έχει στην κατοχή του ο αποθανών. Μια και τα βιβλία μαζεύουν πολύ μα πάρα πολύ σκόνη (περισσότερη και από της μαύρης ηπείρου, που έχει αρχίσει να σκεπάζει την Αττική γη τα τελευταία χρόνια. Η εκδίκηση της Μαύρης Αθηνάς) όπως δικαιολογημένα λένε οι γύρω μας. Κάτω από αυτήν την σκληρή εκδοτική πραγματικότητα, νομίζω ότι η εμπορική σκοπιμότητα του ποιητικού λόγου, είναι και φανερή και αυξανόμενα παρούσα τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά τον πρώτο μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο. Οι ποιητές είναι για τους ποιητές και οι αναγνώστες για τους αναγνώστες. Αν οι ποιητές δεν διαβάζουν την ποιητική παραγωγή των ομοτέχνων τους, μας μένουν μόνο οι ανακοινώσεις με τις περισπούδαστες εκφωνήσεις και ποιητικά τσιτάτα αναφορών και επαναλήψεων από τους «ευαίσθητους» δημοσιογράφους. Μπίζνες παντού και πάντα. Ο Κερδώος Θεός Ερμής είναι διαχρονικά Παντού και Πάντα Παρών μέσα από τις διάφορες μεταμορφώσεις του. Ακόμα και ως γραμματόσημο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 18/4/2018

Υ. Γ. Και σαν συνηγορία στον πεζό λόγο, αναφέρω ότι σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε ένας ογκώδης τόμος του συγγραφέα και κριτικού, και επιμελητή των «Αναγνώσεων» της κυριακάτικης εφημερίδας «Η Αυγή» Κώστα Βούλγαρη με τίτλο «Η ΜΕΤΑΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ» ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, εκδόσεις Βιβλιόραμα 2017, σελίδες 474, τιμή 28,62 ευρώ. Το βιβλίο θέλει τον χρόνο του για να διαβαστεί ή να σχολιαστεί. Ο αναγνώστης του τόμου, έχει την δυνατότητα πλέον να ξαναδιαβάσει παλαιότερα κείμενα του κατατοπισμένου στα εκδοτικά πράγματα και τα λογοτεχνικά κριτικού και να σταθεί σε απόψεις και θέσεις του, σε ιδέες του και κρίσεις του που προκάλεσαν συζήτηση θετική ή αρνητική. Κείμενα που φυσικά προϋποθέτει η ανάγνωσή τους, την προηγούμενη ανάγνωση των έργων των συγγραφέων που παρουσιάζονται. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ταξινόμηση των περιεχομένων των κειμένων, όχι σαν μια παράθεση ονομάτων ή τίτλων αλλά σαν μια εξελικτική μέσα στο διάβα της λογοτεχνικής περιπέτειας ρηγματικής και επαναπροσδιορισμού κομβικών σημείων αναφοράς και ανοιγμάτων νέων προοπτικών του γραπτού λόγου. Μια ταξινόμηση που φέρει τα σημάδια μιας μάλλον λογοτεχνικής ιστορικής αποτίμησης σαν ένα άλλο πλησίασμα και αξιολόγηση της ελληνικής λογοτεχνικής ιστορίας. Ένας τόμος που θέλει τον χρόνο του για να διαβαστεί και να αξιοποιηθεί ανάλογα.