Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΦΤΑΧΡΟΝΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ


            ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

      Πενήντα ένα χρόνια πέρασαν από την επιβολή της εφτάχρονης δικτατορίας των αφρόνων συνταγματαρχών, οι περισσότεροι από τους πρωταίτιους στρατιωτικούς έχουν πεθάνει καθώς και τα άτομα εκείνα που συνεργάστηκαν επίσημα με την δικτατορία. Ελάχιστοι μάλλον φυλακισμένοι, βασανισμένοι και εξορισμένοι έλληνες της σκοτεινής εκείνης περιόδου βρίσκονται εν ζωή. Ο μεταπολιτευτικός πολιτικός της δημοκρατίας χρόνος επούλωσε κακήν κακώς έστω, όσες ανθρώπινες πολιτικές και κοινωνικές πληγές μπορούσε να επουλώσει, και δικαίωσε όσους πραγματικά αντιστάθηκαν ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς, φυσικά και με τις εξαιρέσεις και αδικίες του. Μια σκοτεινή περίοδο της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας που άφησε πίσω της ένα μαύρο κιτς ανθρώπινων συμπεριφορών και δημοσίων εκφράσεων, αισθητικής και νοοτροπίας, και μια ανοιχτή ακόμα και σήμερα εν έτει 2018 πληγή του ελληνισμού, αυτήν της Κυπριακής τραγωδίας. Της κατοχής ενός τμήματος του Κυπριακού εδάφους από Τούρκικα μουσουλμανικά στρατεύματα, την διαίρεση της νήσου και την προσφυγιά 200.000 περίπου χιλιάδων ελληνοκυπρίων. Μετά την μεταπολίτευση του 1974, η χώρα μας πλημμύρισε αντιστασιακούς και διαμαρτυρόμενους αγωνιστές ενάντια στην επτάχρονη χούντα, που ζητούσαν, να επιβραβευτούν για τις αγωνιστικές τους αντιστασιακές πράξεις, χωρίς να ελέγχει μάλλον κανείς, μέσα στο πολιτικό της ελπίδας πανδαιμόνιο, την αλήθεια των λεγομένων τους. Ένας ανεξέλεγκτος πληθωρισμός πολιτικοποιημένων φωνών και εκδηλώσεων εμφανίστηκε τα κατοπινά χρόνια που κορυφώθηκε με την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα τον Οκτώβριο του 1981 και την πρωθυπουργία του Ανδρέα Παπανδρέου, του Ηγέτη της ποθούμενης Αλλαγής. Η επιλογή επίσης από τον τότε πρωθυπουργό να χρήσει ως υπουργό πολιτισμού μια πολιτικά δραστήρια σε όλη της την ζωή ελληνίδα ηθοποιό, την αείμνηστη ελληνίδα και αντιστασιακό Μελίνα Μερκούρη, έδωσε την ευκαιρία σε πάρα πολλούς μικρούς και μεγάλους δραστήριους και σημαντικούς καλλιτέχνες να παρουσιάσουν το έργο τους και να αναδείξουν τα νέα διεθνώς κινήματα και ρεύματα στον χώρο της τέχνης. Πολιτικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, πολυποίκιλες μορφές διαμαρτυρίας ατόμων ή πολυπληθών ομάδων, μικρών πολιτιστικών πυρήνων που είχαν μπολιαστεί από τα ευρωπαϊκά ρεύματα της τέχνης, της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της ποίησης και πεζογραφίας κλπ., μετέφεραν και γνώρισαν στο διψασμένο αλλά καταπιεσμένο από την δικτατορία ελληνικό φιλότεχνο κοινό, τις πολυδιάστατες επαναστατικές μορφές που παρουσιάστηκαν εκείνη την περίοδο στον δυτικό κόσμο και διαμόρφωσαν τις πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις και αισθητικές αναφορές των ευρωπαϊκών κρατών αλλάζοντας και διευρύνοντας το πολιτιστικό τους και κοινωνικό τους πρόσωπο. Οι νέες πρωτόγνωρες αυτές τάσεις των καλλιτεχνών και των δημιουργών της μεταπολίτευσης, ενεργοποίησαν το ενδιαφέρον ελλήνων και ελληνίδων για τα παγκόσμια καλλιτεχνικά τεκταινόμενα. Οι πολιτικές ζυμώσεις της εποχής εκείνης επίσης, ανέδειξαν την πολιτική ευθύνη των νέων ελλήνων δημιουργών, τους συγγραφικούς, εικαστικούς, μουσικούς, θεατρικούς πειραματισμούς τους, καθιερώνοντας ταυτόχρονα με επίσημο τρόπο στις συνειδήσεις του ελληνικού κοινού τα έργα και τις δημιουργίες των αντιστασιακών λογοτεχνών και καλλιτεχνών που η χούντα είτε είχε απαγορεύσει το έργο τους, είτε είχε φυλακίσει τους ίδιους ή τους είχε εξορίσει και εκτοπίσει σε διάφορα απομακρυσμένα νησιά και ξερονήσια. Η αντιδικτατορική τέχνη ήταν ίσως η πλέον πολιτικοποιημένη καλλιτεχνική έκφραση, ιδεολογικά προσανατολισμένη εικόνα και με βεβαιότητα κομματικοποιημένη ταυτότητα της νεότερης Ελλάδος πνευματικής παραγωγής. Η επτάχρονη δικτατορία είχε ανακόψει την επιθυμία προσέγγισης της χώρας με την υπόλοιπη ευρώπη των δεκαετιών του 1950 και 1960. Οι ευρωπαϊκές χώρες των δεκαετιών αυτών, αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την ήττα του ναζισμού και φασισμού σε πολιτικό επίπεδο, βίωναν τις εμπειρίες εκατοντάδων μικρών και μεγάλων καθημερινών επαναστατικών ζυμώσεων και αλλαγών σε όλους τους τομείς του ανθρώπινου βίου. Στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην παιδεία, την τέχνη, την πολιτική, το εμπόριο, τον κινηματογράφο, των κοινωνικών ανατροπών και συνηθειών, των ερωτικών επιλογών, των θρησκευτικών αμφισβητήσεων, της εισβολής και αποδοχής νέων δοξασιών από την ανατολή, της διαστημικής περιπέτειας, της διάδοσης των επιτευγμάτων της τεχνολογίας σε κάθε σπίτι ευρωπαίου πολίτη ανεξάρτητα της οικονομικής του επιφάνειας. Η διαφήμιση, οι δόσεις αγοράς προϊόντων και η τηλεόραση και το τηλέφωνο έγιναν οι νέοι στενοί σύντροφοι των ανθρώπων και υιοθετήθηκαν με ζήλο από το σύνολο των ευρωπαίων κατοίκων, που άρχισαν μετά τον πόλεμο, να ενστερνίζονται και να ακολουθούν τον πολιτικό και πολιτιστικό βηματισμό και τα κοινωνικά επιτεύγματα της μεγάλης φίλης αμερικανικής ηπείρου, που η στρατιωτική και οικονομική συμβολή της στην απελευθέρωση της γηραιάς ηπείρου από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής υπήρξε καταλυτική και καίρια. Η άνοιξη αυτή των πολιτικών ζυμώσεων και πολιτιστικών εκδηλώσεων που είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της στον ελληνικό χώρο την δεκαετία του 1960, ανακόπηκε την αποφράδα ημέρα της 21ης Απριλίου για επτά περίπου χρόνια. Η χώρα μπήκε στο γύψο και ο ασθενής κλινήρης ξαναγύρισε πίσω ιστορικά σε εμφύλιες και μετεμφυλιακές καταστάσεις, πάθη και διχόνοιες, μίση και εχθρότητες, απαγορεύσεις και εκδικητικές τιμωρίες. Η πορεία της χώρας ανακόπηκε και το ρολόι του χρόνου σταμάτησε στο Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Η ελληνική ιστορία για άλλη μία φορά στα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα πισωγύριζε εμποδίζοντας την χώρα και την ελληνική κοινωνία να εκσυγχρονιστεί και να ενταχθεί χωρίς μεγάλους κραδασμούς με τα άλλα ευρωπαϊκά έθνη της δύσης που παραδοσιακά ανήκει. Δυστυχώς, ένα μέρος της πολιτικής και κομματικής φαυλοκρατίας των πριν την δικτατορία χρόνων επέστρεψε με την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην ελληνική πολιτική και κοινωνική σκηνή. Παθογένειες του παρελθόντος επανήλθαν ως δημοκρατικός εφιάλτης και δυνάστευσαν και δυναστεύουν ακόμα και σήμερα την χώρα. Τα δε Αβερωφικά σταγονίδια έχουν εξαπλωθεί σε όλους τους κομματικούς χώρους της μεταπολιτευτικής σκηνής και καθορίζουν φανερά ή αφανέρωτα πολλές από τις σύγχρονες των πολιτικών και ημών των ψηφοφόρων και πολιτών αποφάσεις μας.
     Ποιος θυμάται άραγε από τους πολύ νεότερους έλληνες και ελληνίδες και τι από εκείνη την σκοτεινή για την χώρα περίοδο; ποιους από τους τότε πρωταγωνιστές γνωρίζει και τι; Η Ελληνική μεταπολιτευτική δημοκρατία αναζητά ακόμα και σήμερα τα βήματά της. Παραπαίει μεταξύ της παλαιάς πολιτικής φαυλοκρατίας και κομματοκρατίας και των επιγόνων της. Μια ελλάδα τραυματισμένη πολλαπλώς που δεν θέλει να αλλάξει. Ένα κράτος που δεν θέλησε μετά την εθνική απελευθέρωση του 1821, να σταθεί φιλικό απέναντι στους έλληνες, να σεβαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών του, των φορολογούμενων σε ειρηνική περίοδο κατοίκων του, να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της ζωής των και να τους παράσχει τις αναγκαίες και απαραίτητες εκείνες ευκαιρίες και δυνατότητες κοινωνικής εξέλιξης και δημιουργίας, επαγγελματικής και οικονομικής σταδιοδρομίας. Μια Πολιτεία πελατειακή, ανάλγητη, αιμοβόρα, φοροεισπρακτική, αυθαίρετη, που σε καιρό ειρήνης αδιαφορεί για τους πολίτες της. Και ένας λαός, όλοι εμείς, συνειδητά ή ασυνείδητα, αδιάφορα ή χλιαρά πολιτικά όντα-ψηφοφόροι που βλέπουμε με εχθρικό μάτι το κράτος που μεγαλώσαμε, κοιτάμε να το ρίξουμε όπως μας ρίχνει, να το εκδικηθούμε όπως και αυτό μας εκδικείται. Μια διαχρονική ιστορική διαδρομή του Έλληνα ανθρώπου από την αρχαιότητα μέχρι των ημερών μας, λες και ο Έλληνας δεν θέλει να έχει μια πατρίδα, προτιμά να είναι πλάνης και ανέστιος, άναρχος και άνομος, απειθάρχητος και καραγκιοζοεισπράχτορας. Κουτοπόνηρος και ψευτόμαγκας. Ταξιδευτής του κόσμου παρά δημιουργός στην Εστία του. Έλληνες που δεν σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας αλλά μόνο βάρη ξεροκεφαλιάς στον τράχηλό μας. Που υπερασπιζόμαστε με ζήλο τα ανθρώπινα δικαιώματα των άλλων αλλά όχι τα δικά μας. Έλληνες Αεί επιστήμονες και ταυτόχρονα αδιάφοροι για κάθε τι. Που είμαστε παραγωγοί δημιουργημάτων μόνο και μόνο για να καταστρέψουμε κατόπιν για το καπρίτσιο μας την παραγωγή μας.
      Αντιγράφω ένα από τα πολλά κείμενα που δημοσιεύτηκαν μετά την δικτατορία σε περιοδικά και εφημερίδες για την αντιστασιακή λογοτεχνία της περιόδου εκείνης. Προτίμησα να αναδημοσιεύσω το κείμενο του Γάλλου συγγραφέα και φιλέλληνα Ζακ Λακαριέρ, στην πρωινή εφημερίδα «Το Βήμα» 25/12/1974, σαν μια οφειλή των ελλήνων στον Γαλλικό λαό και τους πολιτικούς του που στάθηκαν συμπαραστάτες στον αγώνα των ελλήνων ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς. Πολλοί έλληνες εξορίστηκαν και έζησαν στην φίλη αυτή χώρα τα δύσκολα αυτά χρόνια και βοήθησαν στον αγώνα ενάντια στην χούντα. Δεξιοί, συντηρητικοί, σοσιαλιστές, κεντρώοι, κομμουνιστές, ανένταχτοι ακροαριστεροί, Έλληνες που αντιστάθηκαν, βρήκαν συμπαράσταση από τον Γαλλικό λαό. Η συνεισφορά των ξένων ευρωπαϊκών και αμερικανικών δημοκρατικών φιλικών προς την Ελλάδα δυνάμεων ήταν σημαντική, ουσιαστική και αποφασιστική. 
Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΦΤΑΧΡΟΝΗ ΣΥΜΦΟΡΑ
Απ’ τον καταναγκαστικό λήθαργο στο ανανεωμένο μήνυμα
JACQUES LACARRIERE, Le Monde «ΤΟ ΒΗΜΑ» 25/12/1974
ΠΑΡΙΣΙ, Δεκέμβριος.

ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, με δικτατορία, λογοκρισία (προληπτική ή μη), παρακολούθηση, αστυνομικές πιέσεις και οχλήσεις, δεν μπορούσαν να μη σημαδέψουν τη λογοτεχνία και τον στοχασμό της κατεχόμενης από τους συνταγματάρχες Ελλάδος. Γιατί στην διάρκεια αυτών των επτά ετών παρακολουθήσαμε ένα φαινόμενο αρκετά σπάνιο: την ομόφωνη άρνηση όλων των συγγραφέων, των αξιών του ονόματος αυτού να συνεργαστούν με το καθεστώς. Επί τρία χρόνια, από το 1967 ως το 1970, κανένας από αυτούς δεν δημοσίευσε έστω και στο ελάχιστο σε περιοδικό ή υπό μορφήν βιβλίου. Επικράτησε, σ’ αυτά, τα τρία χρόνια, απόλυτη σιωπή και μια ηθελημένη αποχή, που έγινε περισσότερο αισθητή γιατί διαδεχόταν μια περίοδο κατά την οποία, για πρώτη φορά, η ελληνική λογοτεχνία αναγεννιόταν από τα στάχτη της και μπορούσε να εκφράζεται ελεύθερα.
     Ο ποιητής Σεφέρης, ο μόνος που τμήθηκε με Νομπέλ στην Ελλάδα και του οποίου η κηδεία, τον Σεπτέμβρη του 1971, έδωσε αφορμή σε μια αυθόρμητη και περίλαμπρη εκδήλωση εναντίον της δικτατορίας από χιλιάδες νέους, εξέφρασε ο ίδιος σε μια δημοσία δήλωσή του το νόημα αυτής ομόφωνης διαμαρτυρίας «δια της σιωπής» εναντίων της καταπατήσεως των ελευθεριών:
      «Είναι κοντά δυό χρόνια, δήλωσε τον Μάρτιο του 1969, που μας έχει επιβληθή ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο προς τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας, και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνους και με κόπους πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά».
Και καταλήγει:
     «Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Η ανωμαλία αυτή πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή».
Η ανωμαλία δεν σταμάτησε. Η καταπίεση αντίθετα εντάθηκε εναντίον των συγγραφέων, όχι τόσο γιατί ήταν συγγραφείς αλλά γιατί είχαν προσχωρήσει στις γραμμές της ενεργού αντιστάσεως ή είχαν πίσω τους ένα παρελθόν που τους καταδίκαζε στα μάτια των αρχών. Έτσι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος εκτοπίστηκε και πάλι στη Γυάρο και στη Λέρο για να μπη μετά υπό παρακολούθηση κατ’ οίκον στη Σάμο το 1972. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης, συγγραφέας του «Φράγματος» και μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας» φυλακίζεται τέσσερα χρόνια στην Αίγινα. Οικονομολόγοι, όπως ο Γιώργος Αλέξανδρος Μαγκάκης, δοκιμιογράφοι και κριτικοί όπως οι Παύλος Ζάννας, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ο Στέλιος Νέστωρ, ποιηταί όπως ο Ανδρέας Λεντάκης, συλλαμβάνονται, δικάζονται και καταδικάζονται σε κάθειρξη πολλών ετών. Δεν εγκαταλείπουν όμως την πέννα όλα αυτά τα χρόνια, κάθε φορά που τους δίνεται η ευκαιρία, όπως ο Ζάννας που καταπιάνεται στη φυλακή με τη μετάφραση των έργων του Μαρσέλ Προύστ.
           Μια συλλογική διαμαρτυρία
     Στο μεταξύ, η προληπτική λογοκρισία καταργείται τον Νοέμβριο του 1969 και πολλοί συγγραφείς, άλλοι ελεύθεροι, άλλοι φυλακισμένοι, αποφασίζουν να βγούνε από τη σιωπή, να συνενωθούν και να διαμαρτυρηθούν μαζί εναντίον των επιβουλών κατά της ελευθερίας του λόγου. Θα το κάνουν όμως μ’ έναν τρόπο καινούργιο, πρωτότυπο και αποτελεσματικό, δημοσιεύοντας μια ομαδική συλλογή και δηλώνοντας ότι ήσαν όλοι αλληλέγγυοι προς τον εκδότη. Έκαναν μάλιστα κάτι περισσότερο: υπέγραψαν τα κείμενά τους με το όνομά τους και δημοσίευσαν τις προσωπικές τους διευθύνσεις τους στο τέλος του βιβλίου. Δεν επρόκειτο συνεπώς για μια απλή επιστροφή στην λογοτεχνική ζωή, αλλά για ένα ομαδικό μανιφέστο που θα αποτελούσε μια μαρτυρία, για τους Έλληνες και για τους ξένους, της υπάρχουσας πραγματικότητας στη χώρα και της προσηλώσεώς τους σ’ όλες τις μορφές της δημοκρατίας. Η πρώτη αυτή συλλογή που έφερε τον τίτλο «Δεκαοχτώ κείμενα» κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1970, και είχε όπως μπορούσε να το προβλέψει ο καθένας, τεράστια επιτυχία. Τα πέντε χιλιάδες αντίτυπα εξαντλήθηκαν μέσα σε ελάχιστες μέρες. Ακολούθησαν δύο άλλες συλλογές, ίδιες με την πρώτη ως προς το νόημα και την μαρτυρία: «Νέα κείμενα Νο 1» και «Νέα κείμενα Νο 2» που κυκλοφόρησαν τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 1971 αντιστοίχως.
     Σε αυτό το διάστημα, ορισμένοι συγγραφείς σε υποχρεωτική ή ηθελημένη εξορία, διεξήγαγαν αγώνα εναντίον της δικτατορίας ιδρύοντας στο εξωτερικό εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα. Ο Βασίλης Βασιλικός, συγγραφέας του «Ζ» που ζη από το πραξικόπημα και μετά άλλοτε στη Γαλλία κι άλλοτε στη Γερμανία, ιδρύει τις εκδόσεις «Οκτώμιση» στη Γερμανία, στις οποίες δημοσιεύονται πολλά στοιχεία και έργα πάνω στην αντίσταση, την εξορία, τις συνθήκες ζωής των Ελλήνων εργατών που είχαν μεταναστεύσει, επίσης νουβέλες και ποιήματα. Ο ίδιος ο Βασιλικός, στο βιβλίο του «Πλανόδιος πλασιέ» αφηγείται την ιστορία αυτής της δύσκολης και περιπετειώδους μάλιστα επιχειρήσεως. Πολλές από τις νουβέλες του και τις μαρτυρίες του κυκλοφόρησαν αργότερα στη Γαλλία με τους τίτλους: «Το ψαροντούφεκο και άλλα διηγήματα» και «Λούνικ ΙΙ» (εκδόσεις Γκαλλιμάρ).
      Αλλά και σε αυτήν την Ελλάδα, ωρισμένος αριθμός συγγραφέων άρχισαν και πάλι να δημοσιεύουν, χωριστά ο καθένας, πάντοτε όμως με την κοινή θέληση να εκδηλώσουν την μαρτυρία τους όσο και τη συγγραφική παρουσία τους. Και τότε ονόματα , άλλα γνωστά ήδη πριν από την δικτατορία, άλλα ολότελα καινούργια, ξεπήδησαν μέσα από τα έργα που, κάτω από διάφορες μορφές, έφεραν όλα τη σφραγίδα των μαύρων χρόνων. Η ανάγκη να αποφύγης τις διώξεις και να εξακολουθήσης να γράφης υποχρεώσε μερικούς να χρησιμοποιήσουν το τέχνασμα της αλληγορίας, του συμβόλου, για να πούνε αυτά που ήθελαν να πουν. Συγγραφείς που, σε άλλους καιρούς, θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν οριακοί και μάλιστα δυσνόητοι, απέβησαν τότε, εξ αιτίας αυτής της αναγκαιότητος που το παρόν προσέδιδε στο έργο τους αυθεντικοί εκφραστές της νέας Ελλάδος.
     Ο Μάριος Χάκκας
     Ένας από αυτούς, ο πιο προικισμένος κι ο πιο απαιτητικός, ο Μάριος Χάκκας, πέθανε πρόωρα από αρρώστια το 1972 σε ηλικία 42 ετών. Λόγω όμως της ηλικίας του ακριβώς και του έργου του, στάθηκε ο εκπρόσωπος αυτής της τόσο δοκιμασμένης από την Ιστορία γενιάς που έζησε την λαίλαπα του εμφύλιου πολέμου και δεν την ξέχασε ποτέ. Είναι η γενιά του Βασίλη Βασιλικού, του Θανάση Βαλτινού, του Μένη Κουμανταρέα, του Μάριου Χάκκα.
     Το πιο χαρακτηριστικό σ’ αυτά τα πρόσφατα έργα είναι που εκφράζουν ένα είδος επιστροφής στις ζωντανές πηγές της Ελλάδος και συγχρόνως έναν αποχαιρετισμό «πικρό αλλά σταθερό» σ’ όλες τις επαναστατικές ιδεολογίες που εισήχθηκαν από το εξωτερικό. Πρόκειται για μια απαιτητική λογοτεχνία συνεπώς και φορέα ενός νέου ρεαλισμού, μιας σκληρής αφυπνίσεως κάτω από τη δικτατορία που καθιστά τον κάθε συγγραφέα φύλακα, άγρυπνο φρουρό στα σύνορα της ελευθερίας. Που επανανακαλύπτει επίσης στην ίδια της την χώρα (που τόσες φορές εγκαταλείφθηκε στους πειρασμούς της Δύσεως) ύστερα από την εφτάχρονη δοκιμασία, μια ανακαινιστική κληρονομιά, ένα αναγεννημένο μήνυμα. Ύστερα από αυτήν την μακρά νύχτα, δείχνει επιτέλους ότι βγήκε από τον λαβύρινθο.
                  Jacques Lacarriere

      Μετέφερα το κείμενο του γάλλου συγγραφέα και φιλέλληνα Ζακ Λακαριέρ, με την ορθογραφία και την γλώσσα της εποχής. Ας μην λησμονούμε, ότι ο μετέπειτα ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας παλαιός πολιτικός κυρός Γεώργιος Ράλλης, εισήγαγε μετά από την σοφή προτροπή δημοτικιστών καθηγητών την δημοτική γλώσσα και τους κανόνες της στην δημόσια διοίκηση και στην παιδεία. Αν η μνήμη δεν με απατά, το μονοτονικό σύστημα είχε εισαχθεί στα βιβλία νωρίτερα μετά από απαίτηση των δημοσιογράφων και μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων όπως έγραφε ο τύπος της εποχής, επειδή(;) κόστιζε στην εκτύπωση. Όπως και να έχει, την κοινή λαλιά, την δημοτική μιλούσαμε τότε με δάνεια από την καθαρεύουσα μια μεικτή γλώσσα που εξέφραζε την εποχή της. Τα κομμουνιστικά ακραιφνώς έντυπα, υιοθετούσαν μια ακραίου τύπου γλωσσικής μορφής δημοτικής που δεν μιλήθηκε ποτέ ούτε έγινε αποδεκτή από το μεγάλο κοινό. Συμπληρωματικά αναφέρω ότι η πρώτη αντιστασιακή ανθολογία που κυκλοφόρησε στο εξωτερικό από χέρι σε χέρι σε πολυγραφημένα ή φωτοτυπημένα κείμενα ήταν οι «Κραυγές» σελίδες από την αδούλωτη ελληνική λογοτεχνία 1967-1971. Εκδόσεις «Έξοδος» 1971, στο Παρίσι, σελίδες 44, υπεύθυνος έκδοσης ήταν ο πεζογράφος Άρης Φακίνος. Την πληροφορία την αντλώ από την επιστολή του Κωστή Τριανταφύλλου, «ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ» περιοδικό ΤΟ Τέταρτο τχ. 15/7, 1986, σ.95.
Γνωρίζουμε ακόμα από τις μελέτες για την ποιητική γενιά του 1970, ότι έναν χρόνο μετά την επιβολή της δικτατορίας το Μάϊο του 1968 εκδίδεται το λογοτεχνικό και αντιστασιακό περιοδικό «Λωτός»
     Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του προηγούμενου αιώνα ο Γερμανός Μάρτιν Χάιντεγκερ (που σκοτείνιασε την φιλοσοφική του πανεπιστημιακή διαδρομή με την υποστήριξή του στον ναζισμό για σύντομο χρονικό διάστημα) δάσκαλος της σημαντικής Χάννα Άρεντ και πολλών άλλων σύγχρονών μας φιλοσοφικών φωνών, έγραφε ότι, όπως η μνήμη το έχει συγκρατήσει, ένα έργο τέχνης δεν είναι παρά το προϊόν μιας μάχης, μιας σύρραξης μεταξύ της διαύγειας και της απόκρυψης για να μας αποκαλυφθεί μέσα από αυτήν την διαδικασία η μορφή του έργου τέχνης. Με την σύγκρουση αυτή μας γίνεται ορατή η αισθητική θα γράφαμε αλήθεια του γεγονότος της εκάστου δημιουργού και καλλιτέχνη δημιουργίας. Αυτός ο πανάρχαιος κανόνας πολέμου(που με άλλον τρόπο μας είπε ο Ηράκλειτος, Πόλεμος πατήρ πάντων) είναι που μας μαθαίνει η Παγκόσμια Τέχνη. Η Τέχνη ή θα είναι πολιτική ή δεν θα είναι παρά ένα ακόμα καταναλωτικό προϊόν των κοινωνιών. Και μιλώ για πολιτική τέχνη όχι κομματική. Μια ψευδαίσθηση για να αποτρέψει το βλέμμα μας από την οικονομική και κοινωνική μας εξαθλίωση, από καπιταλιστικά ή κομμουνιστικά συστήματα διακυβέρνησης και εξουσίες, από δικτατορικά καθεστώτα ή θρησκευτικές δικτατορίες.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 21 Απριλίου 2018
Πενήντα ένα χρόνια μετά. Πάσχα της Τέχνης Λύτρο λύπης.